Η γενεαλογία του Ιησού Χριστού

1 Η βίβλος της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού, του γιου του Δαβίδ, γιου του Αβραάμ.  2 Ο Αβραάμ γέννησε τον Ισαάκ, και ο Ισαάκ γέννησε τον Ιακώβ, και ο Ιακώβ γέννησε τον Ιούδα και τους αδελφούς του,  3 και ο Ιούδας γέννησε το Φάρες και το Ζάρα από τη Θαμάρ, και ο Φάρες γέννησε τον Εσρώμ, και ο Εσρώμ γέννησε τον Αράμ,  4 και ο Αράμ γέννησε τον Αμιναδάβ, και ο Αμιναδάβ γέννησε το Ναασσών, και ο Ναασσών γέννησε το Σαλμών,  5 και ο Σαλμών γέννησε το Βόες από τη Ραχάβ, και ο Βόες γέννησε τον Ιωβήδ από τη Ρουθ, και ο Ιωβήδ γέννησε τον Ιεσσαί,  6 και ο Ιεσσαί γέννησε το Δαβίδ το βασιλιά. Και ο Δαβίδ γέννησε το Σολομώντα από τη γυναίκα του Ουρία,  7 και ο Σολομώντας γέννησε το Ροβοάμ, και ο Ροβοάμ γέννησε τον Αβιά, και ο Αβιά γέννησε τον Ασάφ,  8 και ο Ασάφ γέννησε τον Ιωσαφάτ, και ο Ιωσαφάτ γέννησε τον Ιωράμ, και ο Ιωράμ γέννησε τον Οζία,  9 και ο Οζίας γέννησε τον Ιωαθάμ, και ο Ιωαθάμ γέννησε τον Αχάζ, και ο Αχάζ γέννησε τον Εζεκία,  10 και ο Εζεκίας γέννησε το Μανασσή, και ο Μανασσής γέννησε τον Αμώς, και ο Αμώς γέννησε τον Ιωσία,  11 και ο Ιωσίας γέννησε τον Ιεχονία και τους αδελφούς του κατά τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα.  12 Μετά λοιπόν τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα ο Ιεχονίας γέννησε το Σαλαθιήλ, και ο Σαλαθιήλ γέννησε το Ζοροβαβέλ,  13 και ο Ζοροβαβέλ γέννησε τον Αβιούδ, και ο Αβιούδ γέννησε τον Ελιακίμ, και ο Ελιακίμ γέννησε τον Αζώρ,  14 και ο Αζώρ γέννησε το Σαδώκ, και ο Σαδώκ γέννησε τον Αχίμ, και ο Αχίμ γέννησε τον Ελιούδ,  15 και ο Ελιούδ γέννησε τον Ελεάζαρ, και ο Ελεάζαρ γέννησε το Ματθάν, και ο Ματθάν γέννησε τον Ιακώβ,  16 και ο Ιακώβ γέννησε τον Ιωσήφ τον άντρα της Μαρίας, από την οποία γεννήθηκε ο Ιησούς, ο λεγόμενος Χριστός.  17 Όλες λοιπόν οι γενιές από τον Αβραάμ ως το Δαβίδ είναι δεκατέσσερις γενιές, και από το Δαβίδ ως τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα είναι δεκατέσσερις γενιές, και από τη μετοικεσία στη Βαβυλώνα ως το Χριστό είναι δεκατέσσερις γενιές.

Η γέννηση του Ιησού Χριστού

18 Και η γέννηση του Ιησού Χριστού έγινε κατ’ αυτόν τον τρόπο: Όταν μνηστεύτηκε η μητέρα του η Μαρία με τον Ιωσήφ, πριν αυτοί να συνευρεθούν, βρέθηκε να έχει παιδί στην κοιλιά της από το Άγιο Πνεύμα.  19 Και ο Ιωσήφ ο άντρας της, επειδή ήταν δίκαιος και δεν ήθελε να τη διαπομπεύσει, αποφάσισε να την αποδιώξει κρυφά.  20 Ενώ λοιπόν σκεφτόταν αυτά, ιδού, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ’ αυτόν στο όνειρό του, λέγοντας: «Ιωσήφ, γιε του Δαβίδ, μη φοβηθείς να παραλάβεις τη Μαρία τη γυναίκα σου. Γιατί αυτό που μέσα της γεννήθηκε είναι από Πνεύμα Άγιο.  21 Και θα γεννήσει γιο, και θα καλέσεις το όνομά του Ιησού, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους».  22 Και όλ’ αυτά έχουν γίνει, για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε από τον Κύριο μέσω του προφήτη, όταν έλεγε:  23 Ιδού, η παρθένος θα έχει παιδί στην κοιλιά και θα γεννήσει γιο και θα καλέσουν το όνομά του Εμμανουήλ, που όταν ερμηνεύεται σημαίνει: Ο Θεός είναι μαζί μας.  24 Και όταν σηκώθηκε ο Ιωσήφ από τον ύπνο, έκανε όπως τον πρόσταξε ο άγγελος του Κυρίου και παρέλαβε τη γυναίκα του,  25 και δε γνώριζε αυτήν, ωσότου γέννησε γιο. Και κάλεσε το όνομά του Ιησού. 

Η επίσκεψη των μάγων

1 Όταν λοιπόν ο Ιησούς γεννήθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας κατά τις ημέρες του βασιλιά Ηρώδη, ιδού μάγοι από τα ανατολικά παρουσιάστηκαν στα Ιεροσόλυμα,  2 λέγοντας: «Πού είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων που γεννήθηκε; Γιατί είδαμε τον αστέρα του στην ανατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε».  3 Όταν όμως το άκουσε ο βασιλιάς Ηρώδης, ταράχτηκε και όλα τα Ιεροσόλυμα μαζί του.  4 Και αφού σύναξε όλους τους αρχιερείς και τους γραμματείς του λαού, ζητούσε να μάθει από αυτούς πού γεννιέται ο Χριστός.  5 Αυτοί του είπαν: «Στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Γιατί έτσι είναι γραμμένο μέσω του προφήτη:  6 Κι εσύ Βηθλεέμ, γη του Ιούδα, καθόλου ελάχιστη δεν είσαι μεταξύ των ηγεμονικών πόλεων του Ιούδα. Γιατί από σένα θα εξέλθει ηγέτης, που θα ποιμάνει το λαό μου τον Ισραήλ».  7 Τότε ο Ηρώδης κάλεσε κρυφά τους μάγους και εξακρίβωσε από αυτούς το χρόνο που φαινόταν ο αστέρας.  8 Κατόπιν τους έστειλε στη Βηθλεέμ και είπε: «Πορευτείτε και εξετάστε ακριβώς για το παιδί. Και όταν το βρείτε, να μου το αναγγείλετε, για να έρθω κι εγώ να το προσκυνήσω».  9 Αυτοί, αφού άκουσαν το βασιλιά, έφυγαν. Και ιδού, ο αστέρας που είδαν στην ανατολή προχωρούσε μπροστά τους, ωσότου ήρθε και στάθηκε πάνω εκεί όπου ήταν το παιδί.  10 Όταν είδαν λοιπόν τον αστέρα, χάρηκαν με πάρα πολύ μεγάλη χαρά.  11 Και ήρθαν στην οικία και είδαν το παιδί μαζί με τη Μαρία, τη μητέρα του. Και αφού έπεσαν, το προσκύνησαν και άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν δώρα: χρυσό και λιβάνι και σμύρνα.  12 Και επειδή τους πρόσταξε ο Θεός κατά το όνειρο να μην επιστρέψουν προς τον Ηρώδη, αναχώρησαν από άλλη οδό για τη χώρα τους.

Η φυγή στην Αίγυπτο

13 Όταν λοιπόν αυτοί αναχώρησαν, ιδού, άγγελος Κυρίου φάνηκε κατά το όνειρο στον Ιωσήφ, λέγοντας: «Σήκω, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και φεύγε για την Αίγυπτο. και να είσαι εκεί ωσότου σου πω. Γιατί μέλλει ο Ηρώδης να ζητά το παιδί, για να το σκοτώσει».  14 Εκείνος αφού σηκώθηκε, παράλαβε νύχτα το παιδί και τη μητέρα του και αναχώρησε για την Αίγυπτο.  15 Και ήταν εκεί ως το θάνατο του Ηρώδη – για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε από τον Κύριο μέσω του προφήτη, όταν έλεγε: Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου.

Η σφαγή των νηπίων

16 Τότε ο Ηρώδης, επειδή είδε ότι εμπαίχτηκε από τους μάγους, θύμωσε πολύ και απέστειλε και σκότωσε όλα τα αρσενικά παιδιά που ήταν στη Βηθλεέμ και σε όλα τα όριά της, όσα ήταν από δύο ετών και κάτω, σύμφωνα με το χρόνο που εξακρίβωσε από τους μάγους.  17 Τότε εκπληρώθηκε αυτό που ειπώθηκε μέσω του Ιερεμία του προφήτη, όταν έλεγε:  18 Φωνή στη Ραμά ακούστηκε, κλάμα και οδυρμός πολύς. Η Ραχήλ είναι που κλαίει τα τέκνα της, και δεν ήθελε να παρηγορηθεί, γιατί δεν υπάρχουν.

Eπιστροφή από την Αίγυπτο

19 Και όταν πέθανε ο Ηρώδης, ιδού, άγγελος Κυρίου φάνηκε κατά τη διάρκεια ενός ονείρου στον Ιωσήφ,  20 λέγοντας: «Σήκω, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε στη γη Ισραήλ. Γιατί έχουν πεθάνει αυτοί που ζητούν τη ζωή του παιδιού».  21 Εκείνος, αφού σηκώθηκε, παράλαβε το παιδί και τη μητέρα του και εισήλθε στη γη Ισραήλ.  22 Αλλά όταν άκουσε ότι ο Αρχέλαος βασιλεύει στην Ιουδαία αντί για τον πατέρα του τον Ηρώδη, φοβήθηκε να πάει εκεί. Και επειδή τον πρόσταξε ο Θεός κατά τη διάρκεια ενός ονείρου, αναχώρησε για τα μέρη της Γαλιλαίας,  23 και ήρθε και κατοίκησε σε μια πόλη που λέγεται Ναζαρέτ – για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω των προφητών, ότι θα κληθεί Ναζωραίος.

Το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή

1 Τις ημέρες λοιπόν εκείνες, παρουσιάζεται ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κηρύττοντας στην έρημο της Ιουδαίας  2 και λέγοντας: «Μετανοείτε. γιατί έχει πλησιάσει η βασιλεία των ουρανών».  3 Γιατί γι’ αυτόν είναι που ειπώθηκε μέσω του Ησαΐα του προφήτη, όταν έλεγε: Φωνή ενός που φωνάζει δυνατά στην έρημο: «Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, ίσια κάνετε τα μονοπάτια του».  4 Αυτός λοιπόν ο Ιωάννης είχε το ένδυμά του από τρίχες καμήλας και ζώνη δερμάτινη γύρω από τη μέση του, ενώ η τροφή του ήταν ακρίδες και μέλι άγριο.  5 Τότε πορεύονταν έξω προς αυτόν τα Ιεροσόλυμα και όλη η Ιουδαία και όλα τα περίχωρα του Ιορδάνη,  6 και βαφτίζονταν στον Ιορδάνη ποταμό από αυτόν, αφού εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους.  7 Και επειδή είδε πολλούς από τους Φαρισαίους και τους Σαδουκκκαίους να έρχονται για το βάφτισμά του, τους είπε: «Γεννήματα εχιδνών, ποιος σας υπέδειξε, για να ξεφύγετε από τη μελλοντική οργή;  8 Κάντε λοιπόν καρπό άξιο της μετάνοιας  9 και μη νομίσετε ότι μπορείτε να λέτε μέσα σας: “Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ”. Γιατί σας λέω ότι δύναται ο Θεός από τους λίθους τούτους να εγείρει τέκνα στον Αβραάμ.  10 Ήδη, λοιπόν, το πελέκι βρίσκεται κοντά στη ρίζα των δέντρων. Επομένως, κάθε δέντρο που δεν κάνει καρπό καλό κόβεται εντελώς και ρίχνεται στη φωτιά.  11 Εγώ, βέβαια, σας βαφτίζω μέσα σε νερό για μετάνοια, αλλά αυτός που έρχεται ύστερα από εμένα είναι ισχυρότερός μου, του οποίου δεν είμαι ικανός να βαστάξω τα υποδήματα. Αυτός θα σας βαφτίσει μέσα σε Πνεύμα Άγιο και σε φωτιά.  12 Αυτού το φτυάρι είναι στο χέρι του, για να λιχνίσει, και θα καθαρίσει εντελώς το αλώνι του και θα συνάξει το σιτάρι του στην αποθήκη, ενώ το άχυρο θα το κατακάψει με φωτιά άσβεστη».

Το βάπτισμα του Ιησού

13 Τότε παρουσιάζεται ο Ιησούς από τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη προς τον Ιωάννη, για να βαφτιστεί από αυτόν.  14 Αλλά ο Ιωάννης τον εμπόδιζε επίμονα λέγοντας: «Εγώ έχω ανάγκη από σένα να βαφτιστώ, κι εσύ έρχεσαι προς εμένα;»  15 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε προς αυτόν: «Άφησε τώρα αυτά, γιατί έτσι πρέπει, για να εκπληρώσουμε όλη τη δικαιοσύνη». Τότε ο Ιωάννης τον αφήνει.  16 Και μόλις βαφτίστηκε ο Ιησούς, ευθύς ανέβηκε από το νερό. Και ιδού, ανοίχτηκαν σ’ αυτόν οι ουρανοί, και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστέρι και να έρχεται πάνω του.  17 Και ιδού, φωνή από τους ουρανούς που λέει: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα».

Oι πειρασμοί του Ιησού

1 Τότε ο Ιησούς φέρθηκε πάνω στην έρημο από το Πνεύμα, για να πειραχτεί από το Διάβολο.  2 Και αφού νήστεψε σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες, ύστερα πείνασε.  3 Τότε προσήλθε ο Πειραχτής και του είπε: «Αν Υιός είσαι του Θεού, πες ώστε οι λίθοι αυτοί να γίνουν άρτοι». 4 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Είναι γραμμένο: Με άρτο μόνο δε θα ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού».  5 Τότε τον παραλαβαίνει ο Διάβολος και τον μεταφέρει στην άγια πόλη και τον έστησε πάνω στο πτερύγιο του ναού  6 και του λέει: «Αν είσαι Υιός του Θεού, ρίξε τον εαυτό σου κάτω. Γιατί είναι γραμμένο: Στους αγγέλους του θα δώσει εντολή για σένα και πάνω στα χέρια τους θα σε σηκώσουν, μην τυχόν σκοντάψεις σε λίθο το πόδι σου».  7 Του είπε ο Ιησούς: «Πάλι είναι γραμμένο: Δε θα πειράξεις τον Κύριο το Θεό σου».  8 Πάλι τον παραλαβαίνει ο Διάβολος σε όρος πολύ ψηλό και του δείχνει όλες τις βασιλείες του κόσμου και τη δόξα τους,  9 και του είπε: «Αυτά όλα θα σου τα δώσω, αν πέσεις και με προσκυνήσεις».  10 Τότε του λέει ο Ιησούς: «Πήγαινε Σατανά. Γιατί είναι γραμμένο: Κύριο το Θεό σου να προσκυνήσεις και αυτόν μόνο να λατρέψεις».  11 Τότε τον αφήνει ο Διάβολος, και ιδού άγγελοι πλησίασαν και τον υπηρετούσαν.

Η αρχή της διακονίας στη Γαλιλαία

12 Όταν άκουσε λοιπόν ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε στη φυλακή, αναχώρησε για τη Γαλιλαία.  13 Και αφού εγκατέλειψε τη Ναζαρέτ, ήρθε και κατοίκησε στην Καπερναούμ, την παραθαλάσσια, μέσα στα όρια της γης των φυλών Ζαβουλών και Νεφθαλίμ.  14 Για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω του Ησαΐα του προφήτη, όταν έλεγε:  15 Γη του Ζαβουλών και γη του Νεφθαλίμ, η οδός δίπλα στη θάλασσα, πέρα από τον Ιορδάνη, η Γαλιλαία των εθνικών –  16 ο λαός που κάθεται στο σκοτάδι, είδε μεγάλο φως, και σ’ αυτούς που κάθονται σε χώρα και σε σκιά θανάτου φως ανάτειλε γι’ αυτούς.  17 Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει και να λέει: «Μετανοείτε. γιατί έχει πλησιάσει η βασιλεία των ουρανών».

Το κάλεσμα των τεσσάρων ψαράδων

18 Περπατώντας λοιπόν δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, το Σίμωνα, το λεγόμενο Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του να ρίχνουν το δίχτυ στη λίμνη. γιατί ήταν ψαράδες.  19 Και τους λέει: «Ελάτε πίσω μου, και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων».  20 Εκείνοι αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν.  21 Και αφού προχώρησε από εκεί, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να διορθώνουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με το Ζεβεδαίο τον πατέρα τους, και τους κάλεσε.  22 Εκείνοι αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους, και τον ακολούθησαν.

Η περιοδεία στη Γαλιλαία

23 Και περιόδευε σε όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας και θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε αδυναμία στο λαό.  24 Και ήρθε μακριά η φήμη του σε όλη τη Συρία. Και έφεραν προς αυτόν όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση από ποικίλες νόσους και υπέφεραν από βασανιστικές ασθένειες και δαιμονισμένους και σεληνιασμένους και παράλυτους, και τους θεράπευσε.  25 Και τον ακολούθησαν πολλά πλήθη από τη Γαλιλαία και τη Δεκάπολη και τα Ιεροσόλυμα και την Ιουδαία και πέρα από τον Ιορδάνη.

Η επί του Όρους Ομιλία

1 Και όταν είδε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος και, αφού κάθισε, τον πλησίασαν οι μαθητές του. 2 Και τότε άνοιξε το στόμα του και τους δίδασκε λέγοντας:

Οι Μακαρισμοί

3 «Μακάριοι οι φτωχοί στο πνεύμα, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών.  4 Μακάριοι όσοι πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν.  5 Μακάριοι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη.  6 Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορταστούν.  7 Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν.  8 Μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό.  9 Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, γιατί αυτοί θα κληθούν γιοι Θεού.  10 Μακάριοι οι καταδιωγμένοι εξαιτίας δικαιοσύνης, γιατί δική τους είναι η βασιλεία των ουρανών.  11 Μακάριοι είστε, όταν σας βρίσουν και σας καταδιώξουν και πούνε κάθε κακό πράγμα εναντίον σας, λέγοντας ψέματα εξαιτίας μου.  12 Χαίρετε και αγαλλιάζετε, γιατί ο μισθός σας είναι πολύς στους ουρανούς. Γιατί έτσι καταδίωξαν τους προφήτες που ήταν πριν από εσάς».

Το αλάτι και το φως

13 «Εσείς είστε το αλάτι της γης. Αν όμως το αλάτι αλλοιωθεί, με τι θα ξαναγίνει αλμυρό; Σε τίποτα δεν αξίζει πια παρά μόνο, αφού πεταχτεί έξω, να καταπατιέται από τους ανθρώπους. 14 Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δε δύναται πόλη να κρυφτεί, όταν βρίσκεται πάνω σε όρος. 15 Ούτε ανάβουν λύχνο και τον θέτουν κάτω από το μόδι, αλλά πάνω στο λυχνοστάτη και έτσι λάμπει σε όλους όσοι είναι μέσα στην οικία.  16 Έτσι ας λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς».

Ο Νόμος

17 «Μη νομίσετε ότι ήρθα να καταλύσω το νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα να καταλύσω, αλλά να συμπληρώσω.  18 Γιατί αλήθεια σας λέω: ωσότου παρέλθει ο ουρανός και η γη, ένα γιώτα ή μια κεραία δε θα παρέλθει από το νόμο, ωσότου όλα γίνουν.  19 Όποιος λοιπόν παραβεί μία από τις εντολές αυτές που είναι πάρα πολύ μικρές και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, πάρα πολύ μικρός θα κληθεί στη βασιλεία των ουρανών. Όποιος όμως τις εφαρμόσει και τις διδάξει, αυτός μεγάλος θα κληθεί στη βασιλεία των ουρανών.  20 Γιατί σας λέω ότι αν δεν περισσέψει η δικαιοσύνη σας περισσότερο εκείνης των γραμματέων και των Φαρισαίων, δε θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών».

Η οργή

21 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: Μη φονεύσεις, και, “όποιος φονεύσει θα είναι ένοχος στο δικαστήριο”.  22 Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που οργίζεται με τον αδελφό του χωρίς λόγο ένοχος θα είναι στο δικαστήριο. Και όποιος πει στον αδελφό του: “Ρακά”, ένοχος θα είναι στο συνέδριο. Όποιος όμως πει: “Μωρέ”, ένοχος θα είναι για τη γέεννα της φωτιάς.  23 Αν προσφέρεις, λοιπόν, το δώρο σου πάνω στο θυσιαστήριο κι εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου,  24 άφησε εκεί το δώρο σου μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε, πρώτα συμφιλιώσου με τον αδελφό σου, και τότε έλα και πρόσφερε το δώρο σου.  25 Να είσαι ευνοϊκός με τον αντίδικό σου γρήγορα, ωσότου είσαι μαζί του στο δρόμο, μην τυχόν σε παραδώσει ο αντίδικος στον κριτή και ο κριτής στο δεσμοφύλακα και ριχτείς στη φυλακή.  26 Αλήθεια σου λέω, δε θα εξέλθεις από εκεί, ωσότου αποδώσεις την τελευταία δραχμή».

Η μοιχεία

27 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε: Μη μοιχέψεις.  28 Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που βλέπει γυναίκα, με σκοπό να επιθυμήσει αυτήν, ήδη μοίχεψε με αυτή μέσα στην καρδιά του.  29 Και αν ο οφθαλμός σου ο δεξιός σε σκανδαλίζει, βγάλε τον και ρίξε τον μακριά από εσένα. Γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου και να μη ριχτεί όλο το σώμα σου στη γέεννα.  30 Και αν το δεξί σου χέρι σε σκανδαλίζει, κόψε το εντελώς και ρίξε το μακριά από εσένα. Γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου και να μην πάει όλο το σώμα σου στη γέεννα».

Το διαζύγιο

31 «Ειπώθηκε επίσης: Όποιος αποδιώξει τη γυναίκα του ας της δώσει έγγραφο διαζυγίου.  32 Κι εγώ σας λέω ότι καθένας που αποδιώχνει τη γυναίκα του εκτός από λόγο πορνείας την κάνει να μοιχευτεί. Και όποιος νυμφευτεί αποδιωγμένη, μοιχεύεται».

Οι όρκοι

33 «Πάλι ακούσατε ότι ειπώθηκε στους αρχαίους: Μην επιορκήσεις, αλλά να αποδώσεις στον Κύριο τους όρκους σου.  34 Εγώ όμως σας λέω να μην ορκιστείτε καθόλου. Μήτε στον ουρανό, γιατί είναι θρόνος του Θεού.  35 μήτε στη γη, γιατί είναι υποπόδιο των ποδιών του. μήτε στα Ιεροσόλυμα, γιατί είναι πόλη του μεγάλου βασιλιά.  36 μήτε στο κεφάλι σου να ορκιστείς, γιατί δε δύνασαι μία τρίχα να κάνεις λευκή ή μαύρη.  37 Ας είναι λοιπόν ο λόγος σας, ναι και να εννοεί ναι, όχι και να εννοεί όχι. Ενώ ό,τι είναι περισσότερο από αυτά προέρχεται από τον Πονηρό».

Τα αντίποινα

38 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε: Οφθαλμός αντί για οφθαλμό και δόντι αντί για δόντι.  39 Εγώ όμως σας λέω να μην αντισταθείτε στον κακό άνθρωπο. αλλά σε όποιον σε χαστουκίζει στο δεξί μέρος του σαγονιού σου στρέψε του και το άλλο.  40 Και σ’ αυτόν που θέλει να δικαστεί μ’ εσένα και να πάρει το πουκάμισό σου άσε του και το πανωφόρι.  41 Και με όποιον σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο.  42 Σ’ όποιον σου ζητάει δώσε, και αυτόν που θέλει από εσένα να δανειστεί μην τον αποστραφείς».

Αγάπη για τους εχθρούς

43 «Ακούσατε ότι ειπώθηκε: Να αγαπήσεις τον πλησίον σου και να μισήσεις τον εχθρό σου.  44 Εγώ όμως σας λέω, αγαπάτε τους εχθρούς σας, εύχεστε προς τον Θεό αγαθά για εκείνους οι οποίοι σας καταρώνται, ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων οι οποίοι σας μεταχειρίζονται υβριστικώς και περιφρονητικώς και σας καταδιώκουν αδίκως,  45 για να γίνετε γιοι του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς, γιατί τον ήλιο του τον ανατέλλει πάνω σε κακούς και καλούς και βρέχει πάνω σε δίκαιους και άδικους.  46 Γιατί αν αγαπήσετε όσους σας αγαπούν, ποιο μισθό θέλετε να έχετε; Και οι τελώνες το ίδιο δεν κάνουν;  47 Και αν χαιρετήσετε τους αδελφούς σας μόνο, τι περισσότερο κάνετε; Και οι εθνικοί το ίδιο δεν κάνουν;  48 Να είστε λοιπόν εσείς τέλειοι όπως ο Πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος».

Η ελεημοσύνη

1 «Προσέχετε μάλιστα τη δικαιοσύνη σας να μην την κάνετε μπροστά στους ανθρώπους, για να σας δουν με θαυμασμό. Ειδεμή, βέβαια, μισθό δεν έχετε από τον Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς. 2 Όταν λοιπόν κάνεις ελεημοσύνη, μη σαλπίσεις μπροστά σου όπως ακριβώς κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στα δρομάκια, για να δοξαστούν από τους ανθρώπους. Αλήθεια σας λέω, έχουν πάρει πλήρως το μισθό τους.  3 Εσύ, όμως, όταν κάνεις ελεημοσύνη, ας μη γνωρίζει το αριστερό σου τι κάνει το δεξί σου χέρι,  4 για να γίνεται η ελεημοσύνη σου στα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά θα σου αποδώσει».

Η προσευχή

5 «Και όταν προσεύχεστε, μην είστε όπως οι υποκριτές. Επειδή τους αρέσει να προσεύχονται στημένοι όρθιοι στις συναγωγές και στις γωνίες των πλατειών, για να φανούν στους ανθρώπους. Αλήθεια σας λέω, έχουν πάρει πλήρως το μισθό τους.  6 Εσύ όμως, όταν προσεύχεσαι, είσελθε στο απόμερό σου δωμάτιο και, αφού κλείσεις τη θύρα σου, προσευχήσου στον Πατέρα σου που είναι στα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά θα σου αποδώσει.  7 Και όταν προσεύχεστε, μην περιττολογήσετε όπως ακριβώς οι εθνικοί, γιατί αυτοί νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν.  8 Μη λοιπόν ομοιωθείτε με αυτούς. Γιατί ξέρει ο Πατέρας σας αυτά που έχετε ανάγκη, προτού εσείς τα ζητήσετε από αυτόν.  9 Έτσι, λοιπόν, εσείς να προσεύχεστε: Πατέρα μας που είσαι στους ουρανούς, ας αγιαστεί το όνομά σου.  10 ας έρθει η βασιλεία σου, ας γίνει το θέλημά σου, όπως στον ουρανό έτσι και πάνω στη γη.  11 Τον άρτο μας για την ερχόμενη ημέρα, δώσε μας σήμερα.  12 Και άφησε από εμάς τις οφειλές μας, όπως κι εμείς αφήσαμε από τους οφειλέτες μας. 13 Και μη μας φέρεις μέσα σε πειρασμό, αλλά σώσε μας από τον Πονηρό. Γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες. Αμήν.  14 Γιατί αν αφήσετε στους ανθρώπους παραπτώματα αυτών, θα τα αφήσει και σ’ εσάς ο Πατέρας σας ο ουράνιος.  15 Αν όμως δεν τα αφήσετε στους ανθρώπους, ούτε ο Πατέρας σας θα αφήσει τα δικά σας παραπτώματα».

Η νηστεία

16 «Και όταν νηστεύετε, μη γίνεστε όπως οι υποκριτές σκυθρωποί. γιατί αφήνουν άπλυτα τα πρόσωπά τους, για να φανούν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Αλήθεια σας λέω, έχουν πάρει πλήρως το μισθό τους.  17 Εσύ, όμως, όταν νηστεύεις, άλειψε σαπουνίζοντας το κεφάλι σου και νίψε το πρόσωπό σου,  18 για να μη φανείς στους ανθρώπους πως νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου που είναι στα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει στα κρυφά θα σου αποδώσει».

Θησαυρός στον ουρανό

19 «Μη θησαυρίζετε για σας θησαυρούς πάνω στη γη, όπου σκόρος και σκουριά τους αφανίζουν και όπου κλέφτες κάνουν διάρρηξη και τους κλέβουν.  20 Αλλά θησαυρίζετε για σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος ούτε σκουριά τους αφανίζουν και όπου κλέφτες δεν κάνουν διάρρηξη ούτε τους κλέβουν.  21 Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σου, εκεί θα είναι και η καρδιά σου».

Το φως του σώματος

22 «Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός. Αν λοιπόν είναι ο οφθαλμός σου γενναιόδωρος, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό.  23 Αν όμως ο οφθαλμός σου είναι φιλάργυρος, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Αν λοιπόν το φως που βρίσκεται μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο μεγάλο θα είναι το σκοτάδι!»

Θεός και Μαμμωνάς

24 «Κανείς δε δύναται σε δύο κυρίους να υπηρετεί ως δούλος. Γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θα αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα καταφρονήσει. Δε δύναστε να υπηρετείτε ως δούλοι στο Θεό και στο Μαμμωνά».

Μέριμνες και άγχος

25 «Γι’ αυτό σας λέω: μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε ή τι θα πιείτε, μήτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι πιο πολύ από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα;  26 Παρατηρήστε τα πετεινά του ουρανού, γιατί δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάγουν σε αποθήκες, και όμως ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Εσείς δε διαφέρετε περισσότερο από αυτά;  27 Και ποιος από εσάς μεριμνώντας δύναται να προσθέσει στο ανάστημά του έναν πήχη;  28 Και για ένδυμα τι μεριμνάτε; Μάθετε ακριβώς πώς αυξάνουν τα κρίνα του αγρού: δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν.  29 Σας λέω όμως ότι ούτε ο Σολομώντας με όλη τη δόξα του δεν ντύθηκε όπως ένα από αυτά.  30 Αν λοιπόν το χορτάρι του αγρού, που σήμερα υπάρχει και αύριο ρίχνεται στο φούρνο, ο Θεός έτσι το ντύνει, δε θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς ολιγόπιστοι;  31 Μη λοιπόν μεριμνήσετε λέγοντας: “Τι θα φάμε”; ή “Τι θα πιούμε”; ή “Τι θα ντυθούμε”;  32 Γιατί όλα αυτά τα επιζητούν οι εθνικοί. Ξέρει βέβαια ο Πατέρας σας ο ουράνιος ότι χρειάζεστε όλα αυτά.  33 Αλλά ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του και όλα αυτά θα σας προστεθούν.  34 Μη λοιπόν μεριμνήσετε για το αύριο, γιατί το αύριο θα μεριμνήσει για τον εαυτό του. αρκετή για την ημέρα η κακοπάθειά της».

Περί κατακρίσεως του πλησίον

1 «Μην κρίνετε, για να μην κριθείτε.  2 Γιατί με όποια κρίση κρίνετε θα κριθείτε, και με όποιο μέτρο μετράτε, θα μετρηθεί σ’ εσάς.  3 Και γιατί βλέπεις την αγκίδα που είναι μέσα στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι μέσα στο δικό σου μάτι δεν παρατηρείς;  4 Ή πώς θα πεις στον αδελφό σου: “Άφησε να βγάλω την αγκίδα από το μάτι σου”, ενώ ιδού, το δοκάρι είναι μέσα στο μάτι το δικό σου; 5 Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι το δικό σου το δοκάρι, και τότε θα δεις καθαρά, για να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου.  6 Μη δώσετε το άγιο στα σκυλιά, μήτε να ρίξετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μην τυχόν τα καταπατήσουν με τα πόδια τους και μετά στραφούν και σας ξεσκίσουν».

Ζητάτε, ερευνάτε, χτυπάτε τη θύρα

7 «Ζητάτε και θα σας δοθεί, ερευνάτε και θα βρείτε, κρούετε και θα σας ανοιχτεί.  8 Γιατί καθένας που ζητά λαβαίνει και όποιος ερευνά βρίσκει και σ’ όποιον κρούει θα του ανοιχτεί.  9 Ή ποιος άνθρωπος είναι από εσάς, που αν του ζητήσει ο γιος του άρτο, μήπως θα του δώσει ένα λίθο;  10 Ή και αν ζητήσει ψάρι, μήπως θα του δώσει ένα φίδι;  11 Αν λοιπόν εσείς που είστε κακοί ξέρετε δοσίματα αγαθά να δίνετε στα παιδιά σας, πόσο μάλλον ο Πατέρας σας που είναι στους ουρανούς θα δώσει αγαθά σε όσους του ζητούν!»

Ο χρυσός κανόνας

12 «Όλα όσα θέλετε, λοιπόν, να κάνουν σ’ εσάς οι άνθρωποι, έτσι κι εσείς να κάνετε σ’ αυτούς. γιατί αυτός είναι ο νόμος και οι προφήτες».

Η στενή πύλη

13 «Εισέλθετε από τη στενή πύλη. γιατί πλατιά η πύλη και ευρύχωρη η οδός που οδηγεί στην απώλεια και πολλοί είναι που εισέρχονται από αυτή.  14 Τι στενή που είναι η πύλη και θλιμμένη η οδός που οδηγεί στη ζωή, και λίγοι είναι εκείνοι που τη βρίσκουν!»

Το δέντρο αναγνωρίζεται από τους καρπούς του

15 «Προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι έρχονται προς εσάς με ενδύματα προβάτων, ενώ από μέσα είναι λύκοι άρπαγες.  16 Από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε. Μήπως μαζεύουν από αγκάθια σταφύλια ή από τριβόλια σύκα;  17 Έτσι, κάθε δέντρο αγαθό κάνει καρπούς καλούς, ενώ το σάπιο δέντρο κάνει καρπούς κακούς.  18 Δε δύναται δέντρο αγαθό να κάνει καρπούς κακούς ούτε δέντρο σάπιο να κάνει καρπούς καλούς.  19 Κάθε δέντρο που δεν κάνει καλό καρπό κόβεται εντελώς και ρίχνεται στη φωτιά.  20 Άρα, βεβαίως, από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε».

«Ποτέ δε σας γνώρισα»

21 «Καθένας που μου λέει “Κύριε, Κύριε” δε θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, αλλά αυτός που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.  22 Πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα: “Κύριε, Κύριε, στο δικό σου όνομα δεν προφητέψαμε και στο δικό σου όνομα δε βγάλαμε δαιμόνια και στο δικό σου όνομα δεν κάναμε πολλές θαυματουργικές δυνάμεις”;  23 Και τότε θα τους ομολογήσω: “Ποτέ δε σας γνώρισα. αποχωρείτε από εμένα οι εργαζόμενοι την ανομία”».

Τα δύο θεμέλια

24 «Καθένας λοιπόν που ακούει τούτους τους λόγους μου και τους εφαρμόζει θα ομοιωθεί με φρόνιμο άνθρωπο, ο οποίος οικοδόμησε την οικία του πάνω στο βράχο.  25 Και κατέβηκε η βροχή και ήρθαν οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και έπεσαν πάνω στην οικία εκείνη, αλλά δεν έπεσε, γιατί είχε θεμελιωθεί πάνω στο βράχο.  26 Και καθένας που ακούει τους λόγους μου τούτους και δεν τους εφαρμόζει θα ομοιωθεί με άνθρωπο μωρό, ο οποίος οικοδόμησε την οικία του πάνω στην άμμο. 27 Και κατέβηκε η βροχή και ήρθαν οι ποταμοί και έπνευσαν οι άνεμοι και χτύπησαν πάνω στην οικία εκείνη. και έπεσε, και η πτώση της ήταν μεγάλη».  28 Και συνέβηκε, όταν τελείωσε ο Ιησούς τους λόγους αυτούς, να εκπλήττονται τα πλήθη για τη διδαχή του.  29 Γιατί τους δίδασκε συνεχώς όπως ένας που έχει εξουσία, και όχι όπως οι γραμματείς τους.

Ο καθαρισμός του λεπρού

1 Και όταν αυτός κατέβηκε από το όρος, τον ακολούθησαν πλήθη πολλά.  2 Και ιδού, ένας λεπρός πλησίασε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Κύριε, αν θέλεις δύνασαι να με καθαρίσεις».  3 Και αυτός εξέτεινε το χέρι του και τον άγγιξε λέγοντας: «Θέλω, καθαρίσου». Και αμέσως καθαρίστηκε η λέπρα του.  4 Και τότε του λέει ο Ιησούς: «Κοίτα να μην το πεις σε κανέναν, αλλά πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε το δώρο που πρόσταξε ο Μωυσής, ως μαρτυρία σ’ αυτούς».

Η θεραπεία του δούλου ενός εκατόνταρχου

5 Και όταν αυτός εισήλθε στην Καπερναούμ, πλησίασε σ’ αυτόν ένας εκατόνταρχος παρακαλώντας τον  6 και λέγοντας: «Κύριε, ο δούλος μου έχει πέσει παράλυτος στην οικία μου και βασανίζεται φοβερά».  7 Τότε ο Ιησούς τού λέει: «Εγώ, αφού έρθω, θα τον θεραπεύσω».  8 Αλλά αποκρίθηκε ο εκατόνταρχος και είπε: «Κύριε, δεν είμαι ικανός να εισέλθεις κάτω από τη στέγη μου. Αλλά πες το μόνο με λόγια, και θα γιατρευτεί ο δούλος μου.  9 Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος κάτω από εξουσία, έχοντας κάτω από τον εαυτό μου στρατιώτες, και λέω σε τούτον: “Πήγαινε”, και πηγαίνει. Και στον άλλο: “Έλα”, και έρχεται. Και στο δούλο μου: “Κάνε αυτό”, και το κάνει».  10 Όταν το άκουσε τότε ο Ιησούς, θαύμασε και είπε σ’ όσους τον ακολουθούσαν: «Αλήθεια σας λέω, σε κανέναν δε βρήκα τόσο πολλή πίστη μέσα στο λαό Ισραήλ.  11 Σας λέω μάλιστα ότι πολλοί από ανατολικά και δυτικά θα έρθουν και θα καθίσουν, για να φάνε μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ μέσα στη βασιλεία των ουρανών,  12 ενώ οι γιοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκότος το εξώτερο. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών».  13 Και μετά είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο: «Πήγαινε, ας γίνει σ’ εσένα όπως πίστεψες». Και ο δούλος του γιατρεύτηκε εκείνη την ώρα.

Θεραπεία πολλών ανθρώπων

14 Και όταν ο Ιησούς ήρθε στην οικία του Πέτρου, είδε την πεθερά του πεσμένη στο κρεβάτι και με πυρετό.  15 Και τότε άγγιξε το χέρι της και την άφησε ο πυρετός, και σηκώθηκε και τον διακονούσε. 16 Όταν λοιπόν βράδιασε, έφεραν προς αυτόν πολλούς δαιμονισμένους. Και έβγαλε τα πνεύματα με το λόγο του και θεράπευσε όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση,  17 για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω του προφήτη Ησαΐα, όταν έλεγε: Αυτός έλαβε τις ασθένειές μας και βάσταξε τις νόσους μας.

Προϋποθέσεις της μαθητείας

18 Όταν λοιπόν ο Ιησούς είδε πλήθος γύρω του, διέταξε να πάνε αντίπερα στη λίμνη.  19 Τότε πλησίασε ένας γραμματέας και του είπε: «Δάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πηγαίνεις». 20 Και ο Ιησούς του λέει: «Οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πετεινά του ουρανού προσωρινές κατοικίες, αλλά ο Υιός του ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του».  21 Και άλλος από τους μαθητές του του είπε: «Κύριε, επίτρεψέ μου πρώτα να πάω και να θάψω τον πατέρα μου».  22 Αλλά ο Ιησούς του λέει: «Ακολούθα με και άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς».

Η κατάπαυση της τρικυμίας

23 Και όταν αυτός μπήκε στο πλοίο, τον ακολούθησαν οι μαθητές του.  24 Και ιδού, έγινε μεγάλη τρικυμία στη λίμνη, ώστε το πλοίο να καλύπτεται από τα κύματα. αυτός όμως κοιμότανε.  25 Και πλησίασαν και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Κύριε, σώσε μας, χανόμαστε».  26 Και τους λέει: «Γιατί είστε δειλοί, ολιγόπιστοι;» Τότε, αφού σηκώθηκε, επιτίμησε τους ανέμους και τη θάλασσα, και έγινε γαλήνη μεγάλη.  27 Οι άνθρωποι τότε θαύμασαν λέγοντας: «Τι είδους είναι αυτός που και οι άνεμοι και η θάλασσα τον υπακούνε;»

Η θεραπεία των δαιμονισμένων Γαδαρηνών

28 Και όταν αυτός ήρθε αντίπερα στη λίμνη, στη χώρα των Γαδαρηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που εξέρχονταν από τα μνήματα, πολύ κακοί, ώστε να μην μπορεί κανείς να περάσει από εκείνη την οδό.  29 Και ιδού, έκραξαν λέγοντας: «Τι σχέση έχουμε εμείς κι εσύ, Υιέ του Θεού; Ήρθες εδώ πριν από τον καθορισμένο καιρό, για να μας βασανίσεις;»  30 Ήταν λοιπόν μακριά από αυτούς μια αγέλη πολλών χοίρων που έβοσκε.  31 Και οι δαίμονες τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Αν μας βγάλεις, απόστειλέ μας στην αγέλη των χοίρων».  32 Και τους είπε: «Πηγαίνετε». Εκείνοι, αφού εξήλθαν, πήγαν στους χοίρους. Και ιδού, όρμησε όλη η αγέλη κάτω στον γκρεμό, στη λίμνη, και πέθαναν μέσα στα νερά.  33 Και αυτοί που τους έβοσκαν έφυγαν και, όταν πήγαν στην πόλη, ανάγγειλαν όλα και όσα συνέβηκαν με τους δαιμονισμένους.  34 Και ιδού, όλη η πόλη εξήλθε για να συναντήσει τον Ιησού και, όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τα όριά τους.

Η θεραπεία ενός παράλυτου

1 Και αφού μπήκε σε πλοίο, διαπέρασε τη λίμνη και ήρθε στη δική του πόλη.  2 Και ιδού, έφεραν προς αυτόν έναν παράλυτο βαλμένο πάνω σ’ ένα κρεβάτι. Και όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Έχε θάρρος, τέκνο μου, σου αφήνονται οι αμαρτίες».  3 Και ιδού, μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Αυτός βλαστημά».  4 Και επειδή είδε ο Ιησούς τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί σκέφτεστε κακά μέσα στις καρδιές σας;  5 Γιατί, τι είναι ευκολότερο, να πω: “Σου αφήνονται οι αμαρτίες”, ή να πω: “Σήκω και περπάτα”;  6 Αλλά για να μάθετε ότι εξουσία έχει ο Υιός του ανθρώπου πάνω στη γη να αφήνει αμαρτίες» – τότε λέει στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στον οίκο σου».  7 Και εκείνος σηκώθηκε και έφυγε για τον οίκο του.  8 Και όταν το είδαν τα πλήθη, φοβήθηκαν και δόξασαν το Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.

Η κλήση του Ματθαίου

9 Και προχωρώντας ο Ιησούς εκεί κοντά, είδε έναν άνθρωπο να κάθεται στο τελωνείο, που τον έλεγαν Ματθαίο, και του λέει: «Ακολούθα με». Και σηκώθηκε και τον ακολούθησε.  10 Και τότε ιδού, συνέβηκε, ενώ αυτός καθόταν, για να φάει μέσα στην οικία, να έρθουν πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί και να καθίσουν, για να φάνε μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του.  11 Και όταν το είδαν οι Φαρισαίοι, έλεγαν στους μαθητές του: «Γιατί μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς τρώει ο δάσκαλός σας;»  12 Εκείνος, επειδή το άκουσε, είπε: «Δεν έχουν ανάγκη οι υγιείς από γιατρό, αλλά οι ασθενείς.  13 Πηγαίνετε, λοιπόν, και μάθετε τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία. Γιατί δεν ήρθα να καλέσω δίκαιους, αλλά αμαρτωλούς».

Το θέμα της νηστείας

14 Τότε πλησιάζουν σ’ αυτόν οι μαθητές του Ιωάννη λέγοντας: «Γιατί εμείς και οι Φαρισαίοι νηστεύουμε πολύ, ενώ οι μαθητές σου δε νηστεύουν;»  15 Και τους είπε ο Ιησούς: «Μήπως δύνανται οι καλεσμένοι στο γάμο να πενθούν, εφόσον μαζί τους είναι ο γαμπρός; Θα έρθουν όμως ημέρες, όταν αφαιρεθεί από αυτούς ο γαμπρός, και τότε θα νηστέψουν.  16 Και κανείς δε βάζει μπάλωμα από ασυρρίκνωτο καινούργιο ύφασμα πάνω σε ρούχο παλιό. Γιατί τραβάει το συμπλήρωμά του το ρούχο, και χειρότερο σχίσιμο γίνεται.  17 Ούτε βάζουν κρασί νέο σε ασκιά παλιά. Ειδεμή, σπάζουν βέβαια τα ασκιά, και το κρασί χύνεται έξω και τα ασκιά χάνονται. Αλλά κρασί νέο βάζουν σε ασκιά καινούργια, και έτσι και τα δύο συντηρούνται».

Η θυγατέρα του άρχοντα και η γυναίκα με την αιμορραγία

18 Αυτά ενώ τους έλεγε, ιδού, ένας άρχοντας ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Η θυγατέρα μου πριν από λίγο πέθανε. Αλλά έλα και θέσε το χέρι σου πάνω της και θα ζήσει».  19 Τότε σηκώθηκε ο Ιησούς και τον ακολούθησε και μαζί οι μαθητές του.  20 Και ιδού, μια γυναίκα που αιμορραγούσε δώδεκα έτη, αφού πλησίασε από πίσω του, άγγιξε το κράσπεδο του ρούχου του.  21 Γιατί έλεγε μέσα της: «Αν μόνο αγγίξω το ρούχο του, θα σωθώ».  22 Και ο Ιησούς, αφού στράφηκε και την είδε, είπε: «Έχε θάρρος θυγατέρα μου. η πίστη σου σε έχει σώσει». Και σώθηκε η γυναίκα από την ώρα εκείνη. 23 Και ο Ιησούς ήρθε στην οικία του άρχοντα και, όταν είδε τους αυλητές και το πλήθος να θορυβεί, 24 έλεγε: «Αναχωρείτε, γιατί δεν πέθανε το κοριτσάκι αλλά κοιμάται». Και τον περιγελούσαν. 25 Όταν λοιπόν βγήκε έξω το πλήθος, εισήλθε και κράτησε το χέρι της, και σηκώθηκε το κοριτσάκι. 26 Και εξήλθε η φήμη αυτή σε όλη εκείνη την περιοχή.

Η θεραπεία των δύο τυφλών

27 Και καθώς περνούσε από εκεί ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί κράζοντας και λέγοντας: «Ελέησέ μας, γιε του Δαβίδ».  28 Και όταν ήρθε στην οικία, πλησίασαν σε αυτόν οι τυφλοί και τους λέει ο Ιησούς: «Πιστεύετε ότι δύναμαι αυτό να το κάνω;» Του λένε: «Ναι, Κύριε».  29 Τότε άγγιξε τους οφθαλμούς τους λέγοντας: «Κατά την πίστη σας ας γίνει σ’ εσάς».  30 Και ανοίχτηκαν οι οφθαλμοί τους. Τότε τους μίλησε αυστηρά ο Ιησούς λέγοντας: «Κοιτάτε κανείς να μην το μάθει».  31 Αυτοί, όταν εξήλθαν από την οικία, τον διαφήμισαν σε όλη την περιοχή εκείνη.

Η θεραπεία του κωφάλαλου

32 Και ενώ αυτοί εξέρχονταν, ιδού, έφεραν προς αυτόν έναν άνθρωπο κωφάλαλο δαιμονισμένο. 33 Και όταν βγήκε το δαιμόνιο, μίλησε ο κωφάλαλος. Και θαύμασαν τα πλήθη λέγοντας: «Ποτέ δε φάνηκε έτσι, στο λαό Ισραήλ!»  34 Αλλά οι Φαρισαίοι έλεγαν: «Μέσω του άρχοντα των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια».

Η ευσπλαχνία του Ιησού

35 Και ο Ιησούς περιήλθε όλες τις πόλεις και τα χωριά, διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύττοντας το ευαγγέλιο της βασιλείας και θεραπεύοντας κάθε νόσο και κάθε αδυναμία.  36 Και όταν είδε τα πλήθη, σπλαχνίστηκε αυτά, γιατί ήταν τυραννισμένα και σκορπισμένα σαν πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα.  37 Τότε λέει στους μαθητές του: «Αφενός ο θερισμός είναι πολύς, αφετέρου οι εργάτες λίγοι.  38 Δεηθείτε, λοιπόν, στον Κύριο του θερισμού, για να βγάλει εργάτες στο θερισμό του».

Οι δώδεκα απόστολοι

1 Και αφού προσκάλεσε τους δώδεκα μαθητές του, τους έδωσε εξουσία στα ακάθαρτα πνεύματα, ώστε να τα βγάζουν, και να θεραπεύουν κάθε νόσο και κάθε αδυναμία.  2 Τα ονόματα, λοιπόν, των δώδεκα αποστόλων είναι αυτά: πρώτος ο Σίμωνας, ο λεγόμενος Πέτρος, και ο Ανδρέας ο αδελφός του, και ο Ιάκωβος ο γιος του Ζεβεδαίου και ο Ιωάννης ο αδελφός του,  3 ο Φίλιππος και ο Βαρθολομαίος, ο Θωμάς και ο Ματθαίος ο τελώνης, ο Ιάκωβος ο γιος του Αλφαίου και ο Θαδδαίος, 4 ο Σίμωνας ο Καναναίος και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο οποίος και τον παράδωσε.

Οδηγίες για την αποστολή

5 Τούτους τους δώδεκα απέστειλε ο Ιησούς και τους παράγγειλε λέγοντας: «Σε οδό εθνών μην πηγαίνετε και σε πόλη Σαμαρειτών μην εισέλθετε.  6 Αλλά πορεύεστε μάλλον προς τα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ.  7 Και καθώς πορεύεστε, να κηρύττετε λέγοντας: “Έχει πλησιάσει η βασιλεία των ουρανών”.  8 Ασθενείς θεραπεύετε, νεκρούς εγείρετε, λεπρούς καθαρίζετε, δαιμόνια βγάζετε. δωρεάν λάβατε, δωρεάν δώστε.  9 Μην κατέχετε χρυσά νομίσματα μήτε αργυρά μήτε χάλκινα στις ζώνες σας.  10 μην έχετε σακίδιο στο δρόμο μήτε δυο πουκάμισα μήτε υποδήματα μήτε ραβδί. Γιατί ο εργάτης είναι άξιος της τροφής του.  11 Σ’ όποια λοιπόν πόλη ή χωριό εισέλθετε, εξετάστε ποιος μέσα σ’ αυτήν είναι άξιος. κι εκεί μείνετε, ωσότου εξέλθετε για να φύγετε.  12 Και όταν εισέρχεστε σ’ εκείνη την οικία, χαιρετήστε την.  13 Και αφενός, αν είναι άξια η οικία, ας έρθει η ειρήνη σας σ’ αυτήν. αφετέρου, αν δεν είναι άξια, η ειρήνη σας προς εσάς ας επιστρέψει.  14 Και σε όποιον δε σας δεχτεί μήτε ακούσει τα λόγια σας, όταν βγαίνετε έξω από την οικία ή την πόλη εκείνη, τινάξτε του μακρυά τη σκόνη των ποδιών σας.  15 Αλήθεια σας λέω, περισσότερη ανεκτικότητα θα υπάρχει για τη χώρα των Σοδόμων και των Γομόρρων κατά την ημέρα της κρίσης παρά για την πόλη εκείνη».

Οι επερχόμενοι διωγμοί

16 «Ιδού, εγώ σας αποστέλλω σαν πρόβατα στο μέσο λύκων. Να γίνεστε λοιπόν φρόνιμοι σαν τα φίδια και άκακοι σαν τα περιστέρια.  17 Προσέχετε μάλιστα από τους ανθρώπους. γιατί θα σας παραδώσουν σε συνέδρια, και θα σας μαστιγώσουν στις συναγωγές τους.  18 Αλλά και μπροστά σε ηγεμόνες και σε βασιλιάδες θα οδηγηθείτε εξαιτίας μου, για να δώσετε μαρτυρία σ’ αυτούς και στα έθνη.  19 Όταν λοιπόν σας παραδώσουν, μη μεριμνήσετε πώς ή τι θα μιλήσετε. Γιατί θα σας δοθεί εκείνη την ώρα τι να μιλήσετε.  20 Γιατί δεν είστε εσείς που θα μιλάτε, αλλά το Πνεύμα του Πατέρα σας, που θα μιλάει μέσα από εσάς.  21 Θα παραδώσει, λοιπόν, ο αδελφός τον αδελφό σε θάνατο και ο πατέρας το παιδί, και θα επαναστατήσουν παιδιά ενάντια σε γονείς και θα τους θανατώσουν. 22 Και θα είστε μισούμενοι από όλους για το όνομά μου. Αλλά όποιος υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί.  23 Και όταν σας καταδιώκουν στη μια πόλη, φεύγετε στην άλλη. Γιατί αλήθεια σας λέω, δε θα τελειώσετε τις πόλεις του Ισραήλ, ωσότου έρθει ο Υιός του ανθρώπου.  24 Δεν υπάρχει μαθητής πάνω από το δάσκαλό του ούτε δούλος πάνω από τον κύριό του.  25 Αρκετό είναι στο μαθητή να γίνει όπως ο δάσκαλός του και ο δούλος όπως ο κύριός του. Αν τον οικοδεσπότη αποκάλεσαν Βεελζεβούλ, πόσο μάλλον τους οικιακούς του!»

«Ποιον να φοβάστε»

26 «Μη λοιπόν τους φοβηθείτε. γιατί τίποτα δεν υπάρχει καλυμμένο που δε θα αποκαλυφτεί και κρυφό που δε θα γνωριστεί.  27 Ό,τι σας λέω στο σκοτάδι πέστε το στο φως. και ό,τι ακούτε στο αυτί κηρύξτε το από τα δώματα επάνω.  28 Και μη φοβάστε από εκείνους που σκοτώνουν το σώμα, ενώ την ψυχή δε δύνανται να σκοτώσουν. Αλλά να φοβάστε μάλλον εκείνον που δύναται και ψυχή και σώμα να καταστρέψει μέσα στη γέεννα.  29 Δυο σπουργίτια δεν πουλιούνται για μια δραχμή; Και όμως ένα από αυτά δε θα πέσει στη γη χωρίς τη θέληση του Πατέρα σας.  30 Σ’ εσάς, όμως, και οι τρίχες της κεφαλής σας όλες είναι αριθμημένες.  31 Μη λοιπόν φοβάστε. από πολλά σπουργίτια διαφέρετε εσείς».

Να ομολογούμε το Χριστό στους ανθρώπους

32 «Καθέναν, λοιπόν, που θα με ομολογήσει ζώντας μέσα σ’ εμένα μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω κι εγώ ζώντας μέσα σ’ αυτόν μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς. 33 Όποιον όμως με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα αρνηθώ κι εγώ αυτόν μπροστά στον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς».

Όχι ειρήνη, αλλά μάχαιρα

34 «Μη νομίσετε ότι ήρθα να βάλω ειρήνη πάνω στη γη. Δεν ήρθα να βάλω ειρήνη αλλά μάχαιρα. 35 Γιατί ήρθα να διχάσω άνθρωπο κατά του πατέρα του και θυγατέρα κατά της μητέρας της και νύφη κατά της πεθεράς της.  36 Και εχθροί του ανθρώπου θα είναι οι οικιακοί του.  37 Όποιος αγαπάει πατέρα ή μητέρα περισσότερο από εμένα δεν μου είναι άξιος, και όποιος αγαπάει γιο ή θυγατέρα περισσότερο από εμένα δεν μου είναι άξιος.  38 Και όποιος δε λαβαίνει το σταυρό του και δεν ακολουθεί πίσω μου δεν μου είναι άξιος.  39 Όποιος βρει τη ζωή του θα τη χάσει, και όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου θα τη βρει».

Ο μισθός

40 «Όποιος δέχεται εσάς δέχεται εμένα. και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται αυτόν που με απέστειλε. 41 Όποιος δέχεται προφήτη, γιατί είναι προφήτης, θα λάβει μισθό προφήτη. και όποιος δέχεται δίκαιο, γιατί είναι δίκαιος, θα λάβει μισθό δικαίου.  42 Και όποιος δώσει να πιει σε έναν από τους μικρούς αυτούς ένα ποτήρι κρύο νερό μόνο γιατί είναι μαθητής μου, αλήθεια σας λέω, δε θα χάσει το μισθό του».

1 Και όταν τελείωσε ο Ιησούς να διατάζει τους δώδεκα μαθητές του, συνέβηκε να φύγει από εκεί και πήγε για να διδάσκει και να κηρύττει στις πόλεις τους.

Οι απεσταλμένοι του Ιωάννη του Βαπτιστή

2 Και ο Ιωάννης, όταν άκουσε στη φυλακή τα έργα του Χριστού, έστειλε μήνυμα με τους μαθητές του  3 και του είπε: «Εσύ είσαι ο ερχόμενος ή άλλον να προσδοκούμε;»  4 Τότε αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Πηγαίνετε και αναγγείλετε στον Ιωάννη αυτά που ακούτε και βλέπετε:  5 τυφλοί αποκτούν το φως τους και χωλοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούν, και νεκροί εγείρονται και φτωχοί ευαγγελίζονται.  6 Και μακάριος είναι αυτός που δε θα σκανδαλιστεί σ’ εμένα».  7 Και ενώ αυτοί πήγαιναν, άρχισε ο Ιησούς να λέει στα πλήθη για τον Ιωάννη: «Τι εξήλθατε στην έρημο να δείτε με θαυμασμό; Καλάμι που σαλεύεται από άνεμο;  8 Όχι, βέβαια. Αλλά τι εξήλθατε να δείτε; Άνθρωπο με μαλακά ρούχα ντυμένο; Ιδού, αυτοί που φορούν τα μαλακά είναι στους οίκους των βασιλιάδων.  9 Αλλά τι εξήλθατε να δείτε; Προφήτη; Ναι, σας λέω, και περισσότερο από προφήτη.  10 Αυτός είναι για τον οποίο έχει γραφτεί: Ιδού, εγώ αποστέλλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από το πρόσωπό σου, ο οποίος θα παρασκευάσει την οδό σου μπροστά σου.  11 Αλήθεια σας λέω: δεν έχει εγερθεί μεταξύ των γεννημένων από γυναίκες μεγαλύτερος από τον Ιωάννη το Βαπτιστή. Αλλά ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών είναι μεγαλύτερος από αυτόν.  12 Και από τις ημέρες του Ιωάννη του Βαπτιστή ως τώρα η βασιλεία των ουρανών παραβιάζεται και βίαιοι την αρπάζουν.  13 Γιατί όλοι οι προφήτες και ο νόμος ως τον Ιωάννη προφήτεψαν.  14 Και αν θέλετε, δεχτείτε το: αυτός είναι ο Ηλίας που μέλλει να έρχεται.  15 Όποιος έχει αυτιά ας ακούει.  16 Με τι λοιπόν να παρομοιάσω τη γενιά αυτή; Είναι όμοια με παιδιά που κάθονται στις αγορές, τα οποία παίζοντας φωνάζουν στα άλλα  17 και λένε: “Σας παίξαμε αυλό και δε χορέψατε, θρηνήσαμε και δε χτυπήσατε τα στήθη σας”.  18 Γιατί ήρθε ο Ιωάννης που μήτε τρώει μήτε πίνει, και λένε: “Δαιμόνιο έχει”.  19 Ήρθε ο Υιός του ανθρώπου που τρώει και πίνει, και λένε: “Ιδού άνθρωπος φαγάς και οινοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών”. Και δικαιώθηκε η σοφία από τα έργα της».

Αλίμονο στις αμετανόητες πόλεις

20 Τότε άρχισε να επιτιμά τις πόλεις στις οποίες έγιναν οι περισσότερες θαυματουργικές δυνάμεις του, γιατί δε μετανόησαν:  21 «Αλίμονο σ’ εσένα Χοραζίν. αλίμονο σ’ εσένα Βηθσαϊδά. Γιατί αν μέσα στην Τύρο και στη Σιδώνα γίνονταν οι θαυματουργικές δυνάμεις που έγιναν σ’ εσάς, από καιρό θα είχαν μετανοήσει με σάκο και στάχτη.  22 Όμως σας λέω: για την Τύρο και για τη Σιδώνα θα υπάρχει περισσότερη ανεκτικότητα κατά την ημέρα της κρίσης παρά για σας.  23 Κι εσύ Καπερναούμ, μήπως ως τον ουρανό θα υψωθείς; Ως τον άδη θα κατεβείς! Γιατί αν στα Σόδομα γίνονταν οι θαυματουργικές δυνάμεις που έγιναν σ’ εσένα, θα έμεναν μέχρι σήμερα.  24 Όμως σας λέω ότι για τη χώρα των Σοδόμων περισσότερη ανεκτικότητα θα υπάρχει κατά την ημέρα της κρίσης παρά για σένα».

«Ελάτε προς εμένα να βρείτε ανάπαυση»

25 Κατ’ εκείνον τον καιρό έλαβε το λόγο ο Ιησούς και είπε: «Ομολογώ τη δόξα σου, Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, γιατί έκρυψες αυτά από σοφούς και συνετούς και τα αποκάλυψες σε νήπια.  26 Ναι, Πατέρα, γιατί έτσι ευαρεστήθηκες.  27 Όλα μου παραδόθηκαν από τον Πατέρα μου, και κανείς δε γνωρίζει καλά τον Υιό παρά μόνο ο Πατέρας, ούτε τον Πατέρα γνωρίζει κανείς καλά παρά μόνο ο Υιός και αυτός στον οποίο θέλει ο Υιός να τον αποκαλύψει.  28 Ελάτε προς εμένα όλοι όσοι κουράζεστε και είστε φορτωμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω.  29 Σηκώστε το ζυγό μου πάνω σας και μάθετε από εμένα, γιατί είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας.  30 Γιατί ο ζυγός μου είναι ευεργετικός και το φορτίο μου ελαφρό».

Η τήρηση του Σαββάτου

1 Κατ’ εκείνον τον καιρό πορεύτηκε ο Ιησούς το Σάββατο μέσα από τα σπαρτά. Οι μαθητές του, λοιπόν, πείνασαν και άρχισαν να μαδούν στάχυα και να τα τρώνε.  2 Αλλά οι Φαρισαίοι, όταν τους είδαν, του είπαν: «Ιδού, οι μαθητές σου κάνουν αυτό που δεν επιτρέπεται να κάνουν το Σάββατο». 3 Εκείνος τους είπε: «Δε διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε αυτός και όσοι ήταν μαζί του; 4 Πώς εισήλθε στον οίκο του Θεού και τους άρτους της προθέσεως έφαγαν, που δεν επιτρεπόταν σ’ αυτόν να φάει ούτε σ’ όσους ήταν μαζί του παρά μόνο στους ιερείς;  5 Ή δε διαβάσατε μέσα στο νόμο ότι τα Σάββατα οι ιερείς μέσα στο ναό βεβηλώνουν το Σάββατο και είναι αθώοι;  6 Σας λέω, λοιπόν, ότι κάτι μεγαλύτερο από το ναό είναι εδώ.  7 Και αν είχατε γνωρίσει τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία, δε θα καταδικάζατε τους αθώους.  8 Γιατί ο Υιός του ανθρώπου είναι Κύριος του Σαββάτου».

Ο άνθρωπος με το ξερό χέρι

9 Και αφού έφυγε από εκεί, ήρθε στη συναγωγή τους.  10 Και ιδού ένας άνθρωπος που είχε ξερό χέρι. Τότε τον επερώτησαν λέγοντας: «Άραγε επιτρέπεται να θεραπεύσει κανείς τα Σάββατα;» – για να τον κατηγορήσουν.  11 Εκείνος είπε σ’ αυτούς: «Ποιος άνθρωπος είναι από εσάς που θα έχει ένα πρόβατο και, αν αυτό πέσει το Σάββατο μέσα σε βόθρο, δε θα το κρατήσει και δε θα το σηκώσει; 12 Πόσο λοιπόν διαφέρει ο άνθρωπος από το πρόβατο! Ώστε επιτρέπεται το Σάββατο να κάνει κανείς καλό».  13 Τότε λέει στον άνθρωπο: «Έκτεινε το χέρι σου». Και το εξέτεινε και αποκαταστάθηκε υγιές όπως το άλλο.  14 Και όταν εξήλθαν οι Φαρισαίοι, έκαναν συμβούλιο αποφασίζοντας εναντίον του, για να τον σκοτώσουν.

Ο εκλεκτός δούλος

15 Ο Ιησούς, λοιπόν, επειδή το γνώρισε, αναχώρησε από εκεί. Και τον ακολούθησαν πλήθη πολλά, και τους θεράπευσε όλους,  16 αλλά τους επιτίμησε να μην τον κάνουν φανερό,  17 για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε μέσω του Ησαΐα του προφήτη, όταν έλεγε:  18 Ιδού ο δούλος μου που διάλεξα, ο αγαπητός μου στον οποίο ευαρεστήθηκε η ψυχή μου. Θα θέσω το Πνεύμα μου πάνω του και δίκαιη κρίση στα έθνη θ’ αναγγείλει.  19 Δε θα φιλονικήσει ούτε θα κραυγάσει, ούτε θ’ ακούσει κανείς στους πλατιούς δρόμους τη φωνή του.  20 Καλάμι συντριμμένο δε θα σπάσει και φιτίλι που καπνίζει δε θα σβήσει, ωσότου κάνει τη δίκαιη κρίση να νικήσει.  21 Και στο όνομά του έθνη θα ελπίζουν.

Ο Ιησούς και ο Βεελζεβούλ

22 Τότε έφεραν προς αυτόν ένα δαιμονισμένο τυφλό και κωφάλαλο. Και τον θεράπευσε, ώστε ο κωφάλαλος να μιλάει και να βλέπει.  23 Και έμεναν εκστατικά όλα τα πλήθη και έλεγαν: «Μήπως αυτός είναι ο γιος του Δαβίδ;»  24 Αλλά οι Φαρισαίοι, όταν το άκουσαν, είπαν: «Αυτός δε βγάζει τα δαιμόνια παρά μόνο μέσω του Βεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμονίων».  25 Και ο Ιησούς, επειδή ήξερε τις σκέψεις τους, τους είπε: «Κάθε βασιλεία, όταν χωριστεί κατά του εαυτού της, ερημώνεται. και κάθε πόλη ή οικία, όταν χωριστεί κατά του εαυτού της, δε θα σταθεί.  26 Και αν ο Σατανάς βγάζει το Σατανά, χωρίστηκε κατά του εαυτού του. Πώς λοιπόν θα σταθεί η βασιλεία του;  27 Και αν εγώ μέσω του Βεελζεβούλ βγάζω τα δαιμόνια, οι πνευματικοί γιοι σας μέσω ποιανού τα βγάζουν; Γι’ αυτό, αυτοί θα είναι κριτές σας.  28 Αν όμως με Πνεύμα Θεού εγώ βγάζω τα δαιμόνια, άρα έφτασε σ’ εσάς η βασιλεία του Θεού.  29 Ή πώς δύναται κάποιος να εισέλθει στην οικία του ισχυρού και να αρπάξει τα σκεύη του, αν δε δέσει πρώτα τον ισχυρό; Και τότε την οικία του θα λεηλατήσει. 30 Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, και όποιος δε συνάζει μαζί μου σκορπίζει.  31 Γι’ αυτό σας λέω, κάθε αμαρτία και βλαστήμια θα αφεθεί στους ανθρώπους, αλλά η βλαστήμια στο Πνεύμα δε θα αφεθεί.  32 Και σ’ όποιον πει λόγια κατά του Υιού του ανθρώπου θα του αφεθεί. Σ’ όποιον όμως πει κατά του Πνεύματος του Αγίου, δεν θα του αφεθεί ούτε σε τούτον τον αιώνα ούτε στο μελλοντικό».

Το δέντρο και οι καρποί του

33 «Ή κάμετε το δέντρο καλό και τον καρπό του καλό, ή κάμετε το δέντρο σάπιο και τον καρπό του σάπιο. Γιατί το δέντρο γνωρίζεται από τον καρπό.  34 Γεννήματα εχιδνών, πώς δύναστε να μιλάτε καλά, ενώ είστε κακοί; Γιατί το στόμα μιλά από το περίσσευμα της καρδιάς.  35 Ο αγαθός άνθρωπος βγάζει αγαθά από τον αγαθό θησαυρό του, και ο κακός άνθρωπος βγάζει κακά από τον κακό θησαυρό του.  36 Σας λέω, λοιπόν, ότι για κάθε αστήρικτο λόγο κρίσης που θα μιλήσουν οι άνθρωποι θα αποδώσουν λόγο γι’ αυτόν κατά την ημέρα της κρίσης.  37 Γιατί από τα λόγια σου θα δικαιωθείς και από τα λόγια σου θα καταδικαστείς».

Ζητούν σημείο

38 Τότε έλαβαν το λόγο μερικοί από τους γραμματείς και από τους Φαρισαίους, λέγοντας: «Δάσκαλε, θέλουμε κάποιο σημείο να δούμε από εσένα».  39 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Μια γενιά κακή και μοιχαλίδα επιζητά σημείο, αλλά σημείο δε θα της δοθεί παρά μόνο το σημείο του Ιωνά του προφήτη.  40 Γιατί όπως ακριβώς ήταν ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, έτσι θα είναι ο Υιός του ανθρώπου μέσα στην καρδιά της γης τρεις ημέρες και τρεις νύχτες. 41 Άντρες Νινευίτες θα αναστηθούν κατά την κρίση μαζί με αυτήν τη γενιά και θα την κατακρίνουν, γιατί μετανόησαν στο κήρυγμα του Ιωνά, και ιδού, περισσότερο του Ιωνά είναι εδώ.  42 Η βασίλισσα του νότου θα εγερθεί κατά την κρίση μαζί με αυτήν τη γενιά και θα την κατακρίνει, γιατί ήρθε από τα πέρατα της γης, για να ακούσει τη σοφία του Σολομώντα, και ιδού, περισσότερο του Σολομώντα είναι εδώ».

Η επιστροφή του ακάθαρτου πνεύματος

43 «Όταν λοιπόν το ακάθαρτο πνεύμα εξέλθει από τον άνθρωπο, περνά μέσα από άνυδρους τόπους ζητώντας ανάπαυση, αλλά δε βρίσκει.  44 Τότε λέει: “θα επιστρέψω Στον οίκο μου απ’ όπου εξήλθα”. Και όταν έρθει, τον βρίσκει αδειανό, σκουπισμένο και κοσμημένο.  45 Τότε πορεύεται και παραλαβαίνει μαζί του εφτά άλλα πνεύματα χειρότερα από τον εαυτό του και, αφού εισέλθουν, κατοικούν εκεί. Και γίνεται η τελευταία κατάσταση του ανθρώπου εκείνου χειρότερη από την πρώτη. Έτσι θα συμβεί και στη γενιά αυτήν την κακή».

Η μητέρα και οι αδελφοί του Ιησού

46 Ενώ ακόμη αυτός μιλούσε στα πλήθη, ιδού, η μητέρα και οι αδελφοί του είχαν σταθεί έξω, ζητώντας να του μιλήσουν.  47 Είπε τότε κάποιος σ’ αυτόν: «Ιδού, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου έξω έχουν σταθεί ζητώντας να σου μιλήσουν».  48 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε σ’ αυτόν που του το έλεγε: «Ποια είναι η μητέρα μου και ποιοι είναι οι αδελφοί μου;»  49 Και αφού εξέτεινε το χέρι του πάνω στους μαθητές του, είπε: «Ιδού η μητέρα μου και οι αδελφοί μου.  50 Γιατί όποιος κι αν κάνει το θέλημα του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς, αυτός μου είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα».

Η παραβολή του σπορέα

1 Εκείνη την ημέρα εξήλθε ο Ιησούς από την οικία και καθόταν δίπλα στη λίμνη.  2 Τότε συνάχτηκαν κοντά του πλήθη πολλά, ώστε αυτός αναγκάστηκε να μπει σε πλοίο και να καθίσει, και όλο το πλήθος είχε σταθεί στο γιαλό.  3 Και τους μίλησε πολλά με παραβολές, λέγοντας: «Ιδού, εξήλθε ο σπορέας για να σπείρει.  4 Και ενώ έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν δίπλα στην οδό και, αφού ήρθαν τα πετεινά, τους κατάφαγαν.  5 Άλλοι όμως έπεσαν πάνω στα πετρώδη εδάφη όπου δεν είχε γη πολλή, και αμέσως φύτρωσαν επειδή δεν είχε βάθος η γη.  6 Και όταν ο ήλιος ανάτειλε κάηκαν και, επειδή δεν είχαν ρίζα, ξεράθηκαν.  7 Και άλλοι έπεσαν στα αγκάθια, και μεγάλωσαν τα αγκάθια και τους έπνιξαν.  8 Άλλοι όμως έπεσαν στη γη την καλή και έδιναν καρπό, ο ένας εκατό, ο άλλος εξήντα και ο άλλος τριάντα.  9 Όποιος έχει αυτιά ας ακούει».

Ο σκοπός των παραβολών

10 Και τότε πλησίασαν οι μαθητές και του είπαν: «Γιατί τους μιλάς με παραβολές;»  11 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Γιατί σ’ εσάς έχει δοθεί να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, αλλά σ’ εκείνους δεν έχει δοθεί.  12 Γιατί σ’ όποιον έχει θα του δοθεί και θα του περισσέψει. σ’ όποιον όμως δεν έχει, και αυτό που έχει θα αφαιρεθεί από αυτόν.  13 Γι’ αυτό με παραβολές τους μιλάω, γιατί ενώ βλέπουν, δε βλέπουν, και ενώ ακούν, δεν ακούν ούτε καταλαβαίνουν.  14 Και έτσι εκπληρώνεται σ’ αυτούς η προφητεία του Ησαΐα που λέει: Με την ακοή θ’ ακούτε αλλά δε θα καταλάβετε, και βλέποντας θα βλέπετε αλλά δε θα δείτε.  15 Γιατί πάχυνε η καρδιά του λαού τούτου και με τ’ αυτιά τους βαριάκουσαν και τους οφθαλμούς τους έκλεισαν, μην τυχόν δουν με τους οφθαλμούς καί με τ’ αυτιά ακούσουν, και με την καρδιά καταλάβουν και επιστρέψουν και τους γιατρέψω.  16 Όμως οι δικοί σας οφθαλμοί είναι μακάριοι γιατί βλέπουν και τα αυτιά σας γιατί ακούνε.  17 Γιατί αλήθεια σας λέω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι επιθύμησαν να δουν αυτά που βλέπετε, αλλά δεν τα είδαν. και να ακούσουν αυτά που ακούτε, αλλά δεν τα άκουσαν».

Η εξήγηση της παραβολής του σπορέα

18 «Εσείς λοιπόν ακούστε την παραβολή εκείνου που έσπειρε:  19 Σε καθέναν που ακούει το λόγο της βασιλείας και δεν καταλαβαίνει έρχεται ο Πονηρός και αρπάζει το σπαρμένο μέσα στην καρδιά του: αυτός είναι που σπάρθηκε δίπλα στην οδό.  20 Εκείνος που σπάρθηκε στα πετρώδη εδάφη, αυτός είναι που ακούει το λόγο και ευθύς τον λαβαίνει με χαρά.  21 Δεν έχει όμως ρίζα μέσα του αλλά είναι πρόσκαιρος και, όταν γίνει θλίψη ή διωγμός εξαιτίας του λόγου, ευθύς σκανδαλίζεται.  22 Εκείνος που σπάρθηκε στα αγκάθια, είναι αυτός που ακούει το λόγο, αλλά η μέριμνα του αιώνα και η απάτη του πλούτου συμπνίγουν το λόγο και γίνεται άκαρπος.  23 Εκείνος που σπάρθηκε στην καλή γη, είναι αυτός που ακούει το λόγο και τον καταλαβαίνει, ο οποίος πράγματι καρποφορεί και κάνει ο ένας εκατό, ο άλλος εξήντα και ο άλλος τριάντα».

Η παραβολή των ζιζανίων

24 Άλλη παραβολή τους παρέθεσε λέγοντας: «Η βασιλεία των ουρανών ομοιώθηκε με άνθρωπο που έσπειρε καλό σπόρο στον αγρό του.  25 Ενώ όμως οι άνθρωποι κοιμούνταν, ήρθε ο εχθρός του και έσπειρε από πάνω ζιζάνια ανάμεσα στο σιτάρι και έφυγε.  26 Όταν λοιπόν βλάστησαν τα φυτά και έκαναν καρπό, τότε φάνηκαν και τα ζιζάνια.  27 Πλησίασαν τότε οι δούλοι του οικοδεσπότη και του είπαν: “Κύριε, δεν έσπειρες καλό σπόρο στον αγρό σου; Από πού λοιπόν έχει ζιζάνια”;  28 Εκείνος τους είπε: “Κάποιος άνθρωπος εχθρός το έκανε αυτό”. Και οι δούλοι τού λένε: “Θέλεις λοιπόν να πάμε και να τα μαζέψουμε”;  29 Εκείνος τους λέει: “Όχι, μην τυχόν μαζεύοντας τα ζιζάνια ξεριζώσετε συγχρόνως μαζί με αυτά και το σιτάρι.  30 Αφήστε να αυξάνουν μαζί και τα δύο ως το θερισμό, και κατά τον καιρό του θερισμού θα πω στους θεριστές: ‘Μαζέψτε πρώτα τα ζιζάνια και δέστε τα σε δέσμες, για να τα κατακάψετε, αλλά το σιτάρι να το συνάξετε στη αποθήκη μου’ ”».

Oι παραβολές του κόκκου του σιναπιού και του προζυμιού

31 Άλλη παραβολή τους παρέθεσε, λέγοντας: «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με κόκκο σιναπιού, που έλαβε ένας άνθρωπος και τον έσπειρε στον αγρό του.  32 Ο οποίος, βέβαια, είναι μικρότερος από όλους τους σπόρους, όταν όμως αυξηθεί, είναι το μεγαλύτερο από τα λάχανα και γίνεται δέντρο, ώστε έρχονται τα πετεινά του ουρανού και φωλιάζουν στα κλαδιά του».  33 Τους είπε και άλλη παραβολή: «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με προζύμι, που έλαβε μια γυναίκα και το έκρυψε μέσα σε είκοσι πέντε κιλά αλεύρι, ωσότου ζυμώθηκε όλο».

Η χρήση των παραβολών

34 Όλα αυτά τα μίλησε ο Ιησούς με παραβολές στα πλήθη και χωρίς παραβολή δεν τους μιλούσε τίποτα.  35 Για να εκπληρωθεί αυτό που ειπώθηκε μέσω του προφήτη, όταν έλεγε: Θα ανοίξω με παραβολές το στόμα μου, θα μιλήσω δυνατά για πράγματα κρυμμένα από τη δημιουργία του κόσμου.

Η εξήγηση της παραβολής των ζιζανίων

36 Τότε άφησε τα πλήθη και ήρθε στην οικία. Και τον πλησίασαν οι μαθητές του λέγοντας: «Διασαφήνισέ μας την παραβολή των ζιζανίων του αγρού».  37 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Αυτός που σπέρνει τον καλό σπόρο είναι ο Υιός του ανθρώπου,  38 και ο αγρός είναι ο κόσμος, και ο καλός σπόρος, αυτοί είναι οι γιοι της βασιλείας. Ενώ τα ζιζάνια είναι οι γιοι του Πονηρού,  39 και ο εχθρός που τα έσπειρε είναι ο Διάβολος, και ο θερισμός είναι η συντέλεια του αιώνα και οι θεριστές είναι άγγελοι.  40 Όπως ακριβώς, λοιπόν, μαζεύονται τα ζιζάνια και κατακαίγονται σε φωτιά, έτσι θα είναι κατά τη συντέλεια του αιώνα.  41 Θα αποστείλει ο Υιός του ανθρώπου τους αγγέλους του, και θα μαζέψουν από τη βασιλεία του όλα τα σκάνδαλα και όσους πράττουν την ανομία  42 και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών.  43 Τότε οι δίκαιοι θα ακτινοβολήσουν σαν τον ήλιο μέσα στη βασιλεία του Πατέρα τους. Όποιος έχει αυτιά ας ακούει».

Ο θησαυρός, το μαργαριτάρι και το δίχτυ

44 «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με θησαυρό κρυμμένο μέσα στον αγρό, που τον βρήκε ένας άνθρωπος και τον έκρυψε, και από τη χαρά του πηγαίνει και πουλά όλα όσα έχει και αγοράζει εκείνο τον αγρό.  45 Πάλι, η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια μ’ έναν άνθρωπο έμπορο που ζητά καλά μαργαριτάρια.  46 Και όταν βρήκε ένα πολύτιμο μαργαριτάρι, έφυγε και πούλησε όλα όσα είχε και το αγόρασε.  47 Πάλι, η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με δίχτυ που ρίχτηκε στη θάλασσα και σύναξε ψάρια από κάθε γένος.  48 Το οποίο, όταν γέμισε, το ανέβασαν στο γιαλό και, αφού κάθισαν, μάζεψαν τα καλά σε αγγεία, ενώ τα άχρηστα τα έριξαν έξω.  49 Έτσι θα γίνει κατά τη συντέλεια του αιώνα: θα εξέλθουν οι άγγελοι και θα ξεχωρίσουν τους κακούς μέσα από τους δίκαιους  50 και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών».

Παλιοί και νέοι θησαυροί

51 «Έχετε καταλάβει όλα αυτά;» Του λένε: «Ναι».  52 Εκείνος τους είπε: «Γι’ αυτό κάθε γραμματέας που μαθήτεψε στη βασιλεία των ουρανών είναι όμοιος με άνθρωπο οικοδεσπότη, ο οποίος βγάζει από το θησαυρό του καινούργια και παλιά».

Η απόρριψη του Ιησού στη Ναζαρέτ

53 Και συνέβηκε, όταν τέλειωσε ο Ιησούς αυτές τις παραβολές, να αναχωρήσει από εκεί.  54 Και αφού ήρθε στην πατρίδα του, τους δίδασκε στη συναγωγή τους, ώστε αυτοί εκπλήσσονταν και έλεγαν: «Από πού έρχονται σε τούτον αυτή η σοφία και οι θαυματουργικές δυνάμεις;  55 Δεν είναι αυτός ο γιος του ξυλουργού; Δε λέγεται η μητέρα του Μαριάμ και οι αδελφοί του Ιάκωβος και Ιωσήφ και Σίμωνας και Ιούδας;  56 Και οι αδελφές του δεν είναι όλες κοντά μας; Από πού λοιπόν ήρθαν σε τούτον όλα αυτά;»  57 Και σκανδαλίζονταν με αυτόν. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Δεν υπάρχει προφήτης ατίμητος παρά μόνο στην πατρίδα του και στην οικία του».  58 Και δεν έκανε εκεί πολλές θαυματουργικές δυνάμεις εξαιτίας της απιστίας τους.

Ο θάνατος του Ιωάννη του Βαπτιστή

1 Εκείνον τον καιρό άκουσε ο Ηρώδης ο τετράρχης τη φήμη του Ιησού  2 και είπε στους δούλους του: «Αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής. Αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς, και γι’ αυτό οι θαυματουργικές δυνάμεις ενεργούν μέσω αυτού».  3 Γιατί ο Ηρώδης, αφού συνέλαβε τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε μέσα στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του Φιλίππου του αδελφού του.  4 Γιατί ο Ιωάννης του έλεγε: «Δεν σου επιτρέπεται να την έχεις».  5 Και ενώ ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε το πλήθος, επειδή τον θεωρούσαν προφήτη.  6 Όταν λοιπόν έγιναν τα γενέθλια του Ηρώδη, χόρεψε η θυγατέρα της Ηρωδιάδας στο μέσο και άρεσε στον Ηρώδη.  7 Γι’ αυτό της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι κι αν ζητήσει.  8 Εκείνη, αφού καθοδηγήθηκε από τη μητέρα της, είπε: «Δώσε μου εδώ, πάνω σε ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».  9 Και παρόλο που λυπήθηκε ο βασιλιάς, όμως εξαιτίας των όρκων και γι’ αυτούς που κάθονταν μαζί στο τραπέζι, διέταξε να της δοθεί.  10 Και έστειλε και αποκεφάλισε τον Ιωάννη μέσα στη φυλακή.  11 Και έφεραν το κεφάλι του πάνω σε ένα πιάτο και δόθηκε στο κορίτσι, και το έφερε στη μητέρα της. 12 Και αφού πλησίασαν οι μαθητές του, σήκωσαν το πτώμα και το έθαψαν, και μετά ήρθαν και το ανάγγειλαν στον Ιησού.

Ο χορτασμός των πέντε χιλιάδων

13 Όταν λοιπόν το άκουσε ο Ιησούς, αναχώρησε από εκεί με πλοίο σε έρημο τόπο ιδιαιτέρως. Και μόλις το άκουσαν τα πλήθη, τον ακολούθησαν πεζή από τις πόλεις.  14 Και όταν εξήλθε, είδε πολύ πλήθος και τους σπλαχνίστηκε και θεράπευσε τους αρρώστους τους.  15 Όταν λοιπόν βράδιασε, τον πλησίασαν οι μαθητές λέγοντας: « Ο τόπος είναι έρημος και η ώρα ήδη πέρασε. Απόλυσε τα πλήθη, για να πάνε στα χωριά και να αγοράσουν τρόφιμα για τους εαυτούς τους».  16 Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν έχουν ανάγκη να φύγουν. δώστε τους εσείς να φάνε».  17 Εκείνοι του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά μόνο πέντε άρτους και δύο ψάρια».  18 Αυτός είπε: «Φέρτε μου εδώ αυτά».  19 Και διέταξε τα πλήθη να καθίσουν πάνω στο χορτάρι, έλαβε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, σήκωσε πάνω το βλέμμα στον ουρανό και ευλόγησε το Θεό και, αφού τα έκοψε με τα χέρια, έδωσε στους μαθητές τούς άρτους και οι μαθητές στα πλήθη.  20 Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν, και σήκωσαν το περίσσευμα των κομματιών, δώδεκα κοφίνια γεμάτα.  21 Και αυτοί που έτρωγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς να μετρηθούν γυναίκες και παιδιά.

Ο Ιησούς περπατά στα νερά

22 Και αμέσως ανάγκασε τους μαθητές να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν από αυτόν στην όχθη αντίπερα, ωσότου να απολύσει τα πλήθη.  23 Και αφού απόλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο όρος ιδιαιτέρως για να προσευχηθεί. Και όταν βράδιασε, ήταν μόνος εκεί.  24 Και το πλοίο ήδη απείχε πολλά χιλιόμετρα από την ξηρά καί βασανιζόταν από κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος. 25 Κατά τα ξημερώματα, λοιπόν, ήρθε προς αυτούς περπατώντας πάνω στη λίμνη.  26 Και οι μαθητές, επειδή τον είδαν να περπατάει πάνω στη λίμνη, ταράχτηκαν λέγοντας ότι είναι φάντασμα, και έκραξαν από το φόβο.  27 Ευθύς όμως τους μίλησε ο Ιησούς λέγοντας: «Έχετε θάρρος, εγώ είμαι. μη φοβάστε».  28 Του αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και είπε: «Κύριε, αν είσαι εσύ, διάταξέ με να έρθω προς εσένα πάνω στα νερά».  29 Εκείνος είπε: «Έλα». Και αφού ο Πέτρος κατέβηκε από το πλοίο, περπάτησε πάνω στα νερά και ήρθε προς τον Ιησού.  30 Βλέποντας όμως τον άνεμο ισχυρό, φοβήθηκε και, επειδή άρχισε να καταποντίζεται, φώναξε λέγοντας: «Κύριε, σώσε με».  31 Αμέσως τότε ο Ιησούς, αφού έκτεινε το χέρι, τον έπιασε και του λέει: «Ολιγόπιστε, γιατί δίστασες;»  32 Και μόλις αυτοί ανέβηκαν στο πλοίο, κόπασε ο άνεμος.  33 Εκείνοι μέσα στο πλοίο τον προσκύνησαν λέγοντας: «Αληθινά είσαι Υιός Θεού».

Η θεραπεία των ασθενών στη Γεννησαρέτ

34 Και αφού διαπέρασαν τη λίμνη, ήρθαν στην ξηρά, στη Γεννησαρέτ.  35 Και μόλις τον αναγνώρισαν οι άνθρωποι του τόπου εκείνου, απέστειλαν μηνυτές σ’ όλα εκείνα τα περίχωρα, και έφεραν προς αυτόν όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση  36 και τον παρακαλούσαν μόνο να αγγίξουν το κράσπεδο του ρούχου του. Και όσοι άγγιξαν διασώθηκαν.

Η παράδοση των πρεσβυτέρων

1 Τότε πλησιάζουν στον Ιησού Φαρισαίοι και γραμματείς από τα Ιεροσόλυμα, λέγοντας:  2 «Γιατί οι μαθητές σου παραβαίνουν την παράδοση των πρεσβυτέρων; Επειδή δε νίβουν τα χέρια τους όταν τρώνε άρτο».  3 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Γιατί κι εσείς παραβαίνετε την εντολή του Θεού για τη δική σας παράδοση;  4 Γιατί ο Θεός είπε: Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και: Όποιος κακολογεί πατέρα ή μητέρα οπωσδήποτε να θανατώνεται.  5 Εσείς όμως λέτε: “Όποιος πει στον πατέρα του ή στη μητέρα του: Δίνω δώρο στο ναό ό,τι είχες να ωφεληθείς από εμένα,  6 μπορεί να μην τιμήσει τον πατέρα του”. Και έτσι ακυρώσατε το λόγο του Θεού για τη δική σας παράδοση. 7 Υποκριτές, καλά προφήτεψε για σας ο Ησαΐας όταν έλεγε:  8 Ο λαός αυτός με τα χείλη με τιμά, αλλά η καρδιά τους μακριά απέχει από μένα.  9 Και μάταια με σέβονται, διδάσκοντας διδασκαλίες, που είναι εντολές ανθρώπων».  10 Και αφού προσκάλεσε το πλήθος, τους είπε: «Ακούτε και να καταλαβαίνετε:  11 αυτό που εισέρχεται στο στόμα δεν κάνει ακάθαρτο τον άνθρωπο, αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα, τούτο κάνει ακάθαρτο τον άνθρωπο».  12 Τότε πλησίασαν οι μαθητές και του λένε: «Ξέρεις ότι οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν, όταν άκουσαν αυτόν το λόγο;»  13 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Κάθε φυτεία που δε φύτεψε ο Πατέρας μου ο ουράνιος θα ξεριζωθεί. 14 Αφήστε τους. είναι τυφλοί, οδηγοί τυφλών. Και αν τυφλός οδηγεί τυφλό, και οι δύο θα πέσουν σε λάκκο».  15 Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Εξήγησέ μας αυτήν την παραβολή».  16 Εκείνος είπε: «Ακόμα τώρα κι εσείς είστε ασύνετοι;  17 Δε νοείτε ότι καθετί που μπαίνει στο στόμα προχωρεί στην κοιλιά και ρίχνεται έξω στο αποχωρητήριο;  18 Αλλά εκείνα που βγαίνουν από το στόμα εξέρχονται από την καρδιά, και εκείνα κάνουν ακάθαρτο τον άνθρωπο.  19 Γιατί από την καρδιά εξέρχονται διαλογισμοί κακοί, φόνοι, μοιχείες, πορνείες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλαστήμιες. 20 Αυτά είναι που κάνουν ακάθαρτο τον άνθρωπο, αλλά το να φάει κανείς με άνιφτα χέρια δεν κάνει ακάθαρτο τον άνθρωπο».

Η πίστη της Χαναναίας

21 Και αφού ο Ιησούς εξήλθε από εκεί, αναχώρησε για τα μέρη της Τύρου και της Σιδώνας.  22 Και ιδού, μια γυναίκα Χαναναία από τα όρια εκείνα εξήλθε και έκραζε λέγοντας: «Ελέησέ με, Κύριε, γιε του Δαβίδ. Η θυγατέρα μου υποφέρει βαριά από δαιμόνιο».  23 Εκείνος δεν της αποκρίθηκε λέξη. Τότε πλησίασαν οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Διώξε την, γιατί κράζει από πίσω μας».  24 Αυτός αποκρίθηκε και είπε: «Δεν αποστάλθηκα παρά μόνο στα πρόβατα τα χαμένα του οίκου Ισραήλ».  25 Εκείνη ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Κύριε, βοήθα με».  26 Αυτός αποκρίθηκε και είπε: «Δεν είναι καλό να λάβει κανείς τον άρτο των παιδιών και να τον ρίξει στα σκυλάκια».  27 Εκείνη είπε: «Ναι, Κύριε, γιατί και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους».  28 Τότε ο Ιησούς αποκρίθηκε και της είπε: «Ω γυναίκα, μεγάλη η πίστη σου. ας γίνει σ’ εσένα όπως θέλεις». Και γιατρεύτηκε η θυγατέρα της από την ώρα εκείνη.

Ο Ιησούς θεραπεύει πολύ κόσμο

29 Και όταν ο Ιησούς έφυγε από εκεί, ήρθε δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας και, αφού ανέβηκε στο όρος, καθόταν εκεί.  30 Τότε τον πλησίασαν πλήθη πολλά, έχοντας μαζί τους χωλούς, τυφλούς, κουλούς, κωφάλαλους και άλλους πολλούς, και τους έριξαν κοντά στα πόδια του και τους θεράπευσε.  31 Ώστε το πλήθος θαύμασε, βλέποντας κωφάλαλους να μιλούν, κουλούς υγιείς και χωλούς να περπατούν και τυφλούς να βλέπουν. Και δόξασαν το Θεό του Ισραήλ.

Ο χορτασμός των τεσσάρων χιλιάδων

32 Τότε ο Ιησούς προσκάλεσε τους μαθητές του και είπε: «Σπλαχνίζομαι το πλήθος, γιατί ήδη τρεις ημέρες μένουν κοντά μου και δεν έχουν τι να φάνε. Και δε θέλω να τους απολύσω νηστικούς, μήπως εξαντληθούν στο δρόμο».  33 Και του λένε οι μαθητές: «Από πού να βρεθούν στην ερημιά άρτοι τόσο πολλοί για μας, ώστε να χορτάσει τόσο πολύ πλήθος;»  34 Και λέει σ’ αυτούς ο Ιησούς: «Πόσους άρτους έχετε;» Εκείνοι είπαν: «Εφτά, και λίγα ψαράκια».  35 Τότε παράγγειλε στο πλήθος να ξαπλώσει πάνω στη γη  36 και έλαβε τους εφτά άρτους και τα ψάρια και, αφού ευχαρίστησε το Θεό, τους έκοψε με τα χέρια και έδινε στους μαθητές, και οι μαθητές στα πλήθη.  37 Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και σήκωσαν το περίσσευμα των κομματιών, εφτά μεγάλα καλάθια γεμάτα.  38 Και εκείνοι που έτρωγαν ήταν τέσσερις χιλιάδες άντρες, χωρίς να μετρηθούν γυναίκες και παιδιά. 39 Και αφού απόλυσε τα πλήθη, μπήκε στο πλοίο και ήρθε στα όρια της περιοχής Μαγαδάν.

Ζητούν σημείο

1 Και τότε πλησίασαν οι Φαρισαίοι και οι Σαδουκκκαίοι, για να τον πειράξουν, και του ζήτησαν να τους επιδείξει κάποιο σημείο από τον ουρανό.  2 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Όταν βραδιάζει λέτε: “Ο καιρός θα είναι καλός, γιατί ο ουρανός είναι φλογοκόκκινος”.  3 Και το πρωί λέτε: “Σήμερα θα έχουμε κακοκαιρία, γιατί ο ουρανός είναι φλογοκόκκινος και συννεφιασμένος”. Πράγματι, την όψη του ουρανού γνωρίζετε να τη διακρίνετε, τα σημεία όμως των καιρών δε δύναστε;  4 Μια γενιά κακή και μοιχαλίδα επιζητά σημείο, αλλά δε θα της δοθεί σημείο παρά μόνο το σημείο του Ιωνά». Και αφού τους εγκατέλειψε, έφυγε.

Το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδουκκαίων

5 Και όταν ήρθαν οι μαθητές στην αντίπερα όχθη, ξέχασαν να λάβουν άρτους.  6 Και ο Ιησούς τους είπε: «Κοιτάτε και προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδουκκαίων».  7 Εκείνοι διαλογίζονταν μέσα τους λέγοντας: «Άρτους δε λάβαμε».  8 Επειδή το κατάλαβε τότε ο Ιησούς, είπε: «Τι διαλογίζεστε μέσα σας, ολιγόπιστοι, ότι άρτους δεν έχετε;  9 Ακόμα δε νοείτε ούτε θυμάστε τους πέντε άρτους των πέντε χιλιάδων και πόσα κοφίνια λάβατε;  10 Ούτε τους εφτά άρτους των τεσσάρων χιλιάδων και πόσα μεγάλα καλάθια λάβατε;  11 Πώς δε νοείτε ότι δε σας είπα για άρτους; Αλλά να προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδουκκαίων».  12 Τότε αντιλήφτηκαν ότι δεν είπε να προσέχουν από το προζύμι των άρτων, αλλά από τη διδαχή των Φαρισαίων και των Σαδουκκαίων.

Η διακήρυξη του Πέτρου για τον Ιησού

13 Και όταν ήρθε ο Ιησούς στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου, ρωτούσε τους μαθητές του λέγοντας: «Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είναι ο Υιός του ανθρώπου;»  14 Εκείνοι είπαν: «Μερικοί λένε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, και άλλοι ο Ηλίας, άλλοι πάλι ο Ιερεμίας ή ένας από τους προφήτες». 15 Τους λέει: «Κι εσείς ποιος λέτε πως είμαι;»  16 Αποκρίθηκε λοιπόν ο Σίμωνας Πέτρος και είπε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζωντανού».  17 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και του είπε: «Μακάριος είσαι, Σίμωνα Βαριωνά, γιατί σάρκα και αίμα δεν σου το αποκάλυψε, αλλά ο Πατέρας μου που είναι στους ουρανούς.  18 Κι εγώ λοιπόν σου λέω ότι εσύ είσαι Πέτρος, και πάνω σ’ αυτήν την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου και οι πύλες του άδη δε θα υπερισχύσουν εναντίον της. 19 Θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, και ό,τι δέσεις πάνω στη γη θα είναι δεμένο στους ουρανούς και ό,τι λύσεις πάνω στη γη θα είναι λυμένο στους ουρανούς».  20 Τότε διέταξε αυστηρά στους μαθητές να μην πουν σε κανέναν ότι αυτός είναι ο Χριστός.

Ο Ιησούς προλέγει το θάνατο και την ανάστασή του

21 Από τότε άρχισε ο Ιησούς να δείχνει στους μαθητές του ότι πρέπει αυτός να πάει στα Ιεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τους πρεσβυτέρους και από τους αρχιερείς και από τους γραμματείς, και να σκοτωθεί και την τρίτη ημέρα να εγερθεί.  22 Και αφού τον πήρε κατά μέρος ο Πέτρος, άρχισε να τον επιτιμά λέγοντας: «Ευμένεια σ’ εσένα, Κύριε. καθόλου να μη σου γίνει αυτό».  23 Εκείνος, αφού στράφηκε, είπε στον Πέτρο: «Πήγαινε πίσω μου, Σατανά. Σκάνδαλο είσαι για μένα, γιατί δε φρονείς τα πράγματα του Θεού, αλλά τα πράγματα των ανθρώπων».  24 Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Αν κάποιος θέλει πίσω μου να έρθει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί.  25 Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει. Όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου θα τη βρει.  26 Γιατί τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος αν όλο τον κόσμο κερδίσει, αλλά την ψυχή του ζημιωθεί; Ή τι θα δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για την ψυχή του;  27 Γιατί μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να έρχεται μέσα στη δόξα του Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του, και τότε θα αποδώσει σε καθέναν κατά τις πράξεις του.  28 Αλήθεια σας λέω ότι είναι μερικοί από αυτούς που έχουν σταθεί εδώ οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο, ωσότου δουν τον Υιό του ανθρώπου να έρχεται μέσα στη βασιλεία του».

Η μεταμόρφωση του Ιησού

1 Και μετά έξι ημέρες παραλαβαίνει ο Ιησούς τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη τον αδελφό του και τους φέρνει πάνω σ’ ένα όρος ψηλό ιδιαιτέρως.  2 Και μεταμορφώθηκε μπροστά τους, και έλαμψε το πρόσωπό του όπως ο ήλιος, και τα ρούχα του έγιναν λευκά όπως το φως.  3 Και ιδού, φανερώθηκαν σ’ αυτούς ο Μωυσής και ο Ηλίας συνομιλώντας μαζί του.  4 Έλαβε τότε το λόγο ο Πέτρος και είπε στον Ιησού: «Κύριε, είναι καλό για μας εδώ να είμαστε. Αν θέλεις, θα κάνω εδώ τρεις σκηνές, μία για σένα και μία για το Μωυσή και μία για τον Ηλία».  5 Ενώ ακόμα αυτός μιλούσε, ιδού, νεφέλη φωτεινή τους επισκίασε, και ιδού φωνή από τη νεφέλη που έλεγε: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, στον οποίο ευαρεστήθηκα. ακούτε αυτόν».  6 Και όταν το άκουσαν οι μαθητές, έπεσαν με το πρόσωπό τους στη γη και φοβήθηκαν πάρα πολύ.  7 Τότε πλησίασε ο Ιησούς και, αφού τους άγγιξε, είπε: «Σηκωθείτε και μη φοβάστε».  8 Όταν λοιπόν σήκωσαν πάνω τα μάτια τους, δεν είδαν κανέναν παρά μόνο τον ίδιο τον Ιησού.  9 Και ενώ αυτοί κατέβαιναν από το όρος, τους έδωσε εντολή ο Ιησούς λέγοντας: «Σε κανέναν να μην πείτε το όραμα, ωσότου ο Υιός του ανθρώπου να εγερθεί από τους νεκρούς».  10 Και τον ρώτησαν οι μαθητές: «Γιατί λοιπόν οι γραμματείς λένε ότι ο Ηλίας πρέπει να έρθει πρώτα;»  11 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Ο Ηλίας βέβαια έρχεται και θα τα αποκαταστήσει όλα.  12 Σας λέω, όμως, ότι ο Ηλίας ήδη ήρθε και δεν τον αναγνώρισαν, αλλά έκαναν σ’ αυτόν όσα θέλησαν. Έτσι και ο Υιός του ανθρώπου μέλλει να πάσχει από αυτούς».  13 Τότε κατάλαβαν οι μαθητές ότι τους μίλησε για τον Ιωάννη το Βαπτιστή.

Η θεραπεία του δαιμονισμένου παιδιού

14 Και όταν ήρθαν προς το πλήθος, πλησίασε σ’ αυτόν ένας άνθρωπος γονατίζοντας μπροστά του 15 και λέγοντας: «Κύριε, ελέησέ μου το γιο, γιατί σεληνιάζεται και υποφέρει άσχημα. Γιατί πολλές φορές πέφτει στη φωτιά και πολλές φορές στο νερό.  16 Και τον έφερα προς τους μαθητές σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν.  17 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Ω γενιά άπιστη και διεστραμμένη, ως πότε μαζί σας θα είμαι; Ως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε μου αυτόν εδώ».  18 Και επιτίμησε αυτό ο Ιησούς και εξήλθε από αυτόν το δαιμόνιο και θεραπεύτηκε το παιδί από την ώρα εκείνη.  19 Τότε πλησίασαν οι μαθητές στον Ιησού ιδιαιτέρως και του είπαν: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;»  20 Εκείνος λέει σ’ αυτούς: «Εξαιτίας της ολιγοπιστίας σας. Γιατί αλήθεια σας λέω, αν έχετε πίστη σαν κόκκο σιναπιού, θα πείτε στο όρος ετούτο: “Μετακινήσου από εδώ εκεί”, και θα μετακινηθεί. και τίποτε δε θα σας είναι αδύνατο.  21 Αλλά τούτο το γένος δε βγαίνει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία».

Ο Ιησούς προλέγει ξανά το θάνατο και την ανάστασή του

22 Όταν λοιπόν αυτοί συγκεντρώθηκαν στη Γαλιλαία, τους είπε ο Ιησούς: «Ο Υιός του ανθρώπου μέλλει να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων,  23 και θα τον σκοτώσουν, και την τρίτη ημέρα θα εγερθεί». Και οι μαθητές λυπήθηκαν πάρα πολύ.

Η πληρωμή του φόρου για το ναό

24 Όταν λοιπόν ήρθαν στην Καπερναούμ, πλησίασαν αυτοί που λαβαίνουν τα δίδραχμα στον Πέτρο και τον ρώτησαν: «Ο δάσκαλός σας δεν πληρώνει φόρο τα δίδραχμα;»  25 Εκείνος λέει: «Ναι». Και όταν ήρθε στην οικία, τον πρόφτασε ο Ιησούς λέγοντας: «Τι νομίζεις Σίμωνα; Οι βασιλιάδες της γης από ποιους λαβαίνουν τέλη ή φόρο; Από τους γιους τους ή από τους ξένους;»  26 Και όταν απάντησε: «Από τους ξένους», του είπε ο Ιησούς: «Άρα, βεβαίως, ελεύθεροι είναι οι γιοι.  27 Για να μην τους σκανδαλίσουμε, όμως, πήγαινε στη θάλασσα, ρίξε αγκίστρι, και σήκωσε το πρώτο ψάρι που θα ανεβεί και, αφού ανοίξεις το στόμα του, θα βρεις ένα τετράδραχμο. Εκείνο λάβε το και δώσε το σ’ αυτούς για μένα και για σένα».

Ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών

1 Εκείνη την ώρα πλησίασαν οι μαθητές στον Ιησού λέγοντας: «Ποιος είναι άραγε μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών;»  2 Και αυτός, αφού προσκάλεσε ένα παιδί, το έστησε στο μέσο τους  3 και είπε: «Αλήθεια σας λέω, αν δε στραφείτε και δε γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών.  4 Όποιος, λοιπόν, ταπεινώσει τον εαυτό του σαν τούτο το παιδί, αυτός είναι ο μεγαλύτερος στη βασιλεία των ουρανών.  5 Και όποιος δεχτεί ένα τέτοιο παιδί στο όνομά μου δέχεται εμένα».

Τα σκάνδαλα

6 «Όποιος όμως σκανδαλίσει έναν από τους μικρούς αυτούς που πιστεύουν σ’ εμένα, τον συμφέρει να κρεμαστεί μυλόπετρα γύρω από τον τράχηλό του και να καταποντιστεί στο πέλαγος της θάλασσας.  7 Αλίμονο στον κόσμο από τα σκάνδαλα. Γιατί είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα, όμως αλίμονο στον άνθρωπο μέσω του οποίου έρχεται το σκάνδαλο.  8 Και αν το χέρι σου ή το πόδι σου σε σκανδαλίζει, κόψε το εντελώς και ρίξε το μακριά από εσένα. Είναι καλό για σένα να εισέλθεις στη ζωή κουλός ή χωλός, παρά να έχεις δύο χέρια ή δύο πόδια και να ριχτείς στη φωτιά την αιώνια.  9 Και αν ο οφθαλμός σου σε σκανδαλίζει, βγάλε τον και ρίξε τον μακριά από εσένα. Είναι καλό για σένα να εισέλθεις μονόφθαλμος στη ζωή παρά να έχεις δύο οφθαλμούς και να ριχτείς στη γέεννα της φωτιάς».

Η παραβολή του χαμένου προβάτου

10 «Κοιτάτε να μην καταφρονήσετε έναν από τους μικρούς αυτούς. Γιατί σας λέω ότι οι άγγελοί τους στους ουρανούς διαπαντός βλέπουν το πρόσωπο του Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.  11 Γιατί ήρθε ο Υιός του ανθρώπου να σώσει το χαμένο.  12 Τι νομίζετε; Αν κάποιος άνθρωπος έχει εκατό πρόβατα και πλανηθεί ένα από αυτά, δε θα αφήσει τα ενενήντα εννέα πάνω στα όρη και δε θα πάει να ζητά το πλανεμένο;  13 Και αν συμβεί να το βρει, αλήθεια σας λέω ότι χαίρει γι’ αυτό περισσότερο παρά για τα ενενήντα εννέα που δεν έχουν πλανηθεί.  14 Έτσι δεν είναι θέλημα του Πατέρα σας που είναι στους ουρανούς να χαθεί ένα από τα μικρά αυτά».

Ο αδελφός που αμαρτάνει

15 «Και αν αμαρτήσει σ’ εσένα ο αδελφός σου, πήγαινε και έλεγξέ τον όταν θα είστε μεταξύ σας εσύ και αυτός μόνοι. Αν σε ακούσει, κέρδισες τον αδελφό σου.  16 Και αν δεν ακούσει, παράλαβε μαζί σου ακόμα έναν ή δύο, για να σταθεί κάθε λόγος από το στόμα δύο ή τριών μαρτύρων.  17 Αν όμως τους παρακούσει, πες το στην εκκλησία. αν τότε και την εκκλησία παρακούσει, ας είναι για σένα όπως ακριβώς ο εθνικός και ο τελώνης.  18 Αλήθεια σας λέω: όσα δέσετε πάνω στη γη θα είναι δεμένα στον ουρανό, και όσα λύσετε πάνω στη γη θα είναι λυμένα στον ουρανό.  19 Πάλι αλήθεια σας λέω ότι, αν δύο από εσάς συμφωνήσουν πάνω στη γη για κάθε πράγμα που θα ζητήσουν, θα τους γίνει από τον Πατέρα μου που είναι στους ουρανούς.  20 Γιατί όπου είναι δύο ή τρεις συναγμένοι στο δικό μου όνομα, εκεί είμαι, στο μέσο αυτών».

Η παραβολή του δούλου που δε συγχωρούσε

21 Τότε τον πλησίασε ο Πέτρος και του είπε: «Κύριε, πόσες φορές θα αμαρτήσει σ’ εμένα ο αδελφός μου και θα του αφήσω; Ως εφτά φορές;»  22 Του λέει ο Ιησούς: «Δε σου λέω ως εφτά φορές, αλλά ως εβδομήντα φορές εφτά.  23 Γι’ αυτό ομοιώθηκε η βασιλεία των ουρανών με έναν άνθρωπο βασιλιά, ο οποίος θέλησε να λογαριαστεί με τους δούλους του.  24 Και όταν αυτός άρχισε να το κάνει, έφεραν προς αυτόν έναν οφειλέτη δέκα χιλιάδων ταλάντων.  25 Μην έχοντας όμως αυτός να τα αποδώσει, διέταξε ο κύριος να πουληθεί αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα έχει, και να αποδοθούν τα χρήματα.  26 Έπεσε λοιπόν ο δούλος και τον προσκυνούσε λέγοντας: “Μακροθύμησε προς εμένα, και όλα θα σου τα αποδώσω”.  27 Τον σπλαχνίστηκε τότε ο κύριος εκείνου του δούλου και τον απόλυσε και του άφησε το δάνειο.  28 Όταν όμως εξήλθε εκείνος ο δούλος, βρήκε έναν από τους σύνδουλούς του που του όφειλε εκατό δηνάρια και, αφού τον κράτησε, τον έπνιγε λέγοντας: “Απόδωσε ό,τι μου οφείλεις”.  29 Έπεσε, λοιπόν, στα πόδια του ο σύνδουλός του και τον παρακαλούσε λέγοντας: “Μακροθύμησε προς εμένα, και θα σου τα αποδώσω”.  30 Εκείνος δεν ήθελε, αλλά πήγε και τον έριξε στη φυλακή, ωσότου αποδώσει το οφειλόμενο.  31 Όταν είδαν λοιπόν οι σύνδουλοί του αυτά που έγιναν, λυπήθηκαν πάρα πολύ και ήρθαν και εξήγησαν λεπτομερώς στον κύριό τους όλα όσα έγιναν.  32 Τότε, τον προσκάλεσε ο κύριός του και του λέει: “Δούλε κακέ, όλη την οφειλή εκείνη σου άφησα, επειδή με παρακάλεσες.  33 Δεν έπρεπε κι εσύ να ελεήσεις το σύνδουλό σου όπως κι εγώ σε ελέησα”;  34 Και οργίστηκε ο κύριός του και τον παράδωσε στους βασανιστές, ωσότου αποδώσει όλο το οφειλόμενο χρέος.  35 Έτσι και ο Πατέρας μου ο ουράνιος θα κάνει σ’ εσάς, αν δεν αφήσετε τις αμαρτίες καθένας σας στον αδελφό του μέσα από τις καρδιές σας».

Περί διαζυγίου

1 Και όταν τέλειωσε ο Ιησούς αυτά τα λόγια, αναχώρησε από τη Γαλιλαία και ήρθε στα όρια της Ιουδαίας πέρα από τον Ιορδάνη.  2 Και τον ακολούθησαν πολλά πλήθη και τους θεράπευσε εκεί. 3 Και τότε τον πλησίασαν Φαρισαίοι, για να τον πειράξουν, και έλεγαν: «Άραγε επιτρέπεται σ’ έναν άνθρωπο να αποδιώξει τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία;»  4 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Δε διαβάσατε ότι ο Κτίστης από την αρχή τούς έκανε αρσενικό και θηλυκό;  5 Και είπε: Γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα κολληθεί στη γυναίκα του, και θα είναι οι δύο μία σάρκα.  6 Ώστε δεν είναι πια δύο, αλλά μία σάρκα. Αυτό λοιπόν που ο Θεός συνέζευξε ο άνθρωπος ας μην το χωρίζει».  7 Του λένε: «Γιατί τότε ο Μωυσής έδωσε εντολή να δώσει έγγραφο διαζυγίου και να την αποδιώξει;»  8 Τους απαντά: «Ο Μωυσής εξαιτίας της σκληροκαρδίας σας σας επέτρεψε να αποδιώξετε τις γυναίκες σας. από την αρχή όμως δεν έχει γίνει έτσι.  9 Σας λέω μάλιστα ότι όποιος αποδιώξει τη γυναίκα του, όχι εξαιτίας πορνείας, και νυμφευτεί άλλη μοιχεύεται».  10 Του λένε οι μαθητές του: «Αν είναι έτσι η αιτία διαζυγίου τού άντρα με τη γυναίκα, δε συμφέρει σε κάποιον να νυμφευτεί».  11 Εκείνος τους είπε: «Σε όλους δε χωρά αυτός ο λόγος, αλλά μόνο σ’ αυτούς στους οποίους έχει δοθεί.  12 Γιατί είναι ευνούχοι που από την κοιλιά της μητέρας τους γεννήθηκαν έτσι, και είναι ευνούχοι που ευνουχίστηκαν από τους ανθρώπους, και είναι ευνούχοι που ευνούχισαν τους εαυτούς τους για τη βασιλεία των ουρανών. Σ’ όποιον δύναται να χωρά ο λόγος, ας χωρά».

Ο Ιησούς ευλογεί τα μικρά παιδιά

13 Τότε προσφέρθηκαν σ’ αυτόν παιδιά, για να επιθέσει σ’ αυτά τα χέρια και να προσευχηθεί. αλλά οι μαθητές τούς επιτίμησαν.  14 Ο Ιησούς όμως είπε: «Αφήστε τα παιδιά και μην τα εμποδίζετε να έρθουν προς εμένα, γιατί για τέτοιους είναι η βασιλεία των ουρανών».  15 Και αφού επέθεσε τα χέρια σ’ αυτά, έφυγε από εκεί.

Ο πλούσιος νεαρός

16 Και ιδού, ένας τον πλησίασε και του είπε: «Δάσκαλε, τι αγαθό να κάνω, για να έχω ζωή αιώνια;» 17 Εκείνος του είπε: «Τι με ρωτάς για το αγαθό; Ένας είναι ο Αγαθός. Αν όμως θέλεις να εισέλθεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές».  18 Του λέει: «Ποιες;» Και ο Ιησούς είπε: «Το μη φονεύσεις, μη μοιχέψεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις,  19 τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου».  20 Του λέει ο νεαρός: «Όλα αυτά τα φύλαξα. Σε τι ακόμα υστερώ;»  21 Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς, και έλα ακολούθα με». 22 Όταν άκουσε όμως ο νεαρός αυτόν το λόγο, έφυγε λυπημένος. γιατί είχε αποκτήματα πολλά.  23 Ο Ιησούς, τότε, είπε στους μαθητές του: «Αλήθεια σας λέω ότι πλούσιος θα εισέλθει δύσκολα στη βασιλεία των ουρανών.  24 Και πάλι σας λέω, ευκολότερο είναι μια καμήλα να περάσει από τρύπα βελόνας παρά πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού».  25 Και όταν το άκουσαν οι μαθητές, εκπλήττονταν πάρα πολύ, λέγοντας: «Ποιος άραγε δύναται να σωθεί;»  26 Αφού τους κοίταξε τότε μέσα στα μάτια ο Ιησούς, τους είπε: «Για τους ανθρώπους αυτό είναι αδύνατο, αλλά για το Θεό όλα είναι δυνατά».  27 Τότε έλαβε το λόγο ο Πέτρος και του είπε: «Ιδού, εμείς τα αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε. τι άραγε θα συμβεί σ’ εμάς;»  28 Και ο Ιησούς τους είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι εσείς που με ακολουθήσατε, κατά την παλιγγενεσία, όταν καθίσει ο Υιός του ανθρώπου πάνω στο θρόνο της δόξας του, θα καθίσετε κι εσείς πάνω σε δώδεκα θρόνους κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.  29 Και καθένας που άφησε οικίες ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή παιδιά ή αγρούς, εξαιτίας του ονόματός μου, εκατονταπλάσια θα λάβει και θα κληρονομήσει ζωή αιώνια. 30 Πολλοί όμως πρώτοι θα είναι τελευταίοι και τελευταίοι πρώτοι».

Η παραβολή των εργατών του αμπελώνα

1 «Γιατί η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με άνθρωπο οικοδεσπότη, που εξήλθε μόλις ήρθε το πρωί, για να μισθώσει εργάτες για τον αμπελώνα του.  2 Και αφού συμφώνησε με τους εργάτες από ένα δηνάριο την ημέρα, τους απέστειλε στον αμπελώνα του.  3 Και όταν εξήλθε γύρω στις εννιά η ώρα το πρωί, είδε άλλους να έχουν σταθεί στην αγορά αργοί  4 και σ’ εκείνους είπε: “Πηγαίνετε κι εσείς στον αμπελώνα, και ό,τι είναι δίκαιο θα σας δώσω”.  5 Εκείνοι έφυγαν. Πάλι, λοιπόν, όταν εξήλθε γύρω στις δώδεκα, και κατά τις τρεις η ώρα, έκανε ομοίως.  6 Και κατά τις πέντε, όταν εξήλθε, βρήκε άλλους να έχουν σταθεί και τους λέει: “Γιατί έχετε σταθεί εδώ όλη την ημέρα αργοί”; 7 Του λένε: “Γιατί κανείς δε μας μίσθωσε”. Τους λέει: “Πηγαίνετε κι εσείς στον αμπελώνα”.  8 Και όταν έγινε βράδυ, λέει ο κύριος του αμπελώνα στον επίτροπό του: “Κάλεσε τους εργάτες και απόδωσε σ’ αυτούς το μισθό, αφού αρχίσεις από τους τελευταίους έως τους πρώτους”.  9 Τότε ήρθαν οι εργαζόμενοι γύρω στις πέντε η ώρα και έλαβαν από ένα δηνάριο.  10 Και όταν ήρθαν οι πρώτοι, νόμισαν ότι θα λάβουν περισσότερο. αλλά έλαβαν από ένα δηνάριο και αυτοί.  11 Και όταν το έλαβαν, γόγγυζαν κατά του οικοδεσπότη,  12 λέγοντας: “Αυτοί οι τελευταίοι μια ώρα έκαναν, και τους έκανες ίσους μ’ εμάς, που βαστάξαμε το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα”.  13 Εκείνος αποκρίθηκε σ’ έναν από αυτούς και είπε: “Σύντροφε, δε σε αδικώ. Δε συμφώνησες μ’ εμένα για ένα δηνάριο;  14 Πάρε το δικό σου και πήγαινε. Θέλω όμως σ’ αυτόν τον τελευταίο να δώσω όπως και σ’ εσένα.  15 Ή δε μου επιτρέπεται να κάνω ό,τι θέλω με τα δικά μου χρήματα; Ή ο οφθαλμός σου είναι κακός, επειδή εγώ είμαι αγαθός”;  16 Έτσι θα γίνουν οι τελευταίοι πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι».

Τρίτη πρόρρηση του θανάτου και της ανάστασής του

17 Και ανεβαίνοντας ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, παράλαβε τους δώδεκα μαθητές ιδιαιτέρως και κατά το δρόμο τούς είπε:  18 «Ιδού, ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους γραμματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο  19 και θα τον παραδώσουν στους εθνικούς, για να τον εμπαίξουν και να τον μαστιγώσουν και να τον σταυρώσουν. και την τρίτη ημέρα θα εγερθεί».

Το αίτημα της μητέρας των γιων του Ζεβεδαίου

20 Τότε τον πλησίασε η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου μαζί με τους γιους της, προσκυνώντας και ζητώντας κάτι από αυτόν.  21 Εκείνος της είπε: «Τι θέλεις;» Του λέει: «Πες ώστε να καθίσουν αυτοί οι δύο γιοι μου ένας από τα δεξιά σου και ένας από τα αριστερά σου κατά τη βασιλεία σου». 22 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που εγώ μέλλω να πιω;» Του λένε: «Μπορούμε».  23 Τους λέει: «Το ποτήρι μου βέβαια θα το πιείτε, αλλά το να καθίσετε από τα δεξιά μου και από τα αριστερά μου δεν ανήκει σ’ εμένα να δώσω αυτό, αλλά θα δοθεί σ’ αυτούς που έχει ετοιμαστεί από τον Πατέρα μου».  24 Και όταν το άκουσαν οι δέκα, αγανάκτησαν για τους δύο αδελφούς.  25 Αλλά ο Ιησούς τους προσκάλεσε και είπε: «Ξέρετε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριαρχούν σ’ αυτά και οι μεγάλοι τα κατεξουσιάζουν.  26 Δεν θα είναι έτσι μεταξύ σας, αλλά όποιος θέλει μεταξύ σας να γίνει μεγάλος θα είναι διάκονός σας,  27 και όποιος θέλει μεταξύ σας να είναι πρώτος θα είναι δούλος σας.  28 Όπως ακριβώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε για να διακονηθεί, αλλά για να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο στη θέση πολλών».

Η θεραπεία των δύο τυφλών

29 Και ενώ αυτοί έβγαιναν από την Ιεριχώ, τον ακολούθησε πλήθος πολύ.  30 Και ιδού, δύο τυφλοί που κάθονταν δίπλα στην οδό, όταν άκουσαν ότι ο Ιησούς περνάει από εκεί, έκραξαν λέγοντας: «Ελέησέ μας, Κύριε, γιε του Δαβίδ».  31 Το πλήθος τότε τους επιτίμησε για να σωπάσουν. Εκείνοι περισσότερο έκραξαν λέγοντας: «Ελέησέ μας, Κύριε, γιε του Δαβίδ».  32 Και στάθηκε ο Ιησούς, τους φώναξε και είπε: «Τι θέλετε να σας κάνω;»  33 Του λένε: «Κύριε, να ανοιχτούν οι οφθαλμοί μας». 34 Τους σπλαχνίστηκε τότε ο Ιησούς και άγγιξε τα μάτια τους, και αμέσως ξαναείδαν και τον ακολούθησαν.

Η θριαμβευτική είσοδος στην Ιερουσαλήμ

1 Και όταν πλησίασαν στα Ιεροσόλυμα και ήρθαν στη Βηθφαγή, στο Όρος των Ελαιών, τότε ο Ιησούς απέστειλε δύο μαθητές,  2 λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε στο χωριό που είναι απέναντί σας, και αμέσως θα βρείτε μια όνο δεμένη και ένα πουλάρι μαζί της. αφού τα λύσετε, να μου τα φέρετε.  3 Και αν κάποιος σας πει κάτι, θα πείτε: “Ο Κύριος έχει ανάγκη αυτά”. Και ευθύς θα τα αποστείλει».  4 Και αυτό έχει γίνει, για να εκπληρωθεί εκείνο που ειπώθηκε μέσω του προφήτη, όταν έλεγε:  5 Πέστε στη θυγατέρα Σιών, Ιδού, ο βασιλιάς σου έρχεται σ’ εσένα πράος και ανεβασμένος πάνω σε όνο και πάνω σε πουλάρι γέννημα υποζυγίου.  6 Αφού πήγαν, λοιπόν, οι μαθητές και έκαναν καθώς τους διέταξε ο Ιησούς,  7 έφεραν την όνο και το πουλάρι, και έθεσαν πάνω τους τα ρούχα και εκείνος κάθισε πάνω τους.  8 Και το μεγαλύτερο μέρος του πλήθους έστρωσαν τα δικά τους ρούχα στην οδό, ενώ άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα και τα έστρωναν στην οδό.  9 Και τα πλήθη που προπορεύονταν από αυτόν και αυτά που τον ακολουθούσαν φώναζαν λέγοντας: «Ωσαννά στο γιο του Δαβίδ. Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου. Ωσαννά στους ύψιστους ουρανούς». 10 Και όταν αυτός εισήλθε στα Ιεροσόλυμα, σείστηκε όλη η πόλη λέγοντας: «Ποιος είναι αυτός;» 11 Και τα πλήθη έλεγαν: «Αυτός είναι ο προφήτης Ιησούς που κατάγεται από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας».

Ο καθαρισμός του ναού

12 Και εισήλθε ο Ιησούς στο ναό και έβγαλε όλους όσοι πουλούσαν και αγόραζαν μέσα στο ναό, και αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών όπως και τα καθίσματα αυτών που πουλούσαν τα περιστέρια,  13 και τους λέει: «Είναι γραμμένο: Ο οίκος μου θα κληθεί οίκος προσευχής, εσείς όμως τον κάνετε σπήλαιο ληστών».  14 Τότε τον πλησίασαν τυφλοί και χωλοί μέσα στο ναό, και τους θεράπευσε.  15 Και όταν είδαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς τα θαυμάσια που έκανε και τα παιδιά που φώναζαν μέσα στο ναό και έλεγαν: «Ωσαννά στο γιο του Δαβίδ», αγανάκτησαν  16 και του είπαν: «Ακούς τι λένε αυτοί;» Και ο Ιησούς τους λέει: «Ναι. Ποτέ δε διαβάσατε ότι από στόμα νηπίων και βρεφών που θηλάζουν κατάρτισες αίνο;»  17 Και αφού τους εγκατέλειψε, βγήκε έξω από την πόλη, στη Βηθανία, και διανυχτέρευε εκεί.

Η άκαρπη συκιά

18 Και το πρωί, επιστρέφοντας στην πόλη, πείνασε.  19 Και όταν είδε μια συκιά στο δρόμο, ήρθε κοντά της, αλλά τίποτα δε βρήκε σ’ αυτήν παρά φύλλα μόνο, και της λέει: «Ποτέ πια από εσένα καρπός να μη γίνει στον αιώνα». Και ξεράθηκε αμέσως η συκιά.  20 Και όταν το είδαν οι μαθητές, θαύμασαν λέγοντας: «Πώς αμέσως ξεράθηκε η συκιά;»  21 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Αλήθεια σας λέω, αν έχετε πίστη και δεν αμφιβάλλετε, όχι μόνο το θαύμα της συκιάς θα κάνετε, αλλά και αν στο όρος ετούτο πείτε: “Σήκω και πέσε στη θάλασσα”, θα γίνει.  22 Και όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή πιστεύοντας, θα τα λάβετε».

Η εξουσία του Ιησού αμφισβητείται

23 Και όταν ήρθε αυτός στο ναό, τον πλησίασαν, ενώ δίδασκε, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού, λέγοντας: «Με ποια εξουσία αυτά τα κάνεις; Και ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή;» 24 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ ένα λόγο, που αν μου απαντήσετε, θα σας πω κι εγώ με ποια εξουσία αυτά τα κάνω:  25 Το βάφτισμα του Ιωάννη από πού ήταν; Από τον ουρανό ή από τους ανθρώπους;» Εκείνοι διαλογίζονταν μέσα τους και έλεγαν: «Αν πούμε: “Από τον ουρανό”, θα μας πει: “Γιατί λοιπόν δεν πιστέψατε σ’ αυτόν”;  26 Αν όμως πούμε: “Από τους ανθρώπους”, φοβόμαστε το πλήθος, γιατί όλοι ως προφήτη έχουν τον Ιωάννη».  27 Και αποκρίθηκαν στον Ιησού και του είπαν: «Δεν ξέρουμε». Και αυτός τους είπε: «Ούτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία αυτά τα κάνω».

Η παραβολή των δύο γιων

28 «Τι λοιπόν νομίζετε; Ένας άνθρωπος είχε δύο παιδιά. Και πλησίασε στο πρώτο και είπε: “Παιδί μου, πήγαινε σήμερα, εργάζου στον αμπελώνα”.  29 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: “Δε θέλω”. Ύστερα, όμως, μεταμελήθηκε και πήγε.  30 Πλησίασε τότε στον άλλο και του είπε όμοια. Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: “Εγώ θα πάω, κύριε”. Αλλά δεν πήγε.  31 Ποιος από τους δύο έκανε το θέλημα του πατέρα;» Του λένε: «Ο πρώτος». Τους λέει ο Ιησούς: «Αλήθεια σας λέω ότι οι τελώνες και οι πόρνες προηγούνται από εσάς στη βασιλεία του Θεού.  32 Γιατί ήρθε ο Ιωάννης προς εσάς βαδίζοντας σε οδό δικαιοσύνης και δεν τον πιστέψατε. αλλά οι τελώνες και οι πόρνες πίστεψαν σ’ αυτόν. Εσείς, όμως, παρόλο που το είδατε, ούτε ύστερα μεταμεληθήκατε, για να πιστέψετε σ’ αυτόν».

Η παραβολή του αμπελώνα και των γεωργών

33 «Άλλη παραβολή ακούστε: Ήταν ένας άνθρωπος οικοδεσπότης, ο οποίος φύτεψε αμπελώνα και τον περιέβαλε με φράχτη και έσκαψε σ’ αυτόν πατητήρι και οικοδόμησε πύργο και τον νοίκιασε σε γεωργούς και αποδήμησε.  34 Όταν λοιπόν πλησίασε ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους του προς τους γεωργούς να λάβουν τους καρπούς του.  35 Και αφού έπιασαν οι γεωργοί τους δούλους του, έναν έδειραν, άλλον σκότωσαν, άλλον λιθοβόλησαν.  36 Πάλι απέστειλε άλλους δούλους περισσότερους από τους πρώτους και έκαναν σ’ αυτούς ομοίως.  37 Ύστερα, λοιπόν, απέστειλε προς αυτούς το γιο του λέγοντας: “Θα ντραπούν το γιο μου”.  38 Οι γεωργοί, όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: “Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε και να έχουμε την κληρονομιά του”.  39 Και αφού τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα και τον σκότωσαν. 40 Όταν λοιπόν έρθει ο κύριος του αμπελώνα, τι θα κάνει στους γεωργούς εκείνους;»  41 Του λένε: «Τους κακούς, κακώς θα τους εξολοθρέψει και τον αμπελώνα θα τον νοικιάσει σε άλλους γεωργούς, που θα του αποδώσουν τους καρπούς στους καιρούς τους».  42 Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ δε διαβάσατε στις Γραφές, Λίθο που αποδοκίμασαν οι οικοδόμοι, αυτός έγινε κορωνίδα. Από τον Κύριο έγινε αυτός και είναι θαυμαστός στα μάτια μας;  43 Γι’ αυτό σας λέω ότι θα αφαιρεθεί από εσάς η βασιλεία του Θεού και θα δοθεί σε έθνος που θα κάνει τους καρπούς της.  44 Και όποιος πέσει πάνω στο λίθο αυτό θα συντριφτεί. ενώ πάνω σ’ όποιον πέσει θα τον θρυμματίσει».  45 Και όταν άκουσαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τις παραβολές του, κατάλαβαν ότι γι’ αυτούς τις λέει.  46 Και ενώ ζητούσαν να τον συλλάβουν, φοβήθηκαν τα πλήθη, επειδή τον είχαν για προφήτη.

Η παραβολή των γάμων

1 Τότε έλαβε πάλι το λόγο ο Ιησούς και τους είπε με παραβολές λέγοντας:  2 «Η βασιλεία των ουρανών ομοιώθηκε μ’ έναν άνθρωπο βασιλιά, ο οποίος έκανε γάμους στο γιο του.  3 Και απέστειλε τους δούλους του να καλέσουν τους καλεσμένους στους γάμους, αλλά δεν ήθελαν να έρθουν. 4 Πάλι απέστειλε άλλους δούλους λέγοντας: “Πείτε στους καλεσμένους: Ιδού, έχω ετοιμάσει το γεύμα μου, οι ταύροι μου και τα θρεφτάρια είναι σφαγμένα και είναι όλα έτοιμα. ελάτε στους γάμους”.  5 Εκείνοι αμέλησαν και έφυγαν, ο ένας στο δικό του αγρό, ο άλλος στο εμπόριό του.  6 Και οι υπόλοιποι, αφού συνέλαβαν τους δούλους του, τους κακομεταχειρίστηκαν και τους σκότωσαν. 7 Τότε ο βασιλιάς οργίστηκε και, αφού έστειλε τα στρατεύματά του, εξολόθρεψε τους φονιάδες εκείνους και την πόλη τους έκαψε.  8 Τότε λέει στους δούλους του: “Ο γάμος βέβαια είναι έτοιμος, αλλά οι καλεσμένοι δεν ήταν άξιοι.  9 Πηγαίνετε, λοιπόν, στις διακλαδώσεις των οδών και όσους βρείτε καλέστε τους στους γάμους”.  10 Και αφού εξήλθαν οι δούλοι εκείνοι στους δρόμους, σύναξαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς. Και γέμισε ο γάμος από εκείνους που κάθονταν, για να φάνε.  11 Όταν εισήλθε όμως ο βασιλιάς, για να δει εκείνους που κάθονταν, για να φάνε, είδε εκεί έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος με ένδυμα γάμου,  12 και του λέει: “Σύντροφε, πώς εισήλθες εδώ μην έχοντας ένδυμα γάμου”; Εκείνος αποστομώθηκε.  13 Τότε ο βασιλιάς είπε στους διακόνους: “Δέστε του πόδια και χέρια και πετάξτε τον έξω στο σκότος το εξώτερο” – εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών.  14 Γιατί πολλοί είναι κλητοί, αλλά λίγοι εκλεκτοί».

Η πληρωμή των φόρων στον Καίσαρα

15 Τότε πήγαν οι Φαρισαίοι και έκαναν συμβούλιο, για να τον παγιδέψουν με λόγια.  16 Και αποστέλλουν σ’ αυτόν τους μαθητές τους μαζί με τους Ηρωδιανούς, λέγοντας: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι είσαι ειλικρινής και διδάσκεις την οδό του Θεού με αλήθεια και δε σε μέλει για κανέναν. γιατί δε βλέπεις σε πρόσωπο ανθρώπων.  17 Πες μας, λοιπόν, τι νομίζεις; επιτρέπεται να δώσει κανείς φόρο στον Καίσαρα ή όχι»;  18 Επειδή όμως ο Ιησούς κατάλαβε την κακία τους, είπε: «Τι με πειράζετε, υποκριτές;  19 Επιδείξτε μου το νόμισμα του φόρου». Εκείνοι έφεραν προς αυτόν ένα δηνάριο.  20 Και τους λέει: «Ποιανού είναι η εικόνα αυτή και η επιγραφή;»  21 Του λένε: «Του Καίσαρα». Τότε τους λέει: «Αποδώστε λοιπόν τα πράγματα του Καίσαρα στον Καίσαρα, και τα πράγματα του Θεού στο Θεό».  22 Και όταν άκουσαν αυτό, θαύμασαν και, αφού τον άφησαν, έφυγαν.

Το θέμα της ανάστασης

23 Εκείνη την ημέρα τον πλησίασαν Σαδουκκαίοι, που λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση, και τον επερώτησαν:  24 «Δάσκαλε, ο Μωυσής είπε: Αν κάποιος πεθάνει μην έχοντας παιδιά, να νυμφευτεί ο αδελφός του τη γυναίκα του και να φέρει απογόνους στον αδελφό του.  25 Ήταν λοιπόν μεταξύ μας εφτά αδελφοί. Και ο πρώτος, αφού νυμφεύτηκε, πέθανε, και μην έχοντας απογόνους άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του.  26 Όμοια και ο δεύτερος και ο τρίτος, ως τους εφτά.  27 Και ύστερα απ’ όλους πέθανε η γυναίκα.  28 Κατά την ανάσταση, λοιπόν, ποιανού από τους εφτά θα είναι γυναίκα; Γιατί όλοι την είχαν».  29 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Πλανάστε, επειδή δεν ξέρετε τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού.  30 Γιατί κατά την ανάσταση ούτε παντρεύουν ούτε νυμφεύονται, αλλά είναι σαν άγγελοι στον ουρανό.  31 Όσον αφορά όμως την ανάσταση των νεκρών, δε διαβάσατε αυτό που ειπώθηκε σ’ εσάς από το Θεό, όταν έλεγε:  32 Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ; Δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών».  33 Και όταν άκουσαν τα πλήθη, εκπλήσσονταν για τη διδαχή του.

Η μεγάλη εντολή

34 Όταν λοιπόν οι Φαρισαίοι άκουσαν ότι αποστόμωσε τους Σαδουκκαίους, συνάχτηκαν στο ίδιο μέρος,  35 και τον επερώτησε ένας από αυτούς, νομικός, για να τον πειράξει:  36 «Δάσκαλε, ποια εντολή είναι μεγάλη μέσα στο νόμο;»  37 Εκείνος του είπε: «Να αγαπήσεις Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου.  38 Αυτή είναι η μεγάλη και πρώτη εντολή.  39 Και δεύτερη, όμοια με αυτή: Να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. 40 Σε αυτές τις δύο εντολές κρέμεται όλος ο νόμος και οι προφήτες».

Το θέμα αν ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ

41 Και ενώ ήταν συναγμένοι οι Φαρισαίοι, τους επερώτησε ο Ιησούς:  42 «Τι νομίζετε για το Χριστό; Ποιανού είναι γιος;» Του απαντούν: «Του Δαβίδ».  43 Τους λέει: «Πώς λοιπόν ο Δαβίδ μέσω του Πνεύματος τον καλεί Κύριο, λέγοντας:  44 Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: “Κάθου από τα δεξιά μου, ωσότου θέσω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου”;  45 Αν λοιπόν ο Δαβίδ τον καλεί “Κύριο”, πώς είναι γιος του;»  46 Και κανείς δεν μπορούσε να του αποκριθεί λόγο, ούτε τόλμησε κανείς από εκείνη την ημέρα να τον επερωτήσει πια.

O Ιησούς κατακρίνει τους γραμματείς και τους Φαρισαίους

1 Τότε ο Ιησούς μίλησε στα πλήθη και στους μαθητές του,  2 λέγοντας: «Πάνω στην καθέδρα του Μωυσή κάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι.  3 Όλα όσα σας πουν, λοιπόν, κάντε και τηρείτε, αλλά κατά τα έργα τους μην κάνετε. γιατί λένε και δεν κάνουν.  4 Δένουν, μάλιστα, βαριά και δυσβάστακτα φορτία, και τα θέτουν πάνω στους ώμους των ανθρώπων, αλλά αυτοί με το δάχτυλό τους δε θέλουν να τα κουνήσουν.  5 Και όλα τα έργα τους τα κάνουν, για να τους δουν με θαυμασμό οι άνθρωποι. Γιατί πλαταίνουν τα φυλαχτά τους και μεγαλώνουν τα κράσπεδα,  6 και αγαπούν το πρώτο κάθισμα στα δείπνα και τις πρωτο¬καθεδρίες στις συναγωγές  7 και τους χαιρετισμούς στις αγορές και να καλούνται από τους ανθρώπους: “Ραβί”.  8 Εσείς όμως μην κληθείτε “Ραβί” – γιατί ένας είναι ο δικός σας δάσκαλος, ενώ εσείς όλοι είστε αδελφοί.  9 Και “πατέρα” σας μην καλέσετε κάποιον πάνω στη γη, γιατί ένας είναι ο δικός σας ο Πατέρας, ο ουράνιος.  10 Μήτε κληθείτε “καθοδηγητές”, γιατί καθοδηγητής σας είναι ένας, ο Χριστός.  11 Αλλά ο μεγαλύτερός σας να είναι διάκονός σας.  12 Όποιος, λοιπόν, υψώσει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί και όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του θα υψωθεί.  13 Αλίμονο όμως σ’ εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί κατατρώτε τις οικίες των χηρών και για πρόφαση κάνετε μακριές προσευχές. γι’ αυτό θα λάβετε περισσότερη καταδίκη.  14 Και αλίμονο σ’ εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί κλείνετε τη βασιλεία των ουρανών μπροστά στους ανθρώπους. Γιατί εσείς δεν εισέρχεστε ούτε εκείνους που θέλουν να εισέλθουν τους αφήνετε να εισέλθουν.  15 Αλίμονο σ’ εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί γυρνάτε τη θάλασσα και την ξηρά για να κάνετε έναν προσήλυτο και, όταν γίνει, τον κάνετε γιο της γέεννας διπλά από εσάς.  16 Αλίμονο σ’ εσάς, οδηγοί τυφλοί, που λέτε: “Όποιος ορκιστεί στο ναό δεν είναι τίποτα. Όποιος όμως ορκιστεί στον χρυσό του ναού οφείλει να πράξει”. 17 Μωροί και τυφλοί, γιατί ποιος είναι μεγαλύτερος, ο χρυσός ή ο ναός που αγίασε τον χρυσό;  18 Και λέτε επίσης: “Όποιος ορκιστεί στο θυσιαστήριο δεν είναι τίποτα. Όποιος όμως ορκιστεί στο δώρο που είναι πάνω σ’ αυτό οφείλει να πράξει”.  19 Τυφλοί, γιατί ποιο είναι μεγαλύτερο, το δώρο ή το θυσιαστήριο που αγιάζει το δώρο;  20 Όποιος λοιπόν ορκίστηκε στο θυσιαστήριο ορκίζεται σ’ αυτό και σε όλα όσα είναι πάνω του.  21 Και όποιος ορκίστηκε στο ναό ορκίζεται σ’ αυτόν και σ’ Εκείνον που τον κατοικεί.  22 Και όποιος ορκίστηκε στον ουρανό ορκίζεται στο θρόνο του Θεού και σ’ Εκείνον που κάθεται πάνω του.  23 Αλίμονο σ’ εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί αποδεκατίζετε το δυόσμο και τον άνηθο και το κύμινο και αφήσατε τα σπουδαιότερα του νόμου: τη δίκαιη κρίση και το έλεος και την πίστη. Αυτά λοιπόν έπρεπε να κάνετε, κι εκείνα να μην αφήνετε. 24 Οδηγοί τυφλοί, που διυλίζετε το κουνούπι, αλλά καταπίνετε την καμήλα.  25 Αλίμονο σ’ εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί καθαρίζετε το απέξω του ποτηριού και του πιάτου, ενώ από μέσα είναι γεμάτα από αρπαγή και ακράτεια.  26 Φαρισαίε τυφλέ, καθάρισε πρώτα το εντός του ποτηριού, για να γίνει και το έξω του καθαρό.  27 Αλίμονο σ’ εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί μοιάζετε με τάφους ασβεστωμένους, οι οποίοι απέξω βέβαια φαίνονται ωραίοι, αλλά από μέσα είναι γεμάτοι από οστά νεκρών και από κάθε ακαθαρσία.  28 Έτσι κι εσείς απέξω βέβαια φαίνεστε στους ανθρώπους δίκαιοι, αλλά από μέσα είστε γεμάτοι υποκρισία και ανομία. 29 Αλίμονο σ’ εσάς, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί οικοδομείτε τους τάφους των προφητών και κοσμείτε τα μνήματα των δικαίων,  30 και λέτε: “Αν ήμασταν στις ημέρες των πατέρων μας, δε θα ήμασταν με αυτούς συμμέτοχοι στο αίμα των προφητών που έχυσαν”.  31 Ώστε μαρτυρείτε για τους εαυτούς σας ότι είστε γιοι εκείνων που φόνευσαν τους προφήτες.  32 Και εσείς συμπληρώστε το μέτρο της ανομίας των πατέρων σας.  33 Φίδια, γεννήματα εχιδνών, πώς θα αποφύγετε την κρίση της γέεννας;  34 Γι’ αυτό, ιδού, εγώ αποστέλλω προς εσάς προφήτες και σοφούς και γραμματείς. Από αυτούς άλλους θα σκοτώσετε και θα σταυρώσετε, και από αυτούς άλλους θα μαστιγώσετε στις συναγωγές σας και θα καταδιώξετε από πόλη σε πόλη.  35 για να έρθει πάνω σας κάθε αίμα δίκαιο που χύνεται πάνω στη γη, από το αίμα του Άβελ του δίκαιου ως το αίμα του Ζαχαρία, του γιου του Βαραχία, που φονεύσατε μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου.  36 Αλήθεια σας λέω, θα έρθουν όλα αυτά πάνω στη γενιά αυτή».

Θρήνος για την Ιερουσαλήμ

37 «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ – που σκοτώνει τους προφήτες και λιθοβολεί τους απεσταλμένους προς αυτήν – πόσες φορές θέλησα να συνάξω στο ίδιο μέρος τα τέκνα σου με τον τρόπο που η όρνιθα συνάζει στο ίδιο μέρος τους νεοσσούς της κάτω από τις φτερούγες της, αλλά δεν το θελήσατε. 38 Ιδού, αφήνεται σ’ εσάς ο οίκος σας έρημος.  39 Γιατί σας λέω, δε θα με δείτε από τώρα, ωσότου πείτε: Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου».

Προλέγεται η καταστροφή του ναού

1 Και όταν εξήλθε ο Ιησούς από το ναό, πορευόταν, και πλησίασαν οι μαθητές του, για να του επιδείξουν τα οικοδομήματα του ναού.  2 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Δε βλέπετε όλα αυτά; Αλήθεια σας λέω, δε θα αφεθεί εδώ λίθος πάνω σε λίθο που δε θα καταστραφεί».

Αρχή ωδίνων

3 Ενώ, λοιπόν, αυτός καθόταν πάνω στο Όρος των Ελαιών, τον πλησίασαν οι μαθητές ιδιαιτέρως, λέγοντας: «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά και ποιο το σημείο της δικής σου παρουσίας και της συντέλειας του αιώνα;»  4 Τότε αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Προσέχετε μη σας πλανήσει κανείς.  5 Γιατί πολλοί θα έρθουν με το όνομά μου, λέγοντας: “Εγώ είμαι ο Χριστός”, και πολλούς θα πλανήσουν.  6 Θα μέλλετε, λοιπόν, να ακούτε πολέμους και φήμες πολέμων. Κοιτάτε, μη θορυβείστε. γιατί πρέπει να γίνουν, αλλά ακόμα δεν είναι το τέλος.  7 Γιατί θα εγερθεί έθνος εναντίον έθνους και βασιλεία εναντίον βασιλείας, και θα γίνουν πείνες και σεισμοί κατά τόπους. 8 Αλλά όλα αυτά είναι αρχή ωδίνων.  9 Τότε θα σας παραδώσουν σε θλίψη και θα σας σκοτώσουν, και θα είστε μισούμενοι από όλα τα έθνη για το όνομά μου.  10 Και τότε θα σκανδαλιστούν πολλοί, και θα προδώσουν ο ένας τον άλλο, και θα μισήσουν ο ένας τον άλλο.  11 Και πολλοί ψευδοπροφήτες θα εγερθούν και θα πλανήσουν πολλούς.  12 Και επειδή θα πληθυνθεί η ανομία, θα ψυχραθεί η αγάπη των πολλών.  13 Αλλά εκείνος που θα υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί.  14 Και θα κηρυχτεί αυτό το ευαγγέλιο της βασιλείας σε όλη την οικουμένη για μαρτυρία σε όλα τα έθνη, και τότε θα έρθει το τέλος».

Η μεγάλη θλίψη

15 «Όταν λοιπόν δείτε το βδέλυγμα της ερημώσεως, που ειπώθηκε μέσω του Δανιήλ του προφήτη, να έχει σταθεί σε τόπο άγιο – ο αναγνώστης ας εννοήσει –  16 τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη,  17 όποιος είναι πάνω στο δώμα ας μην κατεβεί, για να πάρει τα πράγματα από την οικία του.  18 Και όποιος είναι στον αγρό ας μην επιστρέψει πίσω, για να πάρει το πανωφόρι του. 19 Αλίμονο όμως σε όσες έχουν παιδιά στην κοιλιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. 20 Προσεύχεστε μάλιστα να μη γίνει η φυγή σας το χειμώνα μήτε το Σάββατο.  21 Γιατί θα γίνει τότε θλίψη μεγάλη, τέτοια που δεν έχει γίνει από την αρχή του κόσμου ως τώρα, ούτε θα γίνει ξανά. 22 Και αν δε συντομεύονταν οι ημέρες εκείνες, δε θα σωζόταν καμιά σάρκα. Για τους εκλεκτούς, όμως, θα συντομευτούν οι ημέρες εκείνες.  23 Τότε, αν κάποιος σας πει: “Ιδού, εδώ ο Χριστός” ή “εδώ”, μην το πιστέψετε.  24 Γιατί θα εγερθούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες και θα δώσουν σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε να πλανήσουν, αν είναι δυνατό, και τους εκλεκτούς.  25 Ιδού, σας τα έχω προειπεί.  26 Αν λοιπόν σας πουν: “Ιδού, στην έρημο είναι”, μην εξέλθετε. “Ιδού, στα απόμερα δωμάτια”, μην το πιστέψετε.  27 Γιατί όπως ακριβώς η αστραπή εξέρχεται από τα ανατολικά και φαίνεται ως τα δυτικά, έτσι θα είναι η παρουσία του Υιού του ανθρώπου.  28 Όπου είναι το πτώμα, εκεί θα συναχτούν οι αετοί».

Ο ερχομός του Υιού του ανθρώπου

29 «Και αμέσως μετά τη θλίψη των ημερών εκείνων ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και η σελήνη δε θα δώσει το φεγγοβόλημά της, και οι αστέρες θα πέσουν από τον ουρανό και οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευτούν.  30 Και τότε θα φανεί το σημείο του Υιού του ανθρώπου στον ουρανό, και τότε θα θρηνήσουν όλες οι φυλές της γης του Ισραήλ και θα δουν τον Υιό του ανθρώπου ερχόμενο πάνω στις νεφέλες του ουρανού με δύναμη και δόξα πολλή.  31 Και θα αποστείλει τους αγγέλους του με σάλπιγγα μεγάλη, και θα συνάξουν στο ίδιο μέρος τους εκλεκτούς του από τους τέσσερις ανέμους, από τα άκρα των ουρανών ως τα άλλα άκρα αυτών».

Μάθημα από τη συκιά

32 «Από τη συκιά, λοιπόν, μάθετε την παραβολή. Όταν ήδη το κλαδί της γίνει απαλό και τα φύλλα ξεφυτρώνουν, γνωρίζετε ότι είναι κοντά το θέρος.  33 Έτσι κι εσείς, όταν τα δείτε όλα αυτά, να γνωρίζετε ότι είναι κοντά, στις θύρες.  34 Αλήθεια σας λέω ότι δε θα παρέλθει η γενιά αυτή, ωσότου γίνουν όλα αυτά.  35 Ο ουρανός οι η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δε θα παρέλθουν».

Άγνωστη η ημέρα και η ώρα

36 «Όσον αφορά όμως εκείνη την ημέρα και την ώρα κανείς δεν τις ξέρει, ούτε οι άγγελοι των ουρανών ούτε ο Υιός παρά ο Πατέρας μόνος.  37 Γιατί όπως ακριβώς ήταν οι ημέρες του Νώε, έτσι θα είναι η παρουσία του Υιού του ανθρώπου.  38 Γιατί όπως ήταν κατά τις ημέρες εκείνες πριν από τον κατακλυσμό, που έτρωγαν και έπιναν, που νυμφεύονταν και πάντρευαν, μέχρι την ημέρα που εισήλθε ο Νώε στην κιβωτό,  39 και δεν κατάλαβαν, ωσότου ήρθε ο κατακλυσμός και τους πήρε όλους, έτσι θα είναι και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου.  40 Τότε δύο άντρες θα είναι στον αγρό, ένας παραλαμβάνεται και ένας αφήνεται.  41 Δύο γυναίκες που θα αλέθουν στο μύλο, μία παραλαμβάνεται και μία αφήνεται.  42 Αγρυπνείτε, λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε ποια ημέρα ο Κύριός σας έρχεται.  43 Και εκείνο ας γνωρίζετε: ότι αν ήξερε ο οικοδεσπότης ποια ώρα της νύχτας έρχεται ο κλέφτης, θα αγρυπνούσε και δε θα άφηνε να διαρρήξουν την οικία του.  44 Γι’ αυτό κι εσείς να είστε έτοιμοι, γιατί την ώρα που δε νομίζετε έρχεται ο Υιός του ανθρώπου».

Ο πιστός και ο κακός δούλος

45 «Ποιος είναι άραγε ο πιστός και φρόνιμος δούλος, τον οποίο κατάστησε ο κύριος επιστάτη πάνω στο υπηρετικό προσωπικό του, για να δώσει σ’ αυτούς την τροφή στον κατάλληλο καιρό; 46 Μακάριος εκείνος ο δούλος που, όταν έρθει ο κύριός του, θα τον βρει να κάνει έτσι.  47 Αλήθεια σας λέω ότι πάνω σε όλα τα υπάρχοντά του θα τον καταστήσει επιστάτη.  48 Αν όμως πει εκείνος ο κακός δούλος μέσα στην καρδιά του: “Αργεί ο κύριός μου”,  49 και αρχίσει να χτυπάει τους σύνδουλούς του, και να τρώει και να πίνει μαζί μ’ εκείνους που μεθούν,  50 θα έρθει ο κύριος εκείνου του δούλου την ημέρα που δεν προσδοκά και την ώρα που δε γνωρίζει,  51 και θα τον κόψει στα δύο και το μερίδιό του θα το θέσει μαζί με τους υποκριτές. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών».

Η παραβολή των δέκα παρθένων

1 «Τότε θα ομοιωθεί η βασιλεία των ουρανών με δέκα παρθένες που, αφού έλαβαν τις δικές τους λαμπάδες, εξήλθαν σε προϋπάντηση του νυμφίου.  2 Πέντε λοιπόν από αυτές ήταν μωρές και πέντε φρόνιμες.  3 Γιατί οι μωρές, ενώ έλαβαν τις λαμπάδες τους, δεν έλαβαν μαζί τους λάδι.  4 Οι φρόνιμες, όμως, έλαβαν λάδι μέσα στα αγγεία μαζί με τις δικές τους λαμπάδες.  5 Επειδή λοιπόν αργούσε ο νυμφίος, νύσταξαν όλες και κοιμούνταν.  6 Αλλά στο μέσο της νύχτας έγινε μια κραυγή: “Ιδού ο νυμφίος, εξέρχεστε προς συνάντησή του”.  7 Τότε σηκώθηκαν όλες οι παρθένες εκείνες και κόσμησαν τις δικές τους λαμπάδες.  8 Και οι μωρές είπαν στις φρόνιμες: “Δώστε σ’ εμάς από το λάδι σας, γιατί οι λαμπάδες μας σβήνουν”.  9 Αποκρίθηκαν τότε οι φρόνιμες λέγοντας: “Όχι, μήπως δεν αρκέσει για μας και για σας. Πηγαίνετε μάλλον προς αυτούς που πουλούν και αγοράστε για τους εαυτούς σας”.  10 Ενώ όμως αυτές έφευγαν, για να αγοράσουν, ήρθε ο νυμφίος, και οι έτοιμες εισήλθαν μαζί του στους γάμους και κλείστηκε η θύρα.  11 Ύστερα, λοιπόν, έρχονται και οι υπόλοιπες παρθένες λέγοντας: “Κύριε, κύριε, άνοιξέ μας”.  12 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: “Αλήθεια σας λέω, δεν σας ξέρω”.  13 Αγρυπνείτε, λοιπόν, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα».

Η παραβολή των ταλάντων

14 «Γιατί θα συμβεί όπως ακριβώς σ’ έναν άνθρωπο που αποδημούσε και κάλεσε τους δικούς του δούλους και τους παράδωσε τα υπάρχοντά του.  15 Και στον έναν έδωσε πέντε τάλαντα και στον άλλο δύο και στον άλλο ένα, σε καθέναν κατά τη δική του ικανότητα, και μετά αποδήμησε. Αμέσως 16 πήγε αυτός που έλαβε τα πέντε τάλαντα, εργάστηκε με αυτά και κέρδισε άλλα πέντε.  17 Ομοίως αυτός που έλαβε τα δύο κέρδισε άλλα δύο.  18 Αλλά εκείνος που έλαβε το ένα, πήγε, έσκαψε στη γη και έκρυψε το χρήμα του κυρίου του.  19 Μετά λοιπόν από πολύ χρόνο, έρχεται ο κύριος εκείνων των δούλων και κάνει λογαριασμό μαζί τους.  20 Τότε πλησίασε αυτός που έλαβε τα πέντε τάλαντα και πρόσφερε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: “Κύριε, πέντε τάλαντα μου παράδωσες. Δες, άλλα πέντε τάλαντα κέρδισα”.  21 Του είπε ο Κύριός του: “Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ. σε λίγα ήσουν πιστός, πάνω σε πολλά θα σε καταστήσω. Είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου”.  22 Πλησίασε τότε και αυτός που έλαβε τα δύο τάλαντα και είπε: “Κύριε, δύο τάλαντα μου παράδωσες. Δες, άλλα δύο τάλαντα κέρδισα”.  23 Του είπε ο κύριός του: “Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ. σε λίγα ήσουν πιστός, πάνω σε πολλά θα σε καταστήσω. Είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου”.  24 Πλησίασε τότε κι εκείνος που είχε λάβει το ένα τάλαντο και είπε: “Κύριε, σε γνώρισα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, που θερίζεις όπου δεν έσπειρες και συνάζεις απ’ όπου δε σκόρπισες.  25 Και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Δες, έχεις το δικό σου”.  26 Αποκρίθηκε τότε ο κύριός του και του είπε: “Πονηρέ δούλε και οκνηρέ, ήξερες ότι θερίζω όπου δεν έσπειρα και συνάζω απ’ όπου δε σκόρπισα;  27 Έπρεπε λοιπόν να βάλεις τα χρήματά μου στους τραπεζίτες και, όταν θα ερχόμουν, εγώ θα έπαιρνα το δικό μου χρήμα μαζί με τόκο.  28 Πάρτε λοιπόν από αυτόν το τάλαντο και δώστε το σ’ εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα.  29 Γιατί σε καθέναν που έχει θα του δοθεί και θα του περισσέψει. Αλλά σε όποιον δεν έχει, και αυτό που έχει θα αφαιρεθεί από αυτόν.  30 Και τον άχρηστο δούλο πετάξτε τον έξω στο σκότος το εξώτερο. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών”».

Η κρίση των εθνών

31 «Όταν λοιπόν έρθει ο Υιός του ανθρώπου μέσα στη δόξα του και όλοι οι άγγελοι μαζί του, τότε θα καθίσει πάνω στο θρόνο της δόξας του.  32 Και όλα τα έθνη θα συναχτούν μπροστά του, και θα τους ξεχωρίσει μεταξύ τους όπως ακριβώς ο ποιμένας ξεχωρίζει τα πρόβατα από τα κατσίκια.  33 Και θα στήσει αφενός τα πρόβατα από τα δεξιά του, αφετέρου τα κατσικάκια από τα αριστερά του.  34 Τότε θα πει ο βασιλιάς σ’ αυτούς που είναι από τα δεξιά του: “Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε την ετοιμασμένη για σας βασιλεία από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου. 35 Γιατί πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε,  36 γυμνός και με ντύσατε, ασθένησα και με επισκεφτήκατε, ήμουν σε φυλακή και ήρθατε προς εμένα”.  37 Τότε θα του αποκριθούν οι δίκαιοι λέγοντας: “Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε, ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις;  38 Και πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε, ή γυμνό και σε ντύσαμε;  39 Και πότε σε είδαμε να είσαι ασθενής ή σε φυλακή και ήρθαμε προς εσένα”;  40 Και αφού αποκριθεί ο βασιλιάς, θα τους πει: “Αλήθεια σας λέω, εφόσον το κάνατε σ’ έναν από αυτούς τους αδελφούς μου τους ασήμαντους, σ’ εμένα το κάνατε”.  41 Τότε θα πει και σ’ αυτούς που θα είναι από τα αριστερά του: “Φύγετε από εμένα οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, την ετοιμασμένη για το Διάβολο και τους αγγέλους του.  42 Γιατί πείνασα και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα και δε μου δώσατε να πιω,  43 ήμουν ξένος και δε με περιμαζέψατε, γυμνός και δε με ντύσατε, ασθενής και σε φυλακή και δε μ’ επισκεφτήκατε”.  44 Τότε θα αποκριθούν και αυτοί λέγοντας: “Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένο ή γυμνό ή ασθενή ή σε φυλακή και δε σε διακονήσαμε”;  45 Τότε θα αποκριθεί σ’ αυτούς λέγοντας: “Αλήθεια σας λέω, εφόσον δεν το κάνατε σ’ έναν από αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σ’ εμένα το κάνατε”.  46 Και θα πάνε αυτοί σε κόλαση αιώνια, ενώ οι δίκαιοι σε ζωή αιώνια».

Συνωμοσία για να σκοτώσουν τον Ιησού

1 Και όταν τελείωσε ο Ιησούς όλα τα λόγια αυτά, είπε στους μαθητές του:  2 «Ξέρετε ότι μετά δύο ημέρες είναι το Πάσχα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί».  3 Τότε συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέα του λεγόμενου Καϊάφα  4 και έκαναν συμβούλιο, για να συλλάβουν τον Ιησού με δόλο και να τον σκοτώσουν.  5 Και έλεγαν: «Όχι κατά την εορτή, για να μη γίνει θόρυβος στο λαό».

Το μύρωμα στη Βηθανία

6 Και όταν ο Ιησούς ήταν στη Βηθανία, στην οικία του Σίμωνα του λεπρού,  7 τον πλησίασε μια γυναίκα έχοντας αλαβάστρινο δοχείο με μύρο πολύτιμο και το κατάχυσε πάνω στο κεφάλι του, ενώ αυτός καθόταν, για να φάει.  8 Όταν το είδαν όμως οι μαθητές, αγανάκτησαν λέγοντας: «Γιατί αυτή η σπατάλη;  9 Επειδή μπορούσε τούτο το μύρο να πουληθεί για πολλά χρήματα και να δοθούν στους φτωχούς».  10 Αλλά επειδή το κατάλαβε ο Ιησούς, τους είπε: «Τι ενοχλείτε τη γυναίκα; Διότι έκανε σ’ εμένα ένα καλό έργο.  11 Γιατί πάντοτε τους φτωχούς τους έχετε μαζί σας, εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε.  12 Επειδή, όταν αυτή έβαλε το μύρο τούτο πάνω στο σώμα μου, το έκανε για τον ενταφιασμό μου.  13 Αλήθεια σας λέω, όπου κι αν κηρυχτεί το ευαγγέλιο αυτό, σε όλο τον κόσμο, θα διαλαληθεί στη μνήμη της και ό,τι έκανε αυτή».

Ο Ιούδας συμφωνεί να προδώσει τον Ιησού

14 Τότε πήγε ένας από τους δώδεκα προς τους αρχιερείς, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης,  15 και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας τον παραδώσω;» Εκείνοι του ζύγισαν τριάντα αργύρια. 16 Και από τότε ζητούσε ευκαιρία για να τον παραδώσει.

Το Πάσχα με τους μαθητές

17 Και την πρώτη ημέρα της εορτής των Αζύμων πλησίασαν οι μαθητές τον Ιησού, λέγοντας: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;»  18 Εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη προς τον δείνα και πείτε του: “Ο δάσκαλος λέει: Ο καιρός μου είναι κοντά. σ’ εσένα θα κάνω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου”».  19 Και έκαναν οι μαθητές όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς και ετοίμασαν το Πάσχα.  20 Και όταν βράδιασε, καθόταν, για να φάει μαζί με τους δώδεκα.  21 Και ενώ αυτοί έτρωγαν, είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι ένας από εσάς θα με προδώσει».  22 Τότε λυπήθηκαν πάρα πολύ και άρχισαν να του λένε καθένας ξεχωριστά: «Μήπως εγώ είμαι, Κύριε;»  23 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Αυτός που βούτηξε μαζί μου το χέρι στο βαθύ πιάτο, αυτός θα με προδώσει.  24 Ο Υιός του ανθρώπου, βέβαια, πηγαίνει καθώς είναι γραμμένο γι’ αυτόν, αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου ο Υιός του ανθρώπου προδίνεται. Θα ήταν καλό γι’ αυτόν αν ο εκείνος άνθρωπος δεν είχε γεννηθεί».  25 Έλαβε τότε το λόγο ο Ιούδας, που τον πρόδωσε, και είπε: «Μήπως εγώ είμαι, ραβί;» Του λέει: «Εσύ το είπες».

Η καθιέρωση της Θείας Ευχαριστίας

26 Ενώ λοιπόν αυτοί έτρωγαν, έλαβε ο Ιησούς άρτο και ευλόγησε το Θεό, τον έκοψε με τα χέρια και, αφού τον έδωσε στους μαθητές, είπε: «Λάβετε, φάτε, τούτο είναι το σώμα μου».  27 Και αφού έλαβε ποτήρι και ευχαρίστησε το Θεό, τους το έδωσε λέγοντας: «Πιείτε όλοι από αυτό,  28 γιατί τούτο είναι το αίμα μου της διαθήκης, που χύνεται χάρη πολλών για άφεση αμαρτιών.  29 Και σας λέω: δε θα πιω από τώρα από τούτο το γέννημα της αμπέλου ως την ημέρα εκείνη, όταν θα το πίνω μαζί σας καινούργιο μέσα στη βασιλεία του Πατέρα μου».  30 Και αφού ύμνησαν, εξήλθαν στο Όρος των Ελαιών.

Προλέγεται η άρνηση του Πέτρου

31 Τότε τους λέει ο Ιησούς: «Όλοι εσείς θα σκανδαλιστείτε σ’ εμένα τη νύχτα αυτή, γιατί είναι γραμμένο: Θα χτυπήσω τον ποιμένα και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του ποιμνίου.  32 Αλλά μετά την έγερσή μου θα πάω πριν από εσάς στη Γαλιλαία».  33 Έλαβε το λόγο τότε ο Πέτρος και του είπε: «Ακόμα κι αν όλοι σκανδαλιστούν σ’ εσένα, εγώ ποτέ δε θα σκανδαλιστώ».  34 Του είπε ο Ιησούς: «Αλήθεια σου λέω ότι αυτήν τη νύχτα, πριν ο πετεινός λαλήσει, τρεις φορές θα με απαρνηθείς».  35 Του λέει ο Πέτρος: «Κι αν χρειαστεί μαζί σου να πεθάνω, δε θα σε απαρνηθώ». Όμοια είπαν και όλοι οι μαθητές.

Η προσευχή στη Γεθσημανή

36 Τότε έρχεται μαζί τους ο Ιησούς σε μια περιοχή που λέγεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές: «Καθίστε εδώ, ωσότου πάω εκεί και προσευχηθώ».  37 Και αφού παράλαβε τον Πέτρο και τους δυο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αδημονεί.  38 Τότε τους λέει: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου, ως το θάνατο. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου».  39 Και αφού προχώρησε σε μικρή απόσταση, έπεσε με το πρόσωπό του προσεχόμενος και λέγοντας: «Πατέρα μου, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει από αυτό εμένα το ποτήρι. Όμως, όχι όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ».  40 Και έρχεται προς τους μαθητές και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει στον Πέτρο: «Έτσι, δεν μπορέσατε μία ώρα να αγρυπνήσετε μαζί μου;  41 Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό. Το πνεύμα είναι βεβαίως πρόθυμο, αλλά η σάρκα ασθενής».  42 Πάλι για δεύτερη φορά έφυγε και προσευχήθηκε λέγοντας: «Πατέρα μου, αν δε δύναται αυτό να παρέλθει αν δεν το πιω, ας γίνει το θέλημά σου».  43 Και ήρθε πάλι και τους βρήκε να κοιμούνται, γιατί ήταν τα μάτια τους βαριά από τη νύστα.  44 Και αφού τους άφησε, πάλι έφυγε και προσευχήθηκε για τρίτη φορά και είπε πάλι τα ίδια λόγια.  45 Τότε έρχεται προς τους μαθητές και τους λέει: «Κοιμάστε λοιπόν και αναπαύεστε! Ιδού, έχει πλησιάσει η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών. 46 Σηκώνεστε, ας πηγαίνουμε. Ιδού, έχει πλησιάσει αυτός που με παραδίνει».

Η προδοσία και η σύλληψη του Ιησού

47 Και ενώ αυτός ακόμα μιλούσε, ιδού, ήρθε ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος πολύς με μάχαιρες και ξύλα από μέρους των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων του λαού.  48 Εκείνος μάλιστα που θα τον παράδινε τους έδωσε σημείο λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι. κρατήστε τον».  49 Και αμέσως πλησίασε τον Ιησού και είπε: «Χαίρε, ραβί», και τον καταφίλησε.  50 Ο Ιησούς τότε του είπε: «Σύντροφε, γι’ αυτό παρευρίσκεσαι;» Τότε πλησίασαν και έβαλαν τα χέρια πάνω στον Ιησού και τον συνέλαβαν.  51 Και ιδού, ένας από αυτούς που ήταν μαζί με τον Ιησού έκτεινε το χέρι και τράβηξε τη μάχαιρά του και, αφού χτύπησε το δούλο τού αρχιερέα, του αφαίρεσε το αυτί.  52 Τότε του λέει ο Ιησούς: «Γύρισε πίσω τη μάχαιρά σου στο μέρος της. γιατί όλοι όσοι έλαβαν μάχαιρα θα χαθούν με μάχαιρα.  53 Ή νομίζεις ότι δε δύναμαι να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και θα μου παρατάξει τώρα περισσότερες από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;  54 Πώς λοιπόν θα εκπληρωθούν οι Γραφές ότι έτσι πρέπει να γίνει;»  55 Εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στους όχλους: «Σαν ενάντια σε ληστή εξήλθατε με μάχαιρες και ξύλα για να με συλλάβετε; Κάθε ημέρα μέσα στο ναό καθόμουν διδάσκοντας, και δε με κρατήσατε.  56 Αλλά όλα αυτά έχουν γίνει, για να εκπληρωθούν οι Γραφές των προφητών». Τότε όλοι οι μαθητές τον άφησαν και έφυγαν.

Ο Ιησούς μπροστά στο μεγάλο συνέδριο

57 Εκείνοι, αφού κράτησαν τον Ιησού, τον οδήγησαν προς τον Καϊάφα τον αρχιερέα όπου συνάχτηκαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι.  58 Και ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα και, αφού εισήλθε μέσα, καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει το τέλος. 59 Οι αρχιερείς, λοιπόν, και όλο το συνέδριο ζητούσαν ψευδομαρτυρία κατά του Ιησού, για να τον θανατώσουν.  60 Αλλά δε βρήκαν, αν και προσήλθαν πολλοί ψευδομάρτυρες. Ύστερα, λοιπόν, προσήλθαν δύο  61 και είπαν: «Αυτός είπε: “Δύναμαι να καταστρέψω το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις ημέρες να τον οικοδομήσω”».  62 Και τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας και του είπε: «Τίποτα δεν αποκρίνεσαι; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;»  63 Αλλά ο Ιησούς σιωπούσε. Και ο αρχιερέας είπε σ’ αυτόν: «Σ’ εξορκίζω απέναντι στο Θεό το ζωντανό, για να μας πεις αν εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού».  64 Του λέει ο Ιησούς: «Εσύ το είπες. Όμως σας λέω: από τώρα θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου να κάθεται από τα δεξιά της Δύναμης και να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». 65 Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του λέγοντας: «Βλαστήμησε. τι ανάγκη έχουμε ακόμη από μάρτυρες; Να, τώρα ακούσατε τη βλαστήμια.  66 τι νομίζετε;» Εκείνοι αποκρίθηκαν και είπαν: « Είναι ένοχος θανάτου ».  67 Τότε έφτυσαν στο πρόσωπό του και τον κολάφισαν, άλλοι τον ράπισαν 68 λέγοντας: «Προφήτεψέ μας, Χριστέ, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;»

Ο Πέτρος απαρνείται τον Ιησού

69 Και ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή. Και τον πλησίασε μία μικρή δούλη λέγοντας: «Και εσύ ήσουν μαζί με τον Ιησού το Γαλιλαίο».  70 Εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους λέγοντας: «Δεν ξέρω τι λες».  71 Και όταν εξήλθε στο προαύλιο, τον είδε μια άλλη και λέει σ’ εκείνους που ήταν εκεί: «Αυτός ήταν μαζί με τον Ιησού το Ναζωραίο».  72 Και πάλι αρνήθηκε με όρκο: «Δεν ξέρω τον άνθρωπο».  73 Μετά από λίγο, λοιπόν, πλησίασαν εκείνοι που είχαν σταθεί εκεί και είπαν στον Πέτρο: «Αλήθεια, κι εσύ είσαι από αυτούς, γιατί και η λαλιά σου σε φανερώνει».  74 Τότε άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται: «Δεν ξέρω τον άνθρωπο». Και αμέσως ένας πετεινός λάλησε.  75 Και τότε θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Ιησού, που του είχε πει: «Πριν ο πετεινός λαλήσει, τρεις φορές θα με απαρνηθείς». Και αφού βγήκε έξω, έκλαψε πικρά.

Ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο

1 Και όταν έγινε πρωί, έκαναν συμβούλιο αποφασίζοντας όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού κατά του Ιησού, ώστε να τον θανατώσουν.  2 Και αφού τον έδεσαν, τον οδήγησαν και τον παράδωσαν στον Πιλάτο, τον ηγεμόνα.

Ο θάνατος του Ιούδα

3 Τότε, όταν είδε ο Ιούδας, που τον παράδωσε, ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε και επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους,  4 λέγοντας: «Αμάρτησα, γιατί παράδωσα αίμα αθώο». Εκείνοι του είπαν: «Τι σχέση έχει αυτό μ’ εμάς; Εσένα θα αφορά».  5 Και αφού έριξε τα αργύρια στο ναό, αναχώρησε και πήγε και κρεμάστηκε.  6 Οι αρχιερείς, τότε, έλαβαν τα αργύρια και είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο θησαυροφυλάκιο του ναού, επειδή είναι τιμή αίματος». 7 Και αφού έκαναν συμβούλιο, αποφάσισαν και αγόρασαν από αυτά τον αγρό του κεραμέα για ταφή των ξένων.  8 Γι’ αυτό καλέστηκε ο αγρός εκείνος, “Αγρός Αίματος”, ως τη σημερινή ημέρα.  9 Τότε εκπληρώθηκε εκείνο που ειπώθηκε μέσω του Ιερεμία του προφήτη, όταν έλεγε: Και έλαβαν τα τριάντα αργύρια, την τιμή εκείνου που είχαν εκτιμήσει, του οποίου την τιμή καθόρισαν μερικοί από τους γιους Ισραήλ,  10 και τα έδωσαν στον αγρό του κεραμέα, καθώς με πρόσταξε ο Κύριος.

Ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο

11 Τότε ο Ιησούς στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα. Και τον επερώτησε ο ηγεμόνας λέγοντας: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Και ο Ιησούς είπε: «Εσύ το λες».  12 Και ενώ τον κατηγορούσαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, τίποτα δεν αποκρίθηκε.  13 Τότε του λέει ο Πιλάτος: «Δεν ακούς πόσα μαρτυρούν εναντίον σου;»  14 Και δεν του αποκρίθηκε ούτε σε ένα λόγο, ώστε θαύμαζε ο ηγεμόνας πολύ.

Ο Ιησούς καταδικάζεται σε θάνατο

15 Κατά την εορτή, λοιπόν, συνήθιζε ο ηγεμόνας να απολύει ένα φυλακισμένο για το πλήθος, όποιον ήθελαν.  16 Και είχαν τότε ένα διαβόητο φυλακισμένο, που τον έλεγαν Ιησού Βαραβά.  17 Ενώ, λοιπόν, αυτοί ήταν συναγμένοι, τους είπε ο Πιλάτος: «Ποιον θέλετε να σας απολύσω, τον Ιησού το Βαραβά ή τον Ιησού το λεγόμενο Χριστό;»  18 Γιατί ήξερε ότι τον παράδωσαν από φθόνο.  19 Και ενώ αυτός καθόταν πάνω στο βήμα, απέστειλε μήνυμα προς αυτόν η γυναίκα του λέγοντας: «Τίποτε να μην υπάρχει ανάμεσα σ’ εσένα και στον δίκαιο εκείνο. γιατί πολλά έπαθα σήμερα στο όνειρό μου εξαιτίας του».  20 Αλλά οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους να ζητήσουν το Βαραβά, ενώ τον Ιησού να τον θανατώσουν.  21 Έλαβε τότε το λόγο ο ηγεμόνας και τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας απολύσω;» Εκείνοι είπαν: «Το Βαραβά».  22 Τους λέει ο Πιλάτος: «Τι λοιπόν να κάνω τον Ιησού, το λεγόμενο Χριστό;» Λένε όλοι: «Να σταυρωθεί».  23 Εκείνος είπε: «Γιατί, τι κακό έκανε;» Εκείνοι περισσότερο έκραζαν λέγοντας: «Να σταυρωθεί».  24 Όταν είδε λοιπόν ο Πιλάτος ότι τίποτα δεν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, αφού έλαβε νερό, ένιψε τα χέρια του απέναντι στον όχλο λέγοντας: «Αθώος είμαι από το αίμα τούτου. εσάς θα αφορά».  25 Και αποκρίθηκε όλος ο λαός και είπε: «Το αίμα αυτού πάνω σ’ εμάς και πάνω στα παιδιά μας».  26 Τότε τους απόλυσε το Βαραβά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παράδωσε για να σταυρωθεί.

Οι στρατιώτες εμπαίζουν τον Ιησού

27 Τότε οι στρατιώτες του ηγεμόνα παραλάβανε τον Ιησού στο πραιτόριο και σύναξαν γύρω του όλη τη στρατιωτική μονάδα.  28 Και αφού τον έγδυσαν, τον περιέβαλαν με κόκκινη χλαμύδα.  29 Και έπλεξαν στεφάνι από αγκάθια και το έθεσαν πάνω στο κεφάλι του και του έδωσαν καλάμι στο δεξί του χέρι. Και γονάτισαν μπροστά του και τον ενέπαιξαν λέγοντας: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων». 30 Και αφού έφτυσαν σ’ αυτόν, έλαβαν το καλάμι και χτυπούσαν στο κεφάλι του.  31 Και όταν τον ενέπαιξαν, τον έγδυσαν από τη χλαμύδα και τον έντυσαν τα ρούχα του και τον οδήγησαν για να τον σταυρώσουν.

Η σταύρωση του Ιησού

32 Καθώς εξέρχονταν, τότε, βρήκαν έναν άνθρωπο Κυρηναίο με το όνομα Σίμωνας. Τούτον αγγάρεψαν, για να σηκώσει το σταυρό του.  33 Και όταν ήρθαν σ’ έναν τόπο λεγόμενο Γολγοθά, που σημαίνει “Κρανίου Τόπος”,  34 του έδωσαν να πιει κρασί ανακατεμένο με χολή. Και όταν γεύτηκε, δε θέλησε να πιει.  35 Τον σταύρωσαν, τότε, και διαμοιράστηκαν τα ιμάτιά του ρίχνοντας κλήρο,  36 και καθισμένοι τον φύλαγαν εκεί.  37 Και έθεσαν πάνω από το κεφάλι του την αιτία της καταδίκης του γραμμένη: “Αυτός είναι ο Ιησούς, ο βασιλιάς των Ιουδαίων”.  38 Τότε σταυρώνονται μαζί του δύο ληστές, ένας από τα δεξιά και ένας από τα αριστερά του.  39 Εκείνοι που πορεύονταν δίπλα του τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους  40 και λέγοντας: «Εσύ που καταστρέφεις το ναό και σε τρεις ημέρες τον οικοδομείς, σώσε τον εαυτό σου, αν είσαι Υιός του Θεού, και κατέβα από το σταυρό».  41 Όμοια και οι αρχιερείς τον ενέπαιζαν μαζί με τους γραμματείς και τους πρεσβυτέρους και έλεγαν:  42 «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δε δύναται να σώσει. Είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατεβεί τώρα από το σταυρό και θα πιστέψουμε σ’ αυτόν.  43 Έχει πεποίθηση στο Θεό. ας τον σώσει τώρα αν τον θέλει. Γιατί είπε: “Είμαι Υιός του Θεού”».  44 Το ίδιο μάλιστα τον έβριζαν και οι ληστές που σταυρώθηκαν μαζί του.

Ο θάνατος του Ιησού

45 Από τις δώδεκα η ώρα το μεσημέρι έγινε λοιπόν σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη ως τις τρεις η ώρα το απόγευμα.  46 Και γύρω στις τρεις η ώρα αναβόησε ο Ιησούς με φωνή μεγάλη λέγοντας: «Ηλι Ηλι λεμα σαβαχθανι;», τουτέστι: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»  47 Τότε μερικοί από εκείνους που είχαν σταθεί εκεί, όταν άκουσαν, έλεγαν: «Αυτός φωνάζει τον Ηλία».  48 Και αμέσως έτρεξε ένας από αυτούς και έλαβε ένα σφουγγάρι και το γέμισε με ξίδι και το έθεσε γύρω από ένα καλάμι και του έδινε να πιει.  49 Αλλά οι υπόλοιποι έλεγαν: «Άφησε, ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας να τον σώσει».  50 Και ο Ιησούς, αφού πάλι έκραξε με φωνή μεγάλη, άφησε το πνεύμα.  51 Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε από πάνω ως κάτω στα δύο, και η γη σείστηκε και οι βράχοι σχίστηκαν,  52 και τα μνήματα ανοίχτηκαν και πολλά σώματα κοιμισμένων αγίων εγέρθηκαν  53 και, αφού εξήλθαν από τα μνήματα, μετά την έγερσή του εισήλθαν στην άγια πόλη και εμφανίστηκαν σε πολλούς.  54 Ο εκατόνταρχος τότε και αυτοί που φύλαγαν μαζί του τον Ιησού, όταν είδαν το σεισμό και όσα έγιναν, φοβήθηκαν πάρα πολύ, λέγοντας: «Αλήθεια, Υιός Θεού ήταν αυτός».  55 Και ήταν εκεί πολλές γυναίκες από μακριά που έβλεπαν, οι οποίες ακολούθησαν τον Ιησού από τη Γαλιλαία και τον διακονούσαν.  56 Μεταξύ των οποίων ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσήφ, και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου.

Ο ενταφιασμός του Ιησού

57 Όταν λοιπόν βράδιασε, ήρθε ένας άνθρωπος πλούσιος από την Αριμαθαία με το όνομα Ιωσήφ, που και αυτός μαθήτεψε στον Ιησού.  58 Αυτός πλησίασε τον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος διέταξε να του αποδοθεί.  59 Και όταν έλαβε το σώμα ο Ιωσήφ, το τύλιξε μέσα σ’ ένα σεντόνι καθαρό  60 και το έθεσε μέσα στο καινούργιο μνήμα του που λατόμησε στο βράχο. Και αφού κύλησε ένα λίθο μεγάλο στη θύρα του μνήματος, έφυγε.  61 Ήταν τότε εκεί η Μαριάμ η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία καθισμένες απέναντι στον τάφο.

Η φρούρηση του τάφου

62 Και την επόμενη ημέρα, που είναι μετά την ημέρα της παρασκευής, συνάχτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι μπροστά στον Πιλάτο  63 λέγοντας: «Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος είπε, ενώ ακόμα ζούσε: “Θα εγερθώ μετά τρεις ημέρες”.  64 Διάταξε λοιπόν να ασφαλιστεί ο τάφος ως την τρίτη ημέρα, μην τυχόν έρθουν οι μαθητές του και τον κλέψουν και πουν στο λαό: “Εγέρθηκε από τους νεκρούς” – και θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη από την πρώτη».  65 Τους είπε ο Πιλάτος: «Έχετε φρουρά. πηγαίνετε, ασφαλίστε όπως ξέρετε».  66 Εκείνοι πορεύτηκαν και ασφάλισαν τον τάφο, αφού σφράγισαν το λίθο μαζί με τη φρουρά.

Η ανάσταση του Ιησού

1 Και αργά τη νύχτα το Σάββατο, ενώ φώτιζε η πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο, ήρθε η Μαριάμ η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, για να δουν τον τάφο.  2 Και ιδού, έγινε σεισμός μεγάλος. Γιατί άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε από τον ουρανό και πλησίασε, κύλησε μακριά το λίθο και καθόταν πάνω του.  3 Και ήταν η όψη του σαν αστραπή και το ένδυμά του λευκό σαν χιόνι.  4 Και από το φόβο του ταράχτηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί.  5 Έλαβε το λόγο τότε ο άγγελος και είπε στις γυναίκες: «Μη φοβάστε εσείς, γιατί ξέρω ότι ζητάτε τον Ιησού το σταυρωμένο.  6 Δεν είναι εδώ, γιατί εγέρθηκε καθώς είπε. Ελάτε, δείτε τον τόπο όπου βρισκόταν ξαπλωμένος.  7 Και γρήγορα πηγαίνετε και πείτε στους μαθητές του ότι εγέρθηκε από τους νεκρούς. Και ιδού, πηγαίνει πριν από εσάς στη Γαλιλαία. εκεί θα τον δείτε. Ιδού, σας το είπα».  8 Τότε έφυγαν γρήγορα από το μνήμα με φόβο και χαρά μεγάλη και έτρεξαν να το αναγγείλουν στους μαθητές του.  9 Και ιδού, ο Ιησούς τις προϋπάντησε λέγοντας: «Χαίρετε». Εκείνες πλησίασαν και του κράτησαν τα πόδια και τον προσκύνησαν.  10 Τότε ο Ιησούς τους λέει: «Μη φοβάστε. πηγαίνετε, αναγγείλετε στους αδελφούς μου να φύγουν για τη Γαλιλαία, κι εκεί θα με δουν».

Η αναφορά των φρουρών

11 Και ενώ αυτές πορεύονταν, ιδού, μερικοί στρατιώτες της φρουράς ήρθαν στην πόλη και ανάγγειλαν στους αρχιερείς όλα όσα έγιναν.  12 Και αφού συνάχτηκαν μαζί με τους πρεσβυτέρους και έκαναν συμβούλιο, έλαβαν αργύρια αρκετά και τα έδωσαν στους στρατιώτες,  13 λέγοντας: «Πείτε: “Οι μαθητές του ήρθαν νύχτα και τον έκλεψαν, ενώ εμείς κοιμόμασταν”.  14 Και αν ακουστεί αυτό μπροστά στον ηγεμόνα, εμείς θα τον καθησυχάσουμε και εσάς θα κάνουμε αμέριμνους». 15 Εκείνοι, αφού έλαβαν τα αργύρια, έκαναν όπως τους δασκάλεψαν. Και διαδόθηκε η φήμη αυτού του λόγου μεταξύ των Ιουδαίων μέχρι τη σημερινή ημέρα.

Η αποστολή των μαθητών

16 Και οι έντεκα μαθητές πορεύτηκαν στη Γαλιλαία, στο όρος που τους διέταξε ο Ιησούς  17 και, όταν τον είδαν, τον προσκύνησαν. άλλοι δίστασαν.  18 Τότε πλησίασε ο Ιησούς και τους μίλησε, λέγοντας: «Μου δόθηκε κάθε εξουσία στον ουρανό και πάνω στη γη.  19 Πορευτείτε, λοιπόν, και μαθητέψτε όλα τα έθνη, βαφτίζοντας αυτούς στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντας αυτούς να τηρούν όλα όσα σας έδωσα εντολή. Και ιδού, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες ως τη συντέλεια του αιώνα».