Το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή

1 Αρχή του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού.  2 Καθώς είναι γραμμένο στον Ησαΐα τον προφήτη: Ιδού, αποστέλλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από το πρόσωπό σου ο οποίος θα παρασκευάσει την οδό σου.  3 Φωνή ενός που φωνάζει δυνατά στην έρημο: «Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, ίσια κάνετε τα μονοπάτια του»,  4 παρουσιάστηκε ο Ιωάννης που βάφτιζε στην έρημο και κήρυττε βάφτισμα μετάνοιας σε άφεση αμαρτιών.  5 Και πορευόταν έξω προς αυτόν όλη η χώρα της Ιουδαίας και οι Ιεροσολυμίτες όλοι, και βαφτίζονταν από αυτόν στον Ιορδάνη ποταμό, αφού εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους.  6 Και ήταν ο Ιωάννης ντυμένος με ρούχο από τρίχες καμήλας και με ζώνη δερμάτινη γύρω από τη μέση του και έτρωγε ακρίδες και μέλι από αγριομέλισσες.  7 Και κήρυττε λέγοντας: «Έρχεται ο ισχυρότερός μου ύστερα από εμένα, του οποίου δεν είμαι ικανός να σκύψω και να λύσω το λουρί των υποδημάτων του.  8 Εγώ σας βάφτισα σε νερό, αυτός όμως θα σας βαφτίσει μέσα σε Πνεύμα Άγιο».

Η βάπτιση του Ιησού

9 Και κατ’ εκείνες τις ημέρες ήρθε ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και βαφτίστηκε στον Ιορδάνη από τον Ιωάννη.  10 Και ευθύς, ανεβαίνοντας από το νερό, είδε να σχίζονται οι ουρανοί και το Πνεύμα σαν περιστέρι να κατεβαίνει σ’ αυτόν.  11 Και μια φωνή έγινε από τους ουρανούς: «Εσύ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, σ’ εσένα ευαρεστήθηκα».

Οι πειρασμοί του Ιησού

12 Και ευθύς το Πνεύμα τον βγάζει στην έρημο.  13 Και πειραζόταν συνεχώς στην έρημο σαράντα ημέρες από το Σατανά. Και ήταν μαζί με τα θηρία και οι άγγελοι τον διακονούσαν.

Η αρχή της διακονίας στη Γαλιλαία

14 Μετά λοιπόν την παράδοση του Ιωάννη στη φυλακή, ήρθε ο Ιησούς στη Γαλιλαία κηρύττοντας το ευαγγέλιο του Θεού  15 και λέγοντας: «Έχει συμπληρωθεί ο καιρός και έχει πλησιάσει η βασιλεία του Θεού. Μετανοείτε και πιστεύετε στο ευαγγέλιο».

Το κάλεσμα των τεσσάρων ψαράδων

16 Και βαδίζοντας δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας, είδε το Σίμωνα και τον Ανδρέα, τον αδελφό του Σίμωνα, να ρίχνουν δίχτυα μέσα στη λίμνη. γιατί ήταν ψαράδες.  17 Και τους είπε ο Ιησούς: «Ελάτε πίσω μου, και θα σας κάνω να γίνετε ψαράδες ανθρώπων».  18 Και ευθύς άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν.  19 Και αφού προχώρησε λίγο, είδε τον Ιάκωβο, το γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάννη τον αδελφό του, και αυτούς μέσα στο πλοίο να διορθώνουν τα δίχτυα,  20 και ευθύς τους κάλεσε. Και άφησαν τον πατέρα τους το Ζεβεδαίο μέσα στο πλοίο μαζί με τους μισθωτούς και έφυγαν ακολουθώντας πίσω του.

Ο άνθρωπος με το ακάθαρτο πνεύμα

21 Και μπαίνουν στην Καπερναούμ. Και ευθύς το Σάββατο εισήλθε στη συναγωγή και δίδασκε. 22 Και εκπλήττονταν για τη διδαχή του. γιατί τους δίδασκε συνεχώς όπως ένας που έχει εξουσία, και όχι όπως οι γραμματείς.  23 Και ευθύς ήταν στη συναγωγή τους ένας άνθρωπος με πνεύμα ακάθαρτο και έκραξε δυνατά  24 λέγοντας: «Τι σχέση έχουμε εμείς κι εσύ, Ιησού Ναζαρηνέ; Ήρθες για να μας καταστρέψεις; Σε ξέρω ποιος είσαι: ο Άγιος του Θεού».  25 Και επιτίμησε αυτό ο Ιησούς λέγοντας: «Φιμώσου και έξελθε από αυτόν».  26 Και αφού τον σπάραξε το πνεύμα το ακάθαρτο και φώναξε με φωνή μεγάλη, εξήλθε από αυτόν.  27 Και θαμπώθηκαν από θαυμασμό όλοι, ώστε συζητούσαν μεταξύ τους λέγοντας: «Τι είναι αυτό; Διδαχή καινούργια με εξουσία! Και τα πνεύματα τα ακάθαρτα διατάζει, και τον υπακούν».  28 Και εξήλθε η φήμη του ευθύς παντού σε όλα τα περίχωρα της Γαλιλαίας.

Θεραπεία πολλών αρρώστων

29 Και ευθύς από τη συναγωγή μόλις εξήλθαν, ήρθαν στην οικία του Σίμωνα και του Ανδρέα, μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.  30 Η πεθερά, όμως, του Σίμωνα ήταν κατάκοιτη με πυρετό. και ευθύς του λένε γι’ αυτήν.  31 Και πλησίασε και τη σήκωσε, αφού την κράτησε από το χέρι. και την άφησε ο πυρετός και τους διακονούσε.  32 Όταν λοιπόν βράδιασε, όταν έδυσε ο ήλιος, έφεραν προς αυτόν όλους όσοι ήταν σε κακή κατάσταση και τους δαιμονισμένους.  33 Και ήταν όλη η πόλη συναγμένη στο ίδιο μέρος μπροστά στη θύρα.  34 Και θεράπευσε πολλούς που ήταν σε κακή κατάσταση από ποικίλες νόσους, και έβγαλε πολλά δαιμόνια, και δεν άφηνε να μιλούν τα δαιμόνια, γιατί τον ήξεραν.

Ο Ιησούς περιοδεύει κηρύττοντας

35 Και το πρωί, μέσα σε πολύ βαθιά νύχτα, αφού σηκώθηκε, εξήλθε και πήγε σε έρημο τόπο, κι εκεί προσευχόταν.  36 Και έτρεξε πίσω του ο Σίμωνας και όσοι ήταν μαζί του,  37 και τον βρήκαν και του λένε: «Όλοι σε ζητούν».  38 Και τους λέει: «Ας πηγαίνουμε αλλού, στις γειτονικές κωμοπόλεις, για να κηρύξω και εκεί. γιατί γι’ αυτό εξήλθα».  39 Και ήρθε κηρύττοντας στις συναγωγές τους σε όλη τη Γαλιλαία και βγάζοντας τα δαιμόνια.

Ο καθαρισμός ενός λεπρού

40 Και έρχεται προς αυτόν ένας λεπρός, παρακαλώντας τον γονατιστός και λέγοντάς του: «Αν θέλεις, δύνασαι να με καθαρίσεις».  41 Και επειδή τον σπλαχνίστηκε, εξέτεινε το χέρι του, τον άγγιξε και του λέει: «Θέλω, καθαρίσου».  42 Και ευθύς έφυγε από αυτόν η λέπρα και καθαρίστηκε.  43 Και τότε του μίλησε αυστηρά και ευθύς τον έβγαλε έξω  44 και του λέει: «Κοίτα να μην πεις τίποτα σε κανέναν, αλλά πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου αυτά που πρόσταξε ο Μωυσής, ως μαρτυρία σ’ αυτούς».  45 Εκείνος, όταν εξήλθε, άρχισε να διακηρύττει πολλά και να διαφημίζει το γεγονός, ώστε αυτός να μη δύναται πια να εισέλθει σε καμιά πόλη φανερά, αλλά ήταν έξω σε έρημους τόπους. και έρχονταν προς αυτόν από παντού.

Η θεραπεία ενός παράλυτου

1 Και όταν εισήλθε πάλι στην Καπερναούμ ύστερα από μερικές ημέρες, ακούστηκε ότι είναι μέσα σ’ έναν οίκο.  2 Και συνάχτηκαν πολλοί, ώστε να μη χωρούν πια μήτε στα μέρη μπροστά στη θύρα. και τους μιλούσε το λόγο του Θεού.  3 Και έρχονται φέρνοντας προς αυτόν έναν παράλυτο που τον σήκωναν τέσσερις.  4 Και επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν προς αυτόν εξαιτίας του πλήθους, αφαίρεσαν τη στέγη της οικίας όπου ήταν και, αφού έκαναν άνοιγμα, κατεβάζουν το κρεβάτι όπου ο παράλυτος ήταν κατάκοιτος.  5 Και όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, λέει στον παράλυτο: «Τέκνο μου, σου αφήνονται οι αμαρτίες».  6 Ήταν τότε μερικοί από τους γραμματείς εκεί, που κάθονταν και διαλογίζονταν μέσα στις καρδιές τους:  7 «Γιατί αυτός έτσι μιλάει; Βλαστημά. Ποιος δύναται να αφήνει αμαρτίες παρά μόνο ένας, ο Θεός;»  8 Και ευθύς, επειδή κατάλαβε καλά ο Ιησούς στο πνεύμα του ότι έτσι διαλογίζονται μέσα τους, τους λέει: «Γιατί διαλογίζεστε αυτά μέσα στις καρδιές σας;  9 Τι είναι ευκολότερο, να πω στον παράλυτο: “Σου αφήνονται οι αμαρτίες”, ή να πω: “Σήκω και πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα”;  10 Αλλά για να μάθετε ότι εξουσία έχει ο Υιός του ανθρώπου να αφήνει αμαρτίες πάνω στη γη» – λέει στον παράλυτο:  11 «Σου λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στον οίκο σου».  12 Και εκείνος σηκώθηκε και ευθύς πήρε το κρεβάτι του και εξήλθε από την οικία μπροστά σε όλους, ώστε να μένουν εκστατικοί όλοι και να δοξάζουν το Θεό λέγοντας: «Έτσι δεν είδαμε ποτέ!»

Η κλήση του Λευί

13 Και εξήλθε πάλι δίπλα στη λίμνη. Και όλο το πλήθος ερχόταν προς αυτόν και τους δίδασκε.  14 Και προχωρώντας εκεί κοντά είδε το Λευί, το γιο του Αλφαίου, να κάθεται στο τελωνείο και του λέει: «Ακολούθα με». Και σηκώθηκε και τον ακολούθησε.  15 Και αυτός κάθεται, για να φάει μέσα στην οικία του, και πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί κάθισαν, για να φάνε μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του. Ήταν πράγματι πολλοί και τον ακολουθούσαν.  16 Και οι γραμματείς των Φαρισαίων, όταν είδαν ότι τρώει μαζί με τους αμαρτωλούς και τους τελώνες, έλεγαν στους μαθητές του: «Τρώει μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;»  17 Και επειδή το άκουσε ο Ιησούς, τους λέει: «Δεν έχουν ανάγκη οι υγιείς από γιατρό, αλλά οι ασθενείς. Δεν ήρθα να καλέσω δίκαιους, αλλά αμαρτωλούς».

Το θέμα της νηστείας

18 Και οι μαθητές του Ιωάννη και οι Φαρισαίοι νήστευαν. Και έρχονται και του λένε: «Γιατί οι μαθητές του Ιωάννη και οι μαθητές των Φαρισαίων νηστεύουν, ενώ οι δικοί σου μαθητές δε νηστεύουν;»  19 Και τους είπε ο Ιησούς: «Μήπως δύνανται οι καλεσμένοι στο γάμο, ενώ ο γαμπρός είναι μαζί τους, να νηστεύουν; Όσο χρόνο έχουν το γαμπρό μαζί τους δε δύνανται να νηστεύουν. 20 Θα έρθουν όμως ημέρες, όταν αφαιρεθεί από αυτούς ο γαμπρός, και τότε θα νηστέψουν κατ’ εκείνη την ημέρα.  21 Κανείς δε ράβει μπάλωμα από ασυρρίκνωτο καινούργιο ύφασμα πάνω σε ρούχο παλιό. Ειδεμή, τραβάει το συμπλήρωμα από αυτό, το καινούργιο από το παλιό, και γίνεται χειρότερο σχίσιμο.  22 Και κανείς δε βάζει κρασί νέο σε ασκιά παλιά. Ειδεμή, το κρασί θα σπάσει τα ασκιά, και χάνεται το κρασί και τα ασκιά. Αλλά κρασί νέο βάζουν σε ασκιά καινούργια».

Η τήρηση του Σαββάτου

23 Και το Σάββατο αυτός προχωρούσε μέσα από τα σπαρτά, και οι μαθητές του άρχισαν να κάνουν δρόμο μαδώντας τα στάχυα.  24 Και οι Φαρισαίοι του έλεγαν: «Δες τι κάνουν το Σάββατο, πράγμα που δεν επιτρέπεται!»  25 Και τους λέει: «Ποτέ δε διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν είχε ανάγκη και πείνασε αυτός και όσοι ήταν μαζί του;  26 Πώς εισήλθε στον οίκο του Θεού επί Αβιάθαρ του αρχιερέα και έφαγε τους άρτους της προθέσεως, τους οποίους δεν επιτρέπεται να φάνε παρά μόνο οι ιερείς, και έδωσε και σ’ όσους ήταν μαζί του;»  27 Και τους έλεγε: «Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο.  28 Ώστε Κύριος είναι ο Υιός του ανθρώπου και του Σαββάτου».

Ο άνθρωπος με το ξερό χέρι

1 Και εισήλθε πάλι στη συναγωγή. Και ήταν εκεί ένας άνθρωπος έχοντας ξεραμένο το χέρι.  2 Και τον παρατηρούσαν αν θα τον θεραπεύσει το Σάββατο, για να τον κατηγορήσουν.  3 Και λέει στον άνθρωπο που είχε το ξερό χέρι: «Σήκω στο μέσο».  4 Και τους ρωτά: «Επιτρέπεται κανείς το Σάββατο να κάνει αγαθό ή να κακοποιήσει, να σώσει ζωή ή να σκοτώσει;» Εκείνοι σιωπούσαν.  5 Και αφού τους κοίταξε γύρω με οργή, λυπημένος συγχρόνως για την πώρωση της καρδιάς τους, λέει στον άνθρωπο: «Έκτεινε το χέρι σου». Και το εξέτεινε και αποκαταστάθηκε το χέρι του.  6 Και όταν εξήλθαν οι Φαρισαίοι, ευθύς έκαναν συμβούλιο μαζί με τους Ηρωδιανούς αποφασίζοντας εναντίον του, για να τον σκοτώσουν.

Ένα μεγάλο πλήθος στην ακρογιαλιά

7 Και ο Ιησούς αναχώρησε προς τη λίμνη μαζί με τους μαθητές του, και πολύ πλήθος τους ακολούθησε από τη Γαλιλαία και από την Ιουδαία  8 και από τα Ιεροσόλυμα και από την Ιδουμαία και πέρα από τον Ιορδάνη, και πολύ πλήθος που κατοικούσε γύρω από την Τύρο και τη Σιδώνα ήρθε προς αυτόν, επειδή άκουγαν όσα έκανε.  9 Και είπε στους μαθητές του να παραμένει κοντά του ένα πλοιάριο, εξαιτίας του πλήθους, για να μην τον συνθλίβουν.  10 Γιατί πολλούς θεράπευσε, ώστε έπεφταν πάνω του για να τον αγγίξουν όσοι είχαν μάστιγες.  11 Και τα πνεύματα τα ακάθαρτα, όταν τον έβλεπαν, έπεφταν μπροστά του και έκραζαν λέγοντας: «Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού».  12 Και πολύ τα επιτιμούσε, για να μην τον κάνουν φανερό.

Η εκλογή των δώδεκα μαθητών

13 Και ανεβαίνει στο όρος και προσκαλεί όσους ήθελε αυτός, και πήγαν προς αυτόν.  14 Και διόρισε δώδεκα, τους οποίους και ονόμασε “αποστόλους”, για να είναι μαζί του και για να τους αποστέλλει να κηρύττουν  15 και να έχουν εξουσία να βγάζουν τα δαιμόνια.  16 Και διόρισε τους δώδεκα, και επέθεσε στο Σίμωνα το όνομα Πέτρος,  17 και στον Ιάκωβο, το γιο του Ζεβεδαίου, και στον Ιωάννη τον αδελφό του Ιακώβου τους επέθεσε τότε τα ονόματα Βοανηργές, που σημαίνει “Γιοι Βροντής”. 18 Και διάλεξε επίσης τον Ανδρέα και το Φίλιππο και το Βαρθολομαίο και το Ματθαίο και το Θωμά και τον Ιάκωβο, το γιο του Αλφαίου, και το Θαδδαίο και το Σίμωνα τον Καναναίο  19 και τον Ιούδα Ισκαριώτη, ο οποίος και τον παράδωσε.

Ο Ιησούς και ο Βεελζεβούλ

20 Και έρχεται σ’ έναν οίκο. και συνέρχεται πάλι το πλήθος, ώστε αυτοί να μη δύνανται μήτε άρτο να φάνε.  21 Και όταν το άκουσαν οι δικοί του, εξήλθαν για να τον κρατήσουν. γιατί έλεγαν ότι ήταν εκτός εαυτού.  22 Και οι γραμματείς που κατέβηκαν από τα Ιεροσόλυμα έλεγαν ότι έχει το Βεελζεβούλ, και ότι μέσω του άρχοντα των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια.  23 Και τους προσκάλεσε και τους έλεγε με παραβολές: «Πώς δύναται Σατανάς να βγάζει Σατανά;  24 Και αν μια βασιλεία χωριστεί κατά του εαυτού της, εκείνη η βασιλεία δε δύναται να σταθεί.  25 Και αν μια οικία χωριστεί κατά του εαυτού της, εκείνη η οικία δε θα δυνηθεί να σταθεί.  26 Και αν ο Σατανάς σηκώθηκε κατά του εαυτού του και χωρίστηκε, δε δύναται να σταθεί, αλλά έχει τέλος.  27 Αλλά δε δύναται κανείς να εισέλθει στην οικία του ισχυρού και να λεηλατήσει τα σκεύη του, αν πρώτα δε δέσει τον ισχυρό, και τότε την οικία του θα τη λεηλατήσει.  28 Αλήθεια σας λέω ότι όλα τα αμαρτήματα και οι βλαστήμιες θα αφεθούν στους γιους των ανθρώπων, όσα κι αν βλαστημήσουν.  29 Όποιος όμως βλαστημήσει ενάντια στο Πνεύμα το Άγιο, δεν έχει άφεση στον αιώνα, αλλά είναι ένοχος αιώνιου αμαρτήματος». 30 Γιατί έλεγαν: «Έχει πνεύμα ακάθαρτο».

Η μητέρα και οι αδελφοί του Ιησού

31 Και έρχεται η μητέρα του και οι αδελφοί του και, αφού στάθηκαν έξω, απέστειλαν μήνυμα προς αυτόν καλώντας τον.  32 Και γύρω του καθόταν πλήθος, και του λένε: «Ιδού, η μητέρα σου και οι αδελφοί σου και οι αδελφές σου σε ζητούν έξω».  33 Και τότε αποκρίθηκε και τους λέει: «Ποια είναι η μητέρα μου και ποιοι οι αδελφοί μου;»  34 Και αφού κοίταξε ολόγυρα προς αυτούς που κάθονταν γύρω του κυκλικά, λέει: «Να η μητέρα μου και οι αδελφοί μου.  35 Γιατί όποιος κι αν κάνει το θέλημα του Θεού, αυτός είναι αδελφός μου και αδελφή και μητέρα».

Η παραβολή του σπορέα

1 Και άρχισε πάλι να διδάσκει δίπλα στη λίμνη. Και συνάζεται κοντά του πλήθος πάρα πολύ, ώστε αυτός αναγκάστηκε να μπει σ’ ένα πλοίο και να καθίσει στη λίμνη, και όλο το πλήθος ήταν κοντά στη λίμνη, στην ξηρά.  2 Και τους δίδασκε πολλά με παραβολές και τους έλεγε στη διδαχή του: 3 «Ακούτε: ιδού, εξήλθε ο σπορέας για να σπείρει.  4 Και συνέβηκε, ενώ έσπερνε, ένας σπόρος να πέσει δίπλα στην οδό και ήρθαν τα πετεινά και τον κατάφαγαν.  5 Και άλλος έπεσε πάνω στο πετρώδες έδαφος όπου δεν είχε γη πολλή και ευθύς φύτρωσε, επειδή δεν είχε βάθος η γη.  6 Και όταν ανάτειλε ο ήλιος, κάηκε και, επειδή δεν είχε ρίζα, ξεράθηκε.  7 Και άλλος έπεσε στα αγκάθια, και μεγάλωσαν τα αγκάθια και τον συνέπνιξαν, και δεν έδωσε καρπό.  8 Και άλλοι έπεσαν στη γη την καλή και έδιναν καρπό που μεγάλωνε, και οι σπόροι αυξάνονταν και έφερε ο ένας τριάντα και ο άλλος εξήντα και ο άλλος εκατό».  9 Και έλεγε: «Αυτός που έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει».

Ο σκοπός των παραβολών

10 Και όταν έμεινε μόνος, τον ρωτούσαν εκείνοι που ήταν γύρω του μαζί με τους δώδεκα για τις παραβολές.  11 Και τους έλεγε: «Σ’ εσάς έχει δοθεί το μυστήριο της βασιλείας του Θεού. Αλλά σ’ εκείνους, τους έξω, τα πάντα γίνονται με παραβολές,  12 για να βλέπουν συνεχώς αλλά να μη δουν, και ν’ ακούν συνεχώς αλλά να μην καταλαβαίνουν, μην τυχόν επιστρέψουν στο Θεό και αφεθεί σ’ αυτούς η αμαρτία».

Η εξήγηση της παραβολής του σπορέα

13 Και τους λέει: «Δεν καταλαβαίνετε την παραβολή αυτή, και τότε πώς όλες τις παραβολές θα καταλάβετε;  14 Ο σπορέας σπέρνει το λόγο.  15 Και αυτοί είναι όσοι έπεσαν δίπλα στην οδό: είναι οι άνθρωποι όπου σπέρνεται ο λόγος, αλλά όταν τον ακούσουν, ευθύς έρχεται ο Σατανάς και αφαιρεί το λόγο τον σπαρμένο σ’ αυτούς.  16 Και όσοι σπέρνονται στα πετρώδη εδάφη είναι αυτοί που, όταν ακούσουν το λόγο, ευθύς με χαρά τον λαβαίνουν,  17 όμως δεν έχουν ρίζα μέσα τους αλλά είναι πρόσκαιροι. Έπειτα, όταν γίνει θλίψη ή διωγμός εξαιτίας του λόγου, ευθύς σκανδαλίζονται.  18 Και άλλοι είναι που σπέρνονται στα αγκάθια: αυτοί είναι όσοι το λόγο τον άκουσαν,  19 αλλά οι μέριμνες του αιώνα και η απάτη του πλούτου και οι επιθυμίες που μπαίνουν μέσα τους για τα λοιπά πράγματα συμπνίγουν το λόγο και γίνεται άκαρπος.  20 Και όσοι σπάρθηκαν στη γη την καλή είναι εκείνοι οι οποίοι ακούνε το λόγο και τον παραδέχονται και καρποφορούν, ο ένας τριάντα και ο άλλος εξήντα και ο άλλος εκατό».

Το φως κάτω από το μόδι

21 Και τους έλεγε: «Μήπως ετοιμάζεται ο λύχνος για να τεθεί κάτω από το μόδι ή κάτω από το κρεβάτι; Δεν ετοιμάζεται για να τεθεί πάνω στο λυχνοστάτη;  22 Γιατί δεν υπάρχει κρυφό που να μη φανερωθεί, ούτε έγινε απόκρυφο παρά για να έρθει στο φανερό.  23 Αν κάποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει».  24 Και τους έλεγε: «Προσέχετε τι ακούτε. Με όποιο μέτρο μετράτε θα μετρηθεί σ’ εσάς και θα σας προστεθεί.  25 Γιατί σ’ όποιον έχει θα του δοθεί. αλλά σ’ όποιον δεν έχει, και αυτό που έχει θα αφαιρεθεί από αυτόν».

Η παραβολή του σπόρου που αυξάνεται

26 Και έλεγε: «Έτσι είναι η βασιλεία του Θεού: όπως ένας άνθρωπος που έριξε το σπόρο στη γη 27 και κοιμάται και σηκώνεται νύχτα και ημέρα, και ο σπόρος βλασταίνει και μεγαλώνει με τρόπο που αυτός δεν ξέρει.  28 Αυτόματα η γη καρποφορεί, πρώτα χορτάρι, έπειτα στάχυ, έπειτα πλήρες σιτάρι μέσα στο στάχυ.  29 Όταν λοιπόν παραδοθεί ώριμος ο καρπός, ευθύς αποστέλλει το δρεπάνι, γιατί έχει έρθει ο θερισμός».

Η παραβολή του κόκκου του σιναπιού

30 Και έλεγε: «Πώς να παρομοιάσουμε τη βασιλεία του Θεού ή με ποια παραβολή να την παραθέσουμε;  31 Είναι σαν κόκκος σιναπιού που, όταν σπαρθεί στη γη, είναι μικρότερος από όλους τους σπόρους που βρίσκονται στη γη.  32 Και όταν σπαρθεί, αυξάνει και γίνεται το μεγαλύτερο από όλα τα λάχανα, και κάνει μεγάλα κλαδιά, ώστε τα πετεινά του ουρανού να δύνανται να φωλιάζουν κάτω από τη σκιά του».

Ο τρόπος χρήσεως των παραβολών

33 Και με τέτοιες πολλές παραβολές τους μιλούσε το λόγο του Θεού, καθώς μπορούσαν να ακούνε. 34 Και χωρίς παραβολή δεν τους μιλούσε, αλλά ιδιαιτέρως στους δικούς του μαθητές τα επέλυε όλα.

Η κατάπαυση της τρικυμίας

35 Και τους λέει εκείνη την ημέρα, όταν βράδιασε: «Ας περάσουμε αντίπερα στη λίμνη».  36 Και αφού άφησαν το πλήθος, παραλαβαίνουν αυτόν όπως ήταν μέσα στο πλοίο. και άλλα πλοία ήταν μαζί του.  37 Και γίνεται λαίλαπα μεγάλη από άνεμο και τα κύματα ρίχνονταν πάνω στο πλοίο, ώστε ήδη το πλοίο να γεμίζει νερά.  38 Αλλά αυτός ήταν στην πρύμη πάνω στο προσκεφάλι και κοιμόταν. Και τον ξυπνούν και του λένε: «Δάσκαλε, δε σε μέλει που χανόμαστε;»  39 Και αφού σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο και είπε στη θάλασσα: «Σώπα, φιμώσου». Και κόπασε ο άνεμος και έγινε μεγάλη γαλήνη.  40 Και τους είπε: «Γιατί είστε δειλοί; Ακόμα δεν έχετε πίστη;»  41 Και φοβήθηκαν με φόβο μεγάλο και έλεγαν ο ένας προς τον άλλο: «Ποιος άραγε είναι αυτός που και ο άνεμος και η θάλασσα τον υπακούνε;»

Η θεραπεία του δαιμονισμένου Γερασηνού

1 Και ήρθαν αντίπερα στη λίμνη, στη χώρα των Γερασηνών.  2 Και όταν αυτός εξήλθε από το πλοίο, ευθύς ένας άνθρωπος με πνεύμα ακάθαρτο τον συνάντησε από τα μνήματα,  3 που την κατοίκησή του την είχε στα μνήματα. Και εκτός από αυτό, κανείς δεν μπορούσε να τον δέσει ούτε με αλυσίδα, 4 γιατί πολλές φορές τον είχαν δέσει με ποδόδεσμα και με αλυσίδες, αλλά οι αλυσίδες διασπάστηκαν από αυτόν και τα ποδόδεσμα είχαν συντριφτεί, και κανείς δεν μπορούσε να τον δαμάσει.  5 Και διαπαντός, νύχτα και ημέρα έκραζε συνεχώς στα μνήματα και στα όρη, και κατάκοβε τον εαυτό του με λίθους.  6 Και όταν είδε τον Ιησού από μακριά, έτρεξε και τον προσκύνησε  7 και, αφού έκραξε με φωνή μεγάλη, του λέει: «Τι σχέση έχουμε εγώ κι εσύ, Ιησού, Υιέ του Θεού του ύψιστου; Σε ορκίζω στο Θεό, μη με βασανίσεις».  8 Γιατί ο Ιησούς του έλεγε: « Πνεύμα ακάθαρτο, έξελθε από τον άνθρωπο».  9 Και τον επερωτούσε: «Τι όνομα έχεις;» Και του λέει: «Λεγεώνα είναι το όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί».  10 Και τον παρακαλούσε πολύ να μην τα αποστείλει έξω από τη χώρα.  11 Ήταν λοιπόν εκεί κοντά στο όρος μια μεγάλη αγέλη χοίρων που έβοσκε.  12 Και τον παρακάλεσαν λέγοντας: «Στείλε μας στους χοίρους, για να εισέλθουμε σ’ αυτούς».  13 Και τους το επέτρεψε. Και αφού εξήλθαν τα πνεύματα τα ακάθαρτα, εισήλθαν στους χοίρους και όρμησε η αγέλη κάτω στον γκρεμό, στη λίμνη, ήταν περίπου δύο χιλιάδες, και πνίγονταν μέσα στη λίμνη.  14 Και αυτοί που τους έβοσκαν έφυγαν και το ανάγγειλαν στην πόλη και στους αγρούς. Και ήρθαν, για να δουν τι είναι το γεγονός,  15 και έρχονται προς τον Ιησού και βλέπουν τον δαιμονισμένο να κάθεται ντυμένος και σώφρονας, αυτός που είχε τον Λεγεώνα, και φοβήθηκαν.  16 Και εκείνοι που το είδαν τους διηγήθηκαν πώς έγινε στο δαιμονισμένο και αναφορικά με τους χοίρους.  17 Και άρχισαν να τον παρακαλούν να φύγει από τα όριά τους.  18 Και καθώς αυτός έμπαινε στο πλοίο, τον παρακαλούσε ο πρώην δαιμονισμένος να μένει μαζί του. 19 Όμως δεν τον άφησε, αλλά του λέει: «Πήγαινε στον οίκο σου, προς τους δικούς σου, και ανάγγειλέ τους όσα ο Κύριος σου έχει κάνει και πώς σε ελέησε».  20 Και εκείνος έφυγε και άρχισε να κηρύττει στη Δεκάπολη όσα του έκανε ο Ιησούς, και όλοι θαύμαζαν.

Η θυγατέρα του Ιάιρου και η γυναίκα με την αιμορραγία

21 Και αφού διαπέρασε ο Ιησούς τη λίμνη αντίπερα με το πλοίο πάλι, συνάχτηκε πλήθος πολύ κοντά του, και ήταν δίπλα στη λίμνη.  22 Και έρχεται ένας από τους αρχισυνάγωγους με το όνομα Ιάιρος και, όταν τον είδε, πέφτει μπροστά στα πόδια του  23 και τον παρακαλεί πολύ λέγοντας: «Η μικρή θυγατέρα μου είναι στα τελευταία της. να έρθεις και να επιθέσεις σε αυτήν τα χέρια, για να σωθεί και να ζήσει»  24 Και ο Ιησούς έφυγε μαζί του. Και τον ακολουθούσε πλήθος πολύ και τον συνέθλιβαν.  25 Και μια γυναίκα που είχε ροή αίματος δώδεκα έτη  26 και που έπαθε πολλά από πολλούς γιατρούς, και που δαπάνησε όλα τα υπάρχοντά της και που τίποτα δεν ωφελήθηκε αλλά μάλλον ήρθε στο χειρότερο,  27 όταν άκουσε για τον Ιησού, ήρθε μέσα στο πλήθος από πίσω του και άγγιξε το ρούχο του.  28 Γιατί έλεγε: «Αν αγγίξω και μόνο τα ρούχα του, θα σωθώ».  29 Και ευθύς ξεράθηκε η πηγή του αίματός της και κατάλαβε στο σώμα της ότι έχει γιατρευτεί από τη μάστιγά της.  30 Και ευθύς ο Ιησούς, επειδή κατανόησε μέσα του τη δύναμη που εξήλθε από αυτόν, στράφηκε πίσω στο πλήθος και έλεγε: «Ποιος μου άγγιξε τα ρούχα;»  31 Και του έλεγαν οι μαθητές του: «Βλέπεις το πλήθος να σε συνθλίβει και λες: “Ποιος με άγγιξε”;»  32 Και έβλεπε γύρω, για να δει εκείνη που έκανε αυτό.  33 Τότε η γυναίκα, που φοβήθηκε και έτρεμε, επειδή ήξερε αυτό που είχε γίνει σ’ αυτήν, ήρθε και έπεσε μπροστά στα πόδια του και του είπε όλη την αλήθεια.  34 Εκείνος της είπε: «Θυγατέρα μου, η πίστη σου σε έχει σώσει. πήγαινε με ειρήνη και να είσαι υγιής από τη μάστιγά σου».  35 Ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, έρχονται από την οικία του αρχισυνάγωγου λέγοντας: «Η θυγατέρα σου πέθανε. τι ενοχλείς ακόμα το δάσκαλο;»  36 Αλλά ο Ιησούς παραμέλησε τα λόγια που λέγονταν και λέει στον αρχισυνάγωγο: «Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε».  37 Και δεν άφησε κανέναν να ακολουθήσει μαζί του παρά μόνο τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τον αδελφό του Ιακώβου.  38 Και έρχονται στον οίκο του αρχισυνάγωγου, και βλέπει το θόρυβο και αυτούς που έκλαιγαν και αλάλαζαν πολύ  39 και, όταν εισήλθε, τους λέει: «Τι θορυβείστε και κλαίτε; Το παιδί δεν πέθανε αλλά κοιμάται».  40 Και τον περιγελούσαν. Αυτός, όμως, αφού τους έβγαλε όλους, παραλαβαίνει τον πατέρα του παιδιού και τη μητέρα κι εκείνους που ήταν μαζί του, και μπαίνει εκεί όπου ήταν το παιδί.  41 Και αφού κράτησε το χέρι του παιδιού, της λέει: «Ταλιθα κουμ», που όταν ερμηνεύεται σημαίνει: «Κοριτσάκι, σου λέω, σήκω».  42 Και ευθύς σηκώθηκε το κοριτσάκι και περπατούσε. γιατί ήταν δώδεκα ετών. Και έμειναν εκστατικοί ευθύς από μεγάλη κατάπληξη.  43 Και τους διέταξε αυστηρά να μη μάθει κανείς αυτό, και είπε να της δώσουν να φάει.

Η απόρριψη του Ιησού στη Ναζαρέτ

1 Και εξήλθε από εκεί και έρχεται στην πατρίδα του, και τον ακολουθούν οι μαθητές του.  2 Και όταν ήρθε το Σάββατο, άρχισε να διδάσκει στη συναγωγή. Και πολλοί, καθώς άκουγαν, εκπλήσσονταν και έλεγαν: «Από πού έρχονται σε τούτον αυτά, και τι σοφία είναι αυτή που δόθηκε σε τούτον, και από πού έρχονται οι δυνάμεις τέτοιου είδους που γίνονται με τα χέρια του;  3 Δεν είναι αυτός ο ξυλουργός, ο γιος της Μαρίας και ο αδελφός του Ιακώβου και του Ιωσή και του Ιούδα και του Σίμωνα; Και δεν είναι οι αδελφές του εδώ κοντά μας;» Και σκανδαλίζονταν σ’ αυτόν.  4 Και τους έλεγε ο Ιησούς: «Δεν υπάρχει προφήτης ατίμητος παρά μόνο στην πατρίδα του και στους συγγενείς του και στην οικία του».  5 Και δεν μπορούσε εκεί να κάνει καμιά θαυματουργική δύναμη παρά μόνο επέθεσε τα χέρια σε λίγους αρρώστους και τους θεράπευσε.  6 Και θαύμαζε για την απιστία τους. Και περιήλθε γύρω τα χωριά διδάσκοντας.

Η αποστολή των δώδεκα

7 Και προσκαλεί τους δώδεκα και άρχισε να τους αποστέλλει δύο-δύο, και τους έδινε εξουσία στα πνεύματα τα ακάθαρτα  8 και τους παράγγειλε να μην παίρνουν τίποτα στο δρόμο παρά μόνο ραβδί, μήτε άρτο, μήτε σακίδιο, μήτε χαλκό στη ζώνη,  9 «αλλά να έχετε δεμένα κάτω από τα πόδια σας σανδάλια και να μην ντυθείτε δύο πουκάμισα».  10 Και τους έλεγε: «Όπου εισέλθετε σε οικία, εκεί μένετε, ωσότου εξέλθετε για να φύγετε από εκεί.  11 Και όποιος τόπος δε σας δεχτεί μήτε σας ακούσουν, όταν βγαίνετε από εκεί, τινάξτε μακρυά το χώμα που είναι κάτω από τα πόδια σας ως μαρτυρία σ’ αυτούς».  12 Και εκείνοι, όταν εξήλθαν, κήρυξαν να μετανοούν,  13 και έβγαζαν πολλά δαιμόνια, και άλειφαν με λάδι πολλούς αρρώστους και τους θεράπευαν.

Ο θάνατος του Ιωάννη του Βαπτιστή

14 Και άκουσε ο βασιλιάς Ηρώδης, γιατί έγινε φανερό το όνομά του. Και έλεγαν ότι ο Ιωάννης που βαφτίζει έχει εγερθεί από τους νεκρούς και γι’ αυτό ενεργούν οι θαυματουργικές δυνάμεις μέσω αυτού.  15 Άλλοι όμως έλεγαν ότι είναι ο Ηλίας. Και άλλοι έλεγαν ότι είναι προφήτης όπως ένας από τους προφήτες.  16 Όταν το άκουσε λοιπόν ο Ηρώδης έλεγε: «Αυτός που εγώ αποκεφάλισα, ο Ιωάννης, αυτός εγέρθηκε».  17 Γιατί ο ίδιος ο Ηρώδης, αφού απέστειλε στρατιώτες, κράτησε τον Ιωάννη και τον έδεσε μέσα στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του Φιλίππου του αδελφού του, επειδή την νυμφεύτηκε.  18 Γιατί έλεγε ο Ιωάννης στον Ηρώδη: «Δεν σου επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου».  19 Και η Ηρωδιάδα το κρατούσε μέσα της εναντίον του και ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά δεν μπορούσε.  20 Γιατί ο Ηρώδης φοβόταν τον Ιωάννη, επειδή ήξερε πως αυτός είναι άντρας δίκαιος και άγιος, και τον συντηρούσε. και όταν κάποτε τον άκουσε, απορούσε πολύ, αλλά τον άκουγε ευχάριστα.  21 Και ήρθε η κατάλληλη ημέρα για την Ηρωδιάδα όταν ο Ηρώδης στα γενέθλιά του έκανε δείπνο στους μεγιστάνες του και στους χιλίαρχους και στους πρώτους της Γαλιλαίας.  22 Και αφού εισήλθε η θυγατέρα αυτής της Ηρωδιάδας και χόρεψε, άρεσε στον Ηρώδη και σ’ αυτούς που κάθονταν μαζί, για να φάνε. Είπε τότε ο βασιλιάς στο κορίτσι: «Ζήτησέ μου ό,τι κι αν θέλεις και θα σου το δώσω».  23 Και της ορκίστηκε πολλά: «Ό,τι κι αν μου ζητήσεις θα σου το δώσω, έως το μισό του βασιλείου μου».  24 Και αυτή εξήλθε και είπε στη μητέρα της: «Τι να ζητήσω;» Εκείνη απάντησε: «Το κεφάλι του Ιωάννη που βαφτίζει».  25 Και το κορίτσι εισήλθε ευθύς βιαστικά προς το βασιλιά και ζήτησε λέγοντας: «Θέλω τώρα αμέσως να μου δώσεις πάνω σε ένα πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή».  26 Και παρόλο που έγινε περίλυπος ο βασιλιάς, εξαιτίας των όρκων και γι’ αυτούς που κάθονταν, για να φάνε, δε θέλησε να αθετήσει το λόγο του σ’ αυτήν.  27 Και ευθύς απέστειλε ο βασιλιάς ένα δήμιο και διέταξε να φέρουν το κεφάλι του. Και εκείνος πήγε και τον αποκεφάλισε μέσα στη φυλακή  28 και έφερε το κεφάλι του πάνω σε ένα πιάτο και το έδωσε στο κορίτσι, και το κορίτσι το έδωσε στη μητέρα της.  29 Και όταν το άκουσαν οι μαθητές του, ήρθαν και σήκωσαν το πτώμα του και το έθεσαν σ’ ένα μνήμα.

Ο χορτασμός των πέντε χιλιάδων

30 Και συνάζονται οι απόστολοι κοντά στον Ιησού και του ανάγγειλαν όλα όσα έκαναν και όσα δίδαξαν.  31 Και τους λέει: «Ελάτε εσείς οι ίδιοι ιδιαιτέρως σε έρημο τόπο και αναπαυτείτε λίγο». Γιατί ήταν πολλοί αυτοί που πηγαινοέρχονταν, και ούτε να φάνε δεν ευκαιρούσαν.  32 Και έφυγαν με το πλοίο σε έρημο τόπο ιδιαιτέρως.  33 Και τους είδαν να πηγαίνουν και τους αναγνώρισαν πολλοί, και μαζί έτρεξαν εκεί πεζή από όλες τις πόλεις, και ήρθαν πριν από αυτούς.  34 Και όταν εξήλθε, είδε πολύ πλήθος και τους σπλαχνίστηκε, γιατί ήταν σαν πρόβατα που δεν έχουν ποιμένα, και άρχισε να τους διδάσκει πολλά.  35 Και όταν ήδη είχε περάσει πολλή ώρα, αφού τον πλησίασαν οι μαθητές του, έλεγαν: «Ο τόπος είναι έρημος και ήδη πολλή ώρα έχει περάσει.  36 Απόλυσέ τους, για να πάνε στους γύρω αγρούς και στα χωριά και να αγοράσουν για τους εαυτούς τους κάτι να φάνε».  37 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Και του λένε: «Να φύγουμε και να αγοράσουμε άρτους αξίας διακοσίων δηναρίων και να τους δώσουμε να φάνε;» 38 Εκείνος τους απαντάει: «Πόσους άρτους έχετε; Πηγαίνετε να δείτε». Και αφού το έμαθαν, του λένε: «Πέντε, και δύο ψάρια».  39 Και τους διέταξε να ξαπλώσουν όλοι ομάδες ομάδες πάνω στο χλωρό χορτάρι.  40 Και ξάπλωσαν παρέες παρέες από εκατό και από πενήντα άτομα.  41 Και αφού έλαβε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, σήκωσε πάνω το βλέμμα στον ουρανό, ευλόγησε το Θεό και κατέκοψε τους άρτους με τα χέρια και τα έδινε στους μαθητές του, για να τα παραθέσουν σ’ αυτούς. και τα δύο ψάρια τα μοίρασε σε όλους.  42 Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν,  43 και σήκωσαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα από κομμάτια, και από τα ψάρια.  44 Και αυτοί που έφαγαν τους άρτους ήταν πέντε χιλιάδες άντρες.

Ο Ιησούς περπατά στο νερό

45 Και ευθύς ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν από αυτόν στην όχθη αντίπερα, στη Βηθσαϊδά, ωσότου αυτός να απολύσει το πλήθος.  46 Και αφού τους αποχαιρέτησε, έφυγε στο όρος για να προσευχηθεί.  47 Και όταν βράδιασε, ήταν το πλοίο στο μέσο της λίμνης και αυτός μόνος του στην ξηρά.  48 Και όταν τους είδε να βασανίζονται, ενώ κωπηλατούσαν, γιατί ήταν ο άνεμος ενάντιος σε αυτούς, έρχεται προς αυτούς κατά τα ξημερώματα περπατώντας πάνω στη λίμνη και ήθελε να τους προσπεράσει.  49 Εκείνοι, επειδή τον είδαν πάνω στη λίμνη να περπατάει, νόμισαν ότι είναι φάντασμα και έκραξαν δυνατά.  50 Γιατί όλοι τον είδαν και ταράχτηκαν. Εκείνος ευθύς μίλησε μαζί τους και τους λέει: «Έχετε θάρρος, εγώ είμαι. μη φοβάστε».  51 Και ανέβηκε κοντά τους στο πλοίο και κόπασε ο άνεμος. και πολύ περισσότερο μέσα τους έμεναν εκστατικοί.  52 Γιατί δεν είχαν καταλάβει ό,τι έγινε με τους άρτους, αλλά ήταν η καρδιά τους πωρωμένη.

Η θεραπεία των αρρώστων στη Γεννησαρέτ

53 Και αφού διαπέρασαν τη λίμνη, ήρθαν στην ξηρά, στη Γεννησαρέτ, και προσορμίστηκαν.  54 Και όταν αυτοί εξήλθαν από το πλοίο, μόλις οι άνθρωποι τον αναγνώρισαν,  55 ευθύς έτρεξαν γύρω σ’ όλη την περιοχή εκείνη και άρχισαν να μεταφέρουν πάνω στα κρεβάτια εκείνους που ήταν σε κακή κατάσταση, εκεί όπου άκουγαν ότι βρίσκεται.  56 Και όπου και αν έμπαινε, σε χωριά ή σε πόλεις ή σε αγρούς, έθεταν στις αγορές τούς ασθενείς και τον παρακαλούσαν να αγγίξουν έστω και το κράσπεδο του ρούχου του. Και όσοι τον άγγιξαν σώζονταν.

Η παράδοση των πατέρων

1 Και συνάζονται κοντά του οι Φαρισαίοι και μερικοί από τους γραμματείς που ήρθαν από τα Ιεροσόλυμα.  2 Και όταν είδαν μερικούς από τους μαθητές του ότι με ακάθαρτα χέρια, τουτέστι άνιφτα, τρώνε τους άρτους  3 – γιατί οι Φαρισαίοι και όλοι οι Ιουδαίοι αν δε νίψουν τα χέρια με πυγμή, δεν τρώνε, κρατώντας την παράδοση των πρεσβυτέρων.  4 και γυρνώντας από την αγορά, αν δε λουστούν, δεν τρώνε. Και άλλα πολλά είναι που παράλαβαν να κρατούν, πλύσεις ποτηριών και σκευών και χάλκινων αντικειμένων και κρεβατιών –  5 τότε τον ρωτούν οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς: «Γιατί δεν περπατούν οι μαθητές σου κατά την παράδοση των πρεσβυτέρων, αλλά με ακάθαρτα χέρια τρώνε τον άρτο;»  6 Εκείνος τους είπε: «Καλά προφήτεψε ο Ησαΐας για σας τους υποκριτές, όπως είναι γραμμένο: Αυτός ο λαός με τα χείλη με τιμά, αλλά η καρδιά τους απέχει μακριά από εμένα.  7 Και μάταια με σέβονται, διδάσκοντας διδασκαλίες, που είναι εντολές ανθρώπων.  8 Αφήσατε την εντολή του Θεού και κρατάτε την παράδοση των ανθρώπων».  9 Και τους έλεγε: «Καλώς αθετείτε την εντολή του Θεού, για να στήσετε την παράδοσή σας.  10 Γιατί ο Μωυσής είπε: Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και, Όποιος κακολογεί πατέρα ή μητέρα οπωσδήποτε να θανατώνεται.  11 Εσείς όμως λέτε: “Αν ένας άνθρωπος πει στον πατέρα του ή στη μητέρα του: ‘Κορβάν’ – που σημαίνει δώρο – ‘στο ναό δίνω ό,τι είχες από εμένα να ωφεληθείς’ ”,  12 δεν τον αφήνετε πια τίποτα να κάνει στον πατέρα του ή στη μητέρα του,  13 ακυρώνοντας το λόγο του Θεού για τη δική σας παράδοση που παραδώσατε. Και παρόμοια τέτοια πολλά κάνετε».  14 Και αφού προσκάλεσε πάλι το πλήθος, τους έλεγε: «Ακούστε με όλοι και καταλάβετε:  15 Τίποτα δεν υπάρχει έξω από τον άνθρωπο που μπαίνει σ’ αυτόν, το οποίο δύναται να τον κάνει ακάθαρτο. Αλλά εκείνα που βγαίνουν από τον άνθρωπο είναι που κάνουν ακάθαρτο τον άνθρωπο.  16 Αν κάποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει.»  17 Και όταν εισήλθε σ’ έναν οίκο μακριά από το πλήθος, τον ρωτούσαν οι μαθητές του για την παραβολή.  18 Και τους λέει, δηλώνοντας καθαρά όλα τα φαγητά: «Έτσι κι εσείς είστε ασύνετοι; Δε νοείτε ότι καθετί που απέξω μπαίνει στον άνθρωπο δε δύναται να τον κάνει ακάθαρτο,  19 γιατί δεν μπαίνει στην καρδιά του αλλά στην κοιλιά, και βγαίνει στο αποχωρητήριο;» 20 Έλεγε μάλιστα: «Ό,τι βγαίνει από τον άνθρωπο, εκείνο κάνει ακάθαρτο τον άνθρωπο.  21 Γιατί μέσα από την καρδιά των ανθρώπων βγαίνουν οι διαλογισμοί οι κακοί, πορνείες, κλοπές, φόνοι, 22 μοιχείες, πλεονεξίες, κακίες, δόλος, ασέλγεια, οφθαλμός κακός, βλαστήμια, υπερηφάνεια, αφροσύνη.  23 Όλα αυτά τα κακά βγαίνουν από μέσα και κάνουν ακάθαρτο τον άνθρωπο».

Η πίστη της Συροφοινίκισσας

24 Και αφού σηκώθηκε από εκεί, πήγε στα όρια της Τύρου. Και όταν εισήλθε σε μια οικία, δεν ήθελε να γνωρίσει κανέναν, όμως δεν μπόρεσε να διαφύγει την προσοχή.  25 Αλλά ευθύς μόλις άκουσε μια γυναίκα γι’ αυτόν, της οποίας η μικρή θυγατέρα της είχε πνεύμα ακάθαρτο, ήρθε και έπεσε μπροστά στα πόδια του.  26 Και η γυναίκα ήταν Ελληνίδα, Συροφοινίκισσα στο γένος. Και τον παρακαλούσε να βγάλει το δαιμόνιο από τη θυγατέρα της.  27 Και εκείνος της έλεγε: «Άφησε πρώτα να χορτάσουν τα παιδιά, γιατί δεν είναι καλό να λάβει κανείς τον άρτο των παιδιών και να τον ρίξει στα σκυλάκια».  28 Εκείνη αποκρίθηκε και του λέει: «Κύριε, και τα σκυλάκια κάτω από το τραπέζι τρώνε από τα ψίχουλα των παιδιών».  29 Και τότε της είπε: «Γι’ αυτόν το λόγο που είπες, πήγαινε. το δαιμόνιο έχει εξέλθει από τη θυγατέρα σου».  30 Και εκείνη έφυγε για τον οίκο της και βρήκε το παιδί ξαπλωμένο στο κρεβάτι και το δαιμόνιο να έχει εξέλθει.

Η θεραπεία του κωφάλαλου

31 Και πάλι εξήλθε από τα όρια της Τύρου και ήρθε διαμέσου της Σιδώνας στη λίμνη της Γαλιλαίας, περνώντας μέσα από τα όρια της Δεκάπολης.  32 Και του φέρνουν έναν κουφό και που μόλις μιλούσε και τον παρακαλούν να επιθέσει σ’ αυτόν το χέρι.  33 Και τον πήρε κατά μέρος, μακριά από το πλήθος ιδιαιτέρως, έβαλε τα δάχτυλά του στα αυτιά του και, αφού έφτυσε, άγγιξε τη γλώσσα του. 34 Και αφού σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό, στέναξε και του λέει: «Εφφαθα», που σημαίνει: “Ανοίξου εντελώς”.  35 Και αμέσως ανοίχτηκαν τα αυτιά του και λύθηκε το δέσιμο της γλώσσας του και μιλούσε ορθά.  36 Και τους παράγγειλε να μην το λένε σε κανέναν. Αλλά όσο τους το παράγγελλε, τόσο αυτοί το διακήρυτταν περισσότερο.  37 Και εκπλήττονταν υπερβολικά, λέγοντας: «Όλα καλά τα έχει κάνει. και τους κουφούς τους κάνει να ακούν και τους άλαλους να λαλούν».

Ο χορτασμός των τεσσάρων χιλιάδων

1 Εκείνες τις ημέρες, επειδή πάλι ήταν πολύ πλήθος και δεν είχαν τι να φάνε, προσκάλεσε τους μαθητές και τους λέει:  2 «Σπλαχνίζομαι το πλήθος, γιατί ήδη τρεις ημέρες μένουν κοντά μου και δεν έχουν τι να φάνε.  3 Και αν τους απολύσω νηστικούς για τον οίκο τους, θα εξαντληθούν κατά το δρόμο. Και μάλιστα μερικοί από αυτούς έχουν έρθει από μακριά».  4 Και του αποκρίθηκαν οι μαθητές του: «Από πού θα δυνηθεί κανείς να χορτάσει με άρτους τούτους εδώ στην ερημιά;»  5 Και τους ρωτούσε: «Πόσους άρτους έχετε;» Εκείνοι είπαν: «Εφτά».  6 Και παραγγέλλει στο πλήθος να ξαπλώσει πάνω στη γη. Και αφού έλαβε τους εφτά άρτους και ευχαρίστησε το Θεό, τους έκοψε με τα χέρια και έδινε στους μαθητές του για να τους παραθέτουν, και τους παράθεσαν στο πλήθος.  7 Και είχαν λίγα ψαράκια. Και αφού τα ευλόγησε, είπε και αυτά να παραθέσουν.  8 Και έφαγαν και χόρτασαν, και σήκωσαν περισσεύματα κομματιών, εφτά μεγάλα καλάθια.  9 Και ήταν περίπου τέσσερις χιλιάδες. Και μετά τους απόλυσε.  10 Και ευθύς μπήκε στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του και ήρθε στα μέρη Δαλμανουθά.

Ζητούν σημείο

11 Και εξήλθαν οι Φαρισαίοι και άρχισαν να συζητούν με αυτόν, ζητώντας από αυτόν κάποιο σημείο από τον ουρανό, για να τον πειράξουν.  12 Και αφού αναστέναξε με το πνεύμα του, λέει: «Γιατί η γενιά αυτή ζητά σημείο; Αλήθεια σας λέω, δε θα δοθεί στη γενιά αυτή σημείο».  13 Και τους άφησε, πάλι μπήκε στο πλοίο και έφυγε στην αντίπερα όχθη.

Το προζύμι των Φαρισαίων και του Ηρώδη

14 Και ξέχασαν να λάβουν άρτους, και δεν είχαν μαζί τους παρά μόνο έναν άρτο στο πλοίο.  15 Και τους παράγγελλε λέγοντας: «Κοιτάτε, προσέχετε από το προζύμι των Φαρισαίων και από το προζύμι του Ηρώδη».  16 Και αυτοί διαλογίζονταν μεταξύ τους ότι δεν έχουν άρτους.  17 Και επειδή το κατάλαβε, τους λέει: «Τι διαλογίζεστε ότι δεν έχετε άρτους; Ακόμα δε νοείτε ούτε καταλαβαίνετε; Πωρωμένη έχετε την καρδιά σας;  18 Οφθαλμούς αν και έχετε δε βλέπετε, και αυτιά αν και έχετε δεν ακούτε; Και δε θυμάστε,  19 όταν τους πέντε άρτους έκοψα με τα χέρια στους πέντε χιλιάδες, πόσα κοφίνια σηκώσατε γεμάτα με κομμάτια;» Του λένε: «Δώδεκα».  20 «Όταν έκοψα τους εφτά άρτους στους τέσσερις χιλιάδες, πόσα μεγάλα καλάθια σηκώσατε γεμάτα κομμάτια;» Και του λένε: «Εφτά».  21 Και τους έλεγε: «Ακόμα δεν καταλαβαίνετε;»

Η θεραπεία του τυφλού στη Βηθσαϊδά

22 Και έρχονται στη Βηθσαϊδά. Και του φέρνουν έναν τυφλό και τον παρακαλούν να τον αγγίξει. 23 Και έπιασε το χέρι του τυφλού και τον έφερε έξω από το χωριό και, αφού έφτυσε στα μάτια του, επέθεσε τα χέρια σ’ αυτόν και τον ρωτούσε: «Βλέπεις τίποτα;»  24 Κι εκείνος είδε προς τα πάνω και έλεγε: «Βλέπω τους ανθρώπους. σαν δέντρα τους βλέπω να περπατούν».  25 Έπειτα πάλι έθεσε τα χέρια του πάνω στους οφθαλμούς του, και είδε καθαρά και η όρασή του αποκαταστάθηκε και τα έβλεπε όλα με ευκρίνεια μακριά.  26 Και τον απέστειλε στον οίκο του λέγοντας: «Μήτε στο χωριό να μην εισέλθεις».

Η διακήρυξη του Πέτρου για τον Ιησού

27 Και εξήλθαν ο Ιησούς και οι μαθητές του στα χωριά της Καισάρειας του Φιλίππου. Και στο δρόμο ρωτούσε τους μαθητές του και τους έλεγε: «Ποιος λένε οι άνθρωποι πως είμαι;»  28 Εκείνοι του απάντησαν: «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, και άλλοι ο Ηλίας, άλλοι πάλι ότι είσαι ένας από τους προφήτες».  29 Και αυτός τους ρωτούσε: «Κι εσείς ποιος λέτε πως είμαι;» Αποκρίθηκε ο Πέτρος και του λέει: «Εσύ είσαι ο Χριστός».  30 Και τότε τους επιτίμησε, για να μη λένε σε κανέναν γι’ αυτόν.

Ο Ιησούς προλέγει το θάνατο και την ανάστασή του

31 Και άρχισε να τους διδάσκει ότι ο Υιός του ανθρώπου πρέπει να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τους πρεσβυτέρους και από τους αρχιερείς και από τους γραμματείς, και να σκοτωθεί και μετά τρεις ημέρες να αναστηθεί.  32 Και με παρρησία μιλούσε το λόγο. Και αφού ο Πέτρος τον πήρε κατά μέρος, άρχισε να τον επιτιμά.  33 Εκείνος, αφού στράφηκε πίσω και είδε τους μαθητές του, επιτίμησε τον Πέτρο και λέει: «Πήγαινε πίσω μου, Σατανά, γιατί δε φρονείς τα πράγματα του Θεού, αλλά τα πράγματα των ανθρώπων».  34 Και τότε προσκάλεσε το πλήθος μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Αν κάποιος θέλει να με ακολουθεί πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί.  35 Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει. Όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου θα τη σώσει.  36 Γιατί τι ωφελεί τον άνθρωπο να κερδίσει όλο τον κόσμο αλλά να ζημιωθεί την ψυχή του; 37 Γιατί τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για την ψυχή του;  38 Γιατί όποιος ντραπεί εμένα και τους δικούς μου λόγους μέσα σ’ αυτήν τη γενιά τη μοιχαλίδα και αμαρτωλή, και ο Υιός του ανθρώπου θα αισθανθεί ντροπή γι’ αυτόν, όταν θα έρθει μέσα στη δόξα του Πατέρα του μαζί με τους άγιους αγγέλους».

1 Και τους έλεγε: «Αλήθεια σας λέω ότι υπάρχουν μερικοί εδώ από αυτούς που έχουν σταθεί οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο, ωσότου δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έρθει με δύναμη».

Η μεταμόρφωση του Ιησού

2 Και μετά έξι ημέρες παραλαβαίνει ο Ιησούς τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους φέρνει μόνους ιδιαιτέρως πάνω σ’ ένα όρος ψηλό. Και μεταμορφώθηκε μπροστά τους,  3 και τα ρούχα του έγιναν αστραφτερά, πάρα πολύ λευκά, τέτοια που βαφέας πάνω στη γη δε δύναται να τα λευκάνει έτσι.  4 Και φανερώθηκε σ’ αυτούς ο Ηλίας μαζί με το Μωυσή και συνομιλούσαν με τον Ιησού.  5 Και έλαβε το λόγο ο Πέτρος και λέει στον Ιησού: «Ραβί, είναι καλό για μας να είμαστε εδώ. ας κάνουμε λοιπόν τρεις σκηνές, μία για σένα και μία για το Μωυσή και μία για τον Ηλία».  6 Γιατί δεν ήξερε τι να μιλήσει, επειδή ήταν καταφοβισμένοι.  7 Τότε ήρθε μια νεφέλη που τους επισκίαζε, και ήρθε μια φωνή από τη νεφέλη: «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός, ακούτε αυτόν».  8 Και ξαφνικά, όταν είδαν τριγύρω, δεν είδαν πια κανέναν, αλλά μόνο τον Ιησού μαζί τους.  9 Και ενώ αυτοί κατέβαιναν από το όρος, τους διέταξε να μη διηγηθούν σε κανέναν όσα είδαν, παρά μόνο όταν ο Υιός του ανθρώπου αναστηθεί από τους νεκρούς.  10 Και αυτόν το λόγο τον κράτησαν μεταξύ τους, συζητώντας τι σημαίνει το να αναστηθεί κανείς από τους νεκρούς.  11 Και τον επερωτούσαν λέγοντας: «Γιατί λένε οι γραμματείς ότι ο Ηλίας πρέπει να έρθει πρώτα;»  12 Εκείνος τους είπε: «Ο Ηλίας, βέβαια, αφού έρθει πρώτα, θα τα αποκαταστήσει όλα. Και πώς είναι γραμμένο για τον Υιό του ανθρώπου ότι πολλά πρέπει να πάθει και να εξουθενωθεί;  13 Αλλά σας λέω ότι και ο Ηλίας έχει έρθει και του έκαναν όσα ήθελαν, καθώς είναι γραμμένο γι’ αυτόν».

Η θεραπεία του παιδιού με το ακάθαρτο πνεύμα

14 Και όταν ήρθαν προς τους άλλους μαθητές, είδαν πολύ πλήθος γύρω τους και γραμματείς να συζητούν με αυτούς.  15 Και ευθύς όλο το πλήθος, όταν τον είδαν, έμειναν έκθαμβοι και τον χαιρετούσαν τρέχοντας προς αυτόν.  16 Και τους ρώτησε: «Τι συζητάτε με αυτούς;»  17 Και του αποκρίθηκε ένας από το πλήθος: «Δάσκαλε, έφερα το γιο μου προς εσένα, που έχει πνεύμα άλαλο. 18 Και όπου τον κατακυριέψει τον ρίχνει κάτω, και αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξεραίνεται. Και είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν».  19 Εκείνος τους αποκρίθηκε και λέει: «Ω γενιά άπιστη, ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε τον προς εμένα». 20 Και τον έφεραν προς αυτόν. Και όταν τον είδε το πνεύμα, ευθύς τον σπάραξε δυνατά και, αφού έπεσε στη γη, κυλιόταν αφρίζοντας.  21 Και ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα του: «Πόσος χρόνος είναι που αυτό του έχει γίνει;» Εκείνος απάντησε: «Από την παιδική ηλικία.  22 Και πολλές φορές τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά, για να τον σκοτώσει. Αλλά αν κάτι δύνασαι, βοήθησέ μας και σπλαχνίσου μας».  23 Τότε ο Ιησούς του είπε: «Λες το “αν δύνασαι”! Όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει».  24 Ευθύς έκραξε ο πατέρας του παιδιού με δάκρυα και έλεγε: «Πιστεύω. βοήθα με στην απιστία».  25 Όταν είδε τότε ο Ιησούς ότι εκεί έτρεχε και μαζευόταν πλήθος, επιτίμησε το πνεύμα το ακάθαρτο λέγοντάς του: «Άλαλο και κουφό πνεύμα, εγώ σε διατάζω, έξελθε από αυτόν και μην εισέλθεις πια σ’ αυτόν».  26 Και αφού έκραξε και σπάραξε πολύ, εξήλθε. Και έγινε σαν νεκρός, ώστε οι περισσότεροι να λένε ότι πέθανε.  27 Αλλά ο Ιησούς, αφού κράτησε το χέρι του, τον σήκωσε και στάθηκε όρθιος.  28 Και όταν εισήλθε σ’ έναν οίκο, οι μαθητές του τον επερωτούσαν ιδιαιτέρως: «Γιατί εμείς δε δυνηθήκαμε να το βγάλουμε;»  29 Και τους είπε: «Αυτό το γένος δε δύναται να εξέλθει με τίποτα παρά μόνο με προσευχή και νηστεία».

Ο Ιησούς προλέγει ξανά το θάνατο και την ανάστασή του

30 Και αφού εξήλθαν από εκεί, πορεύονταν διαμέσου της Γαλιλαίας, και δεν ήθελε να το γνωρίσει κανείς.  31 Γιατί δίδασκε τους μαθητές του και τους έλεγε: «Ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων και θα τον σκοτώσουν και, αφού σκοτωθεί, μετά τρεις ημέρες θα αναστηθεί». 32 Εκείνοι δεν καταλάβαιναν αυτόν το λόγο και φοβούνταν να τον επερωτήσουν.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος

33 Και ήρθαν στην Καπερναούμ. Και όταν ήταν στην οικία, τους ρωτούσε: «Τι συνδιαλεγόσασταν στο δρόμο;»  34 Εκείνοι σιωπούσαν. γιατί συνδιαλέχτηκαν στο δρόμο μεταξύ τους ποιος είναι μεγαλύτερος.  35 Και αφού κάθισε, φώναξε τους δώδεκα και τους λέει: «Αν κάποιος θέλει να είναι πρώτος, θα είναι τελευταίος όλων και διάκονος όλων».  36 Και αφού έλαβε ένα παιδί, το έστησε στο μέσο τους και το αγκάλιασε και τους είπε:  37 «Όποιος δεχτεί ένα τέτοιο παιδί στο όνομά μου δέχεται εμένα. Και όποιος δέχεται εμένα, δε δέχεται εμένα, αλλά αυτόν που με απέστειλε.

Όποιος δεν είναι εναντίον μας είναι με το μέρος μας

38 Του είπε ο Ιωάννης: «Δάσκαλε, είδαμε κάποιον στο όνομά σου να βγάζει δαιμόνια και τον εμποδίζαμε, γιατί δε μας ακολουθούσε».  39 Ο Ιησούς όμως είπε: «Μην τον εμποδίζετε. Γιατί δεν υπάρχει κανείς που θα κάνει μια θαυματουργική δύναμη στο όνομά μου και θα δυνηθεί γρήγορα να με κακολογήσει.  40 επειδή όποιος δεν είναι εναντίον μας είναι με το μέρος μας.  41 Γιατί, όποιος σας δώσει να πιείτε ένα ποτήρι νερό στο όνομά μου, επειδή είστε του Χριστού, αλήθεια σας λέω ότι δε θα χάσει το μισθό του».

Τα σκάνδαλα

42 «Και όποιος σκανδαλίσει έναν από τους μικρούς αυτούς που πιστεύουν σ’ εμένα, είναι πιο καλό γι’ αυτόν αν τοποθετηθεί μια μυλόπετρα γύρω από τον τράχηλό του και ριχτεί στη θάλασσα.  43 Και αν σε σκανδαλίζει το χέρι σου, απόκοψέ το. Είναι καλό για σένα να εισέλθεις κουλός στη ζωή παρά να έχεις τα δύο χέρια και να πας στη γέεννα, στη φωτιά την άσβεστη,  44 όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει.  45 Και αν το πόδι σου σε σκανδαλίζει, απόκοψέ το. Είναι καλό για σένα να εισέλθεις χωλός στη ζωή παρά να έχεις τα δύο πόδια και να ριχτείς στη γέεννα, στη φωτιά την άσβεστη,  46 όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει.  47 Και αν ο οφθαλμός σου σε σκανδαλίζει, βγάλε τον. Είναι καλό για σένα να εισέλθεις μονόφθαλμος στη βασιλεία του Θεού παρά να έχεις δύο οφθαλμούς και να ριχτείς στη γέεννα,  48 όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει.  49 Γιατί καθένας με φωτιά θα αλατιστεί.  50 Είναι καλό το αλάτι. αν όμως το αλάτι γίνει ανάλατο, με τι θα το αρτύσετε; Να έχετε μέσα σας αλάτι και να ειρηνεύετε μεταξύ σας».

Περί διαζυγίου

1 Και αφού σηκώθηκε από εκεί, έρχεται στα όρια της Ιουδαίας και πέρα από τον Ιορδάνη, και συμπορεύονται πάλι πλήθη προς αυτόν και, καθώς συνήθιζε, πάλι τους δίδασκε.  2 Και πλησίασαν Φαρισαίοι και τον επερωτούσαν αν επιτρέπεται σ’ έναν άντρα να αποδιώξει τη γυναίκα του, για να τον πειράξουν.  3 Εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Τι εντολή σας έδωσε ο Μωυσής;»  4 Εκείνοι είπαν: « Ο Μωυσής επέτρεψε να γράψει κανείς έγγραφο διαζυγίου και να την αποδιώξει».  5 Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Για τη σκληροκαρδία σας έγραψε σ’ εσάς αυτήν την εντολή.  6 Αλλά από την αρχή της κτίσης ο Θεός τούς έκανε αρσενικό και θηλυκό.  7 Γι’ αυτό θα εγκαταλείψει ο άνθρωπος τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του,  8 και οι δύο θα είναι μία σάρκα. Ώστε δεν είναι πια δύο, αλλά μία σάρκα.  9 Αυτό λοιπόν που ο Θεός συνέζευξε ο άνθρωπος ας μην το χωρίζει».  10 Και στην οικία πάλι οι μαθητές τον επερωτούσαν γι’ αυτό.  11 Και τους λέει: «Όποιος αποδιώξει τη γυναίκα του και νυμφευτεί άλλη μοιχεύεται πάνω σ’ αυτήν.  12 Και αν αυτή αποδιώξει τον άντρα της και παντρευτεί άλλον μοιχεύεται».

Ο Ιησούς ευλογεί τα μικρά παιδιά

13 Και προσέφεραν σ’ αυτόν παιδιά, για να τα αγγίξει. αλλά οι μαθητές τούς επιτίμησαν.  14 Όταν όμως το είδε ο Ιησούς, αγανάκτησε και τους είπε: «Αφήστε τα παιδιά να έρχονται προς εμένα, μην τα εμποδίζετε, γιατί για τέτοιους είναι η βασιλεία του Θεού.  15 Αλήθεια σας λέω, όποιος δε δεχτεί τη βασιλεία του Θεού σαν παιδί, δε θα εισέλθει σ’ αυτήν».  16 Και αφού τα αγκάλιασε, τα ευλογούσε πολύ, θέτοντας τα χέρια πάνω τους.

Ο πλούσιος

17 Και ενώ έβγαινε στο δρόμο, ένας άνθρωπος έτρεξε προς αυτόν και γονάτισε μπροστά του και τον ρωτούσε: «Δάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω, για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;»  18 Ο Ιησούς τότε του είπε: «Τι με λες αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός.  19 Τις εντολές τις ξέρεις: Μη φονεύσεις, μη μοιχέψεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, μη στερήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».  20 Εκείνος του είπε: «Δάσκαλε, αυτά όλα τα φύλαξα από τη νεότητά μου».  21 Ο Ιησούς τότε, αφού τον κοίταξε μέσα στα μάτια, τον αγάπησε και του είπε: «Σε ένα υστερείς: πήγαινε, όσα έχεις πούλησε και δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό, και έλα ακολούθα με».  22 Εκείνος σκυθρώπιασε γι’ αυτόν το λόγο και έφυγε λυπημένος. γιατί είχε αποκτήματα πολλά.  23 Και αφού κοίταξε γύρω ο Ιησούς, λέει στους μαθητές του: «Πόσο δύσκολα εκείνοι που έχουν τα χρήματα θα εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού!»  24 Οι μαθητές τότε θαμπώνονταν από κατάπληξη για τα λόγια του. Αλλά ο Ιησούς πάλι αποκρίθηκε και τους λέει: «Τέκνα μου, πόσο είναι δύσκολο να εισέλθει κανείς στη βασιλεία του Θεού!  25 Είναι ευκολότερο μια καμήλα να περάσει από την τρύπα της βελόνας παρά πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού».  26 Εκείνοι περισσότερο εκπλήττονταν λέγοντας μεταξύ τους: «Και ποιος δύναται να σωθεί;» 27 Αφού τους κοίταξε μέσα στα μάτια ο Ιησούς, τους λέει: «Για τους ανθρώπους είναι αδύνατο, αλλά όχι για το Θεό. γιατί όλα είναι δυνατά για το Θεό».  28 Άρχισε να του λέει ο Πέτρος: «Ιδού, εμείς τα αφήσαμε όλα και σε έχουμε ακολουθήσει».  29 Είπε ο Ιησούς: «Αλήθεια σας λέω, κανείς δεν υπάρχει που να άφησε οικία ή αδελφούς ή αδελφές ή μητέρα ή πατέρα ή παιδιά ή αγρούς, εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου,  30 που να μη λάβει εκατό φορές περισσότερα τώρα, σε τούτο τον καιρό, οικίες και αδελφούς και αδελφές και μητέρες και παιδιά και αγρούς μαζί με διωγμούς, και στον αιώνα τον ερχόμενο ζωή αιώνια.  31 Πολλοί όμως πρώτοι θα είναι τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι».

Τρίτη πρόρρηση του θανάτου και της ανάστασής του

32 Ανέβαιναν λοιπόν το δρόμο προς τα Ιεροσόλυμα, και προχωρούσε συνεχώς μπροστά τους ο Ιησούς, και θαμπώνονταν από κατάπληξη, ενώ όσοι ακολουθούσαν φοβούνταν. Και αφού παράλαβε πάλι τους δώδεκα, άρχισε να τους λέει όσα έμελλαν να του συμβαίνουν:  33 «Ιδού, ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα, και ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους γραμματείς, και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα τον παραδώσουν στους εθνικούς  34 και θα τον εμπαίξουν και θα τον φτύσουν και θα τον μαστιγώσουν και θα τον σκοτώσουν, και μετά τρεις ημέρες θα αναστηθεί».

Το αίτημα του Ιακώβου και του Ιωάννη

35 Και πηγαίνουν προς αυτόν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι γιοι του Ζεβεδαίου, και του λένε: «Δάσκαλε, θέλουμε αυτό που θα σου ζητήσουμε να μας το κάνεις».  36 Εκείνος τους είπε: «Τι θέλετε εγώ να σας κάνω;»  37 Εκείνοι του είπαν: «Δώσε μας ώστε να καθίσουμε ένας από τα δεξιά σου και ένας από τα αριστερά σου κατά τη δόξα σου».  38 Ο Ιησούς τότε τους είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που εγώ θα πιω ή το βάφτισμα που εγώ θα βαφτιστώ να βαφτιστείτε;» 39 Εκείνοι του απάντησαν: «Μπορούμε». Ο Ιησούς τότε τους είπε: «Το ποτήρι που εγώ θα πιω θα πιείτε και το βάφτισμα που εγώ θα βαφτιστώ θα βαφτιστείτε,  40 αλλά το να καθίσετε από τα δεξιά μου ή από τα αριστερά μου δεν ανήκει σ’ εμένα να το δώσω, αλλά θα δοθεί σ’ αυτούς που έχει ετοιμαστεί».  41 Και όταν το άκουσαν οι δέκα, άρχισαν να αγανακτούν για τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.  42 Και αφού τους προσκάλεσε ο Ιησούς, τους λέει: «Ξέρετε ότι εκείνοι που φαίνονται να κυβερνούν τα έθνη κατακυριαρχούν σ’ αυτά και οι μεγάλοι τους τα κατεξουσιάζουν.  43 Δεν θα γίνεται έτσι όμως μεταξύ σας, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος μεταξύ σας θα είναι διάκονός σας,  44 και όποιος θέλει να είναι πρώτος μεταξύ σας θα είναι δούλος όλων.  45 Γιατί και ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε για να διακονηθεί, αλλά για να διακονήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο στη θέση πολλών».

Η θεραπεία του τυφλού Βαρτιμαίου

46 Και έρχονται στην Ιεριχώ. Και ενώ έβγαινε από την Ιεριχώ αυτός και οι μαθητές του και αρκετό πλήθος, ο γιος του Τιμαίου, ο Βαρτίμαιος, ένας τυφλός ζητιάνος, καθόταν δίπλα στο δρόμο.  47 Και όταν άκουσε ότι ο Ιησούς ο Ναζαρηνός είναι, άρχισε να κράζει και να λέει: «Γιε του Δαβίδ, Ιησού, ελέησέ με».  48 Και πολλοί τον επιτιμούσαν για να σωπάσει. Εκείνος όμως πολύ περισσότερο έκραζε: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με».  49 Και τότε στάθηκε ο Ιησούς και είπε: «Φωνάξτε τον». Και φωνάζουν τον τυφλό λέγοντάς του: «Έχε θάρρος, σήκω, σε φωνάζει».  50 Εκείνος, αφού πέταξε το πανωφόρι του, αναπήδησε και ήρθε προς τον Ιησού.  51 Και του απεύθυνε το λόγο ο Ιησούς και του είπε: «Τι θέλεις να σου κάνω;» Ο τυφλός τότε του απάντησε: «Ραβουνί, να ξαναδώ».  52 Και ο Ιησούς του είπε: «Πήγαινε, η πίστη σου σε έχει σώσει». Και ευθύς ξαναείδε και τον ακολουθούσε στο δρόμο.

Η θριαμβευτική είσοδος στην Ιερουσαλήμ

1 Και όταν πλησίαζαν στα Ιεροσόλυμα, στη Βηθφαγή και στη Βηθανία, προς το Όρος των Ελαιών, αποστέλλει δύο από τους μαθητές του  2 και τους λέει: «Πηγαίνετε στο χωριό που είναι απέναντί σας, και ευθύς μπαίνοντας σ’ αυτό θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο πάνω στο οποίο κανείς ακόμα από τους ανθρώπους δεν κάθισε. Λύστε το και φέρτε το.  3 Και αν κάποιος σας πει: “Γιατί κάνετε αυτό”; Πέστε: “Ο Κύριος έχει ανάγκη αυτό”, και ευθύς θα το αποστείλει πάλι εδώ».  4 Και έφυγαν και βρήκαν ένα πουλάρι δεμένο κοντά σε μια θύρα έξω στο σταυροδρόμι και το λύνουν.  5 Και μερικοί από αυτούς που είχαν σταθεί εκεί, τους έλεγαν: «Τι κάνετε, που λύνετε το πουλάρι;»  6 Εκείνοι τους απάντησαν καθώς είπε ο Ιησούς, και τους άφησαν.  7 Και φέρνουν το πουλάρι προς τον Ιησού και βάζουν πάνω του τα ρούχα τους και εκείνος κάθισε πάνω του.  8 Και πολλοί τα ρούχα τους έστρωσαν στην οδό, και άλλοι στιβάδες χόρτων, αφού τα έκοψαν από τους αγρούς.  9 Και αυτοί που προπορεύονταν και εκείνοι που ακολουθούσαν φώναζαν: «Ωσαννά. Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου.  10 Ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατέρα μας Δαβίδ. Ωσαννά στους ύψιστους ουρανούς».  11 Και εισήλθε στα Ιεροσόλυμα στο ναό και, αφού κοίταξε τριγύρω όλα, επειδή ήδη είχε γίνει βράδυ, εξήλθε στη Βηθανία μαζί με τους δώδεκα.

Η άκαρπη συκιά

12 Και την επόμενη ημέρα, αφού εξήλθαν αυτοί από τη Βηθανία, πείνασε.  13 Και όταν είδε μια συκιά από μακριά που είχε φύλλα, ήρθε κοντά της μήπως κάτι βρει σ’ αυτήν, αλλά όταν ήρθε σ’ αυτήν, τίποτα δε βρήκε παρά μόνο φύλλα. Γιατί δεν ήταν ο καιρός των σύκων.  14 Και απευθύνθηκε σ’ αυτήν και της είπε: «Ποτέ πια στον αιώνα από εσένα κανείς να μη φάει καρπό». Και άκουγαν οι μαθητές του.

Ο καθαρισμός του ναού

15 Και έρχονται στα Ιεροσόλυμα. Και αφού εισήλθε στο ναό, άρχισε να βγάζει εκείνους που πουλούσαν και εκείνους που αγόραζαν μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των αργυραμοιβών και τα καθίσματα αυτών που πουλούσαν τα περιστέρια τα αναποδογύρισε,  16 και δεν άφηνε να μεταφέρει κανείς σκεύος διαμέσου του ναού.  17 Και δίδασκε και τους έλεγε: «Δεν είναι γραμμένο ότι ο οίκος μου θα κληθεί οίκος προσευχής για όλα τα έθνη. Εσείς όμως τον έχετε κάνει σπήλαιο ληστών». 18 Και το άκουσαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και ζητούσαν πώς να τον σκοτώσουν. Γιατί τον φοβούνταν, επειδή όλο το πλήθος έμενε έκπληκτο από τη διδαχή του.  19 Και όταν έγινε βράδυ, έβγαιναν έξω από την πόλη.

Μάθημα από την ξεραμένη συκιά

20 Και καθώς περνούσαν πρωί εκεί κοντά, είδαν τη συκιά ξεραμένη από τις ρίζες.  21 Και θυμήθηκε ο Πέτρος και του λέει: «Ραβί, δες, η συκιά που καταράστηκες έχει ξεραθεί».  22 Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους λέει: «Έχετε πίστη Θεού.  23 Αλήθεια σας λέω ότι όποιος πει στο όρος τούτο: “Σήκω και πέσε στη θάλασσα”, και δεν αμφιβάλει μέσα στην καρδιά του, αλλά πιστεύει ότι αυτό που λαλεί γίνεται, θα του γίνει.  24 Γι’ αυτό σας λέω, όλα όσα προσεύχεστε και ζητάτε, πιστεύετε ότι τα λάβατε, και θα σας γίνουν.  25 Και όταν στέκεστε προσευχόμενοι, ας αφήνετε αν κάτι έχετε εναντίον κάποιου, για να αφήσει σ’ εσάς και ο Πατέρας σας που είναι στους ουρανούς τα δικά σας παραπτώματα.  26 Αν όμως εσείς δεν αφήνετε, ούτε ο Πατέρας σας που είναι στους ουρανούς θα αφήσει τα δικά σας παραπτώματα».

Η εξουσία του Ιησού αμφισβητείται

27 Και έρχονται πάλι στα Ιεροσόλυμα. Και ενώ αυτός περπατούσε στο ναό, έρχονται προς αυτόν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι  28 και του έλεγαν: «Με ποια εξουσία αυτά τα κάνεις; Ή ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή, για να κάνεις αυτά;»  29 Ο Ιησούς τότε τους είπε: «Θα σας επερωτήσω ένα λόγο, και αποκριθείτε μου και θα σας πω με ποια εξουσία αυτά τα κάνω:  30 Το βάφτισμα του Ιωάννη από τον ουρανό ήταν ή από τους ανθρώπους; Αποκριθείτε μου».  31 Και διαλογίζονταν μέσα τους λέγοντας: «Αν πούμε: “Από τον ουρανό”, θα πει: “Γιατί λοιπόν δεν πιστέψατε σ’ αυτόν”;  32 Αλλά να πούμε: “Από τους ανθρώπους”; – φοβούνταν το πλήθος. γιατί όλοι θεωρούσαν τον Ιωάννη ότι ήταν πράγματι προφήτης.  33 Και αποκρίθηκαν στον Ιησού και του λένε: «Δεν ξέρουμε». Και ο Ιησούς τους λέει: «Ούτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία αυτά τα κάνω».

Η παραβολή του αμπελώνα και των γεωργών

1 Και άρχισε με παραβολές να τους μιλά: «Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπελώνα και τον περιέβαλε με φράχτη και έσκαψε δεξαμενή κάτω από το πατητήρι και οικοδόμησε πύργο και τον νοίκιασε σε γεωργούς και αποδήμησε.  2 Και απέστειλε προς τους γεωργούς ένα δούλο στον κατάλληλο καιρό, για να λάβει από τους γεωργούς μέρος από τους καρπούς του αμπελώνα.  3 Και εκείνοι, αφού τον έπιασαν, τον έδειραν και τον απέστειλαν με άδεια χέρια.  4 Και πάλι απέστειλε προς αυτούς άλλο δούλο. κι εκείνον τον χτύπησαν στο κεφάλι και τον ατίμασαν.  5 Και άλλον απέστειλε. κι εκείνον σκότωσαν, και πολλούς άλλους, που άλλους τους έδερναν και άλλους τους σκότωναν.  6 Ακόμη είχε ένα γιο αγαπητό. Τον απέστειλε τελευταίο προς αυτούς, λέγοντας: “Θα ντραπούν το γιο μου”. 7 Εκείνοι όμως οι γεωργοί είπαν μεταξύ τους: “Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε, και δική μας θα είναι η κληρονομιά”.  8 Και αφού τον έπιασαν, τον σκότωσαν και τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα.  9 Τι λοιπόν θα κάνει ο Κύριος του αμπελώνα; Θα έρθει και θα εξολοθρέψει τους γεωργούς και θα δώσει τον αμπελώνα σε άλλους.  10 Ούτε τη Γραφή αυτή διαβάσατε: Λίθο που αποδοκίμασαν οι οικοδόμοι, αυτός έγινε κορωνίδα.  11 Από τον Κύριο έγινε αυτός και είναι θαυμαστός στα μάτια μας;»  12 Και ζητούσαν να τον κρατήσουν, αλλά φοβήθηκαν το πλήθος, γιατί κατάλαβαν ότι γι’ αυτούς είπε την παραβολή. Και αφού τον άφησαν, έφυγαν.

Η πληρωμή των φόρων στον Καίσαρα

13 Και αποστέλλουν προς αυτόν μερικούς από τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς, για να τον παγιδεύσουν από ένα λόγο του.  14 Και αφού ήρθαν, του λένε: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι είσαι αληθινός και δε σε μέλει για κανέναν. γιατί δε βλέπεις σε πρόσωπο ανθρώπων, αλλά διδάσκεις αληθινά την οδό του Θεού. Επιτρέπεται να δώσει κανείς φόρο στον Καίσαρα ή όχι; Να δώσουμε ή να μη δώσουμε;»  15 Εκείνος, επειδή κατάλαβε την υποκρισία τους, τους είπε: «Τι με πειράζετε; Φέρτε μου ένα δηνάριο για να το δω».  16 Εκείνοι έφεραν. Και τους λέει: «Ποιανού είναι η εικόνα αυτή και η επιγραφή;» Εκείνοι του είπαν: «Του Καίσαρα».  17 Ο Ιησούς τότε τους είπε: «Τα πράγματα του Καίσαρα αποδώστε στον Καίσαρα και τα πράγματα του Θεού στο Θεό». Και εκείνοι θαύμαζαν πολύ με αυτόν.

Το θέμα της ανάστασης

18 Και έρχονται Σαδουκκκαίοι προς αυτόν, οι οποίοι λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση, και τον επερωτούσαν:  19 «Δάσκαλε, ο Μωυσής μάς έγραψε ότι αν ο αδελφός κάποιου πεθάνει και εγκαταλείψει γυναίκα και δεν αφήσει τέκνο, να λάβει ο αδελφός του τη γυναίκα του και να φέρει απογόνους στον αδελφό του.  20 Ήταν εφτά αδελφοί. Και ο πρώτος έλαβε γυναίκα και πεθαίνοντας δεν άφησε απογόνους.  21 Και ο δεύτερος έλαβε αυτήν και πέθανε, χωρίς να αφήσει απογόνους. και ο τρίτος ομοίως.  22 και οι εφτά δεν άφησαν απογόνους. Τελευταία απ’ όλους πέθανε και η γυναίκα. 23 Κατά την ανάσταση, όταν αναστηθούν, ποιανού από αυτούς θα είναι γυναίκα; Γιατί και οι εφτά την είχαν γυναίκα».  24 Τους είπε ο Ιησούς: «Γι’ αυτό δεν πλανάστε, επειδή δεν ξέρετε τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού;  25 Γιατί όταν αναστηθούν από τους νεκρούς, ούτε παντρεύουν ούτε νυμφεύονται, αλλά είναι σαν άγγελοι στους ουρανούς.  26 Όσον αφορά όμως τους νεκρούς ότι εγείρονται, δε διαβάσατε στο βιβλίο του Μωυσή, εκεί όπου μιλάει για τη βάτο, πώς του είπε ο Θεός λέγοντας Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ;  27 Δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών. πολύ πλανάστε».

Η μεγαλύτερη εντολή

28 Και αφού πλησίασε ένας από τους γραμματείς που τους άκουσε να συζητούν, επειδή είδε ότι καλά τους αποκρίθηκε, τον επερώτησε: «Ποια εντολή είναι πρώτη απ’ όλες;»  29 Αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Πρώτη είναι: Άκου Ισραήλ, Κύριος ο Θεός μας είναι ένας Κύριος.  30 Και να αγαπήσεις Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου και με όλη την ισχύ σου.  31 Δεύτερη είναι αυτή: Να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Άλλη εντολή μεγαλύτερη από αυτές δεν υπάρχει».  32 Και του είπε ο γραμματέας: «Καλά, δάσκαλε, αληθινά είπες ότι ένας είναι ο Θεός και δεν είναι άλλος εκτός από αυτόν.  33 Και το να αγαπάει κανείς αυτόν με όλη την καρδιά του και με όλη τη σύνεση και με όλη την ισχύ του, και το να αγαπάει κανείς τον πλησίον του σαν τον εαυτό του περισσότερο είναι απ’ όλα τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες».  34 Και ο Ιησούς, επειδή είδε ότι συνετά αποκρίθηκε, του είπε: «Δεν είσαι μακριά από τη βασιλεία του Θεού». Και κανείς πια δεν τολμούσε να τον επερωτήσει.

Το θέμα αν ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ

35 Και έλαβε το λόγο ο Ιησούς και έλεγε διδάσκοντας στο ναό: «Πώς λένε οι γραμματείς ότι ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ;  36 Αυτός ο Δαβίδ είπε μέσω του Πνεύματος του Αγίου: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: “Κάθου από τα δεξιά μου, ωσότου θέσω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου”. 37 Αυτός ο Δαβίδ τον λέει “Κύριο”. Και από πού είναι γιος του;» Και το πολύ πλήθος τον άκουγε ευχάριστα.

Ο Ιησούς κατακρίνει τους γραμματείς

38 Και στη διδαχή του έλεγε: «Προσέχετε από τους γραμματείς που θέλουν να περπατούν με στολές και θέλουν χαιρετισμούς στις αγορές  39 και πρωτοκαθεδρίες στις συναγωγές και τα πρώτα καθίσματα στα δείπνα,  40 οι οποίοι κατατρώνε τις οικίες των χηρών και για πρόφαση κάνουν μακριές προσευχές. Αυτοί θα λάβουν περισσότερη καταδίκη».

Το δίλεπτο της χήρας

41 Και αφού κάθισε απέναντι από το θησαυροφυλάκιο, κοιτούσε πώς το πλήθος ρίχνει χάλκινα νομίσματα στο θησαυροφυλάκιο. Και πολλοί πλούσιοι έριχναν πολλά.  42 Και ήρθε μια χήρα φτωχή και έριξε δύο λεπτά, που είναι ένας κοδράντης.  43 Και τότε προσκάλεσε τους μαθητές του και τους είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι αυτή η φτωχή η χήρα έριξε περισσότερο απ’ όλους όσοι ρίχνουν χρήματα στο θησαυροφυλάκιο.  44 Γιατί όλοι έριξαν από το περίσσευμά τους, αυτή όμως από το υστέρημά της, όλα όσα είχε έριξε, όλη την περιουσία της».

Προλέγεται η καταστροφή του ναού

1 Και ενώ έβγαινε έξω από το ναό, του λέει ένας από τους μαθητές του: «Δάσκαλε, δες τι είδους λίθοι και τι είδους οικοδομές!»  2 Και ο Ιησούς του είπε: «Βλέπεις αυτές τις μεγάλες οικοδομές; Δε θα αφεθεί εδώ λίθος πάνω σε λίθο που δε θα καταστραφεί».

Αρχή ωδίνων

3 Και ενώ καθόταν αυτός στο Όρος των Ελαιών απέναντι από το ναό, τον επερωτούσαν ιδιαιτέρως ο Πέτρος και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και ο Ανδρέας:  4 «Πες μας, πότε θα γίνουν αυτά και ποιο το σημείο όταν μέλλουν όλα αυτά να συντελεστούν;»  5 Ο Ιησούς τότε άρχισε να τους λέει: «Προσέχετε μη σας πλανήσει κανείς.  6 Πολλοί θα έρθουν με το όνομά μου λέγοντας ότι εγώ είμαι και πολλούς θα πλανήσουν.  7 Όταν λοιπόν ακούσετε πολέμους και φήμες πολέμων, μη θορυβείστε. πρέπει να γίνουν, αλλά ακόμα δεν είναι το τέλος.  8 Γιατί θα εγερθεί έθνος εναντίον έθνους και βασιλεία εναντίον βασιλείας, θα γίνουν σεισμοί κατά τόπους, θα γίνουν πείνες. αρχή ωδίνων θα είναι αυτά. 9 Και να προσέχετε εσείς τους εαυτούς σας. Θα σας παραδώσουν σε συνέδρια, και θα δαρθείτε σε συναγωγές, και θα σταθείτε μπροστά σε ηγεμόνες και σε βασιλιάδες εξαιτίας μου, για να δώσετε μαρτυρία σ’ αυτούς.  10 Και το ευαγγέλιο πρέπει πρώτα να κηρυχτεί σε όλα τα έθνη.  11 Και όταν σας οδηγούν για να σας παραδώσουν, μη μεριμνάτε από πριν τι θα μιλήσετε, αλλά ό,τι σας δοθεί εκείνη την ώρα, αυτό να μιλάτε. γιατί δεν είστε εσείς που θα μιλάτε, αλλά το Πνεύμα το Άγιο.  12 Και θα παραδώσει ο αδελφός τον αδελφό σε θάνατο και ο πατέρας το παιδί, και θα επαναστατήσουν παιδιά ενάντια σε γονείς και θα τους θανατώσουν.  13 Και θα είστε μισούμενοι από όλους για το όνομά μου. Αλλά εκείνος που θα υπομείνει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί».

Η μεγάλη θλίψη

14 «Όταν όμως δείτε το βδέλυγμα της ερημώσεως να έχει σταθεί εκεί όπου δεν πρέπει – ο αναγνώστης ας εννοήσει – τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη,  15 και όποιος είναι πάνω στο δώμα ας μην κατεβεί μήτε να εισέλθει, για να πάρει κάτι από την οικία του.  16 Και όποιος είναι στον αγρό ας μην επιστρέψει προς τα πίσω, για να πάρει το πανωφόρι του.  17 Αλίμονο όμως σε όσες έχουν παιδιά στην κοιλιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες.  18 Προσεύχεστε μάλιστα να μη γίνει το χειμώνα.  19 Γιατί εκείνες τις ημέρες θα γίνει τέτοια θλίψη που δεν έχει γίνει τέτοιου είδους από την αρχή της κτίσης που έκτισε ο Θεός ως τώρα, και δε θα γίνει ξανά.  20 Και αν δε συντόμευε ο Κύριος τις ημέρες, δε θα σωζόταν καμιά σάρκα. Αλλά για τους εκλεκτούς που εξέλεξε συντόμεψε τις ημέρες.  21 Και τότε αν κάποιος σας πει: “Να, εδώ ο Χριστός”, “Να, εκεί”, μην πιστεύετε.  22 Γιατί θα εγερθούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες και θα δώσουν σημεία και τέρατα με σκοπό να αποπλανούν, αν είναι δυνατό, τους εκλεκτούς.  23 Εσείς λοιπόν προσέχετε. Σας τα έχω προειπεί όλα».

Ο ερχομός του Υιού του ανθρώπου

24 «Αλλά εκείνες τις ημέρες, μετά τη θλίψη εκείνη, ο ήλιος θα σκοτεινιάσει και η σελήνη δε θα δώσει το φεγγοβόλημά της  25 και οι αστέρες θα πέφτουν συνεχώς από τον ουρανό και οι δυνάμεις που είναι στους ουρανούς θα σαλευτούν.  26 Και τότε θα δουν τον Υιό του ανθρώπου ερχόμενο μέσα σε νεφέλες με δύναμη πολλή και δόξα.  27 Και τότε θα αποστείλει τους αγγέλους και θα συνάξει στο ίδιο μέρος τους εκλεκτούς του από τους τέσσερις ανέμους, από το άκρο της γης μέχρι το άκρο του ουρανού».

Μάθημα από τη συκιά

28 «Από τη συκιά, λοιπόν, μάθετε την παραβολή. Όταν ήδη το κλαδί της απαλό γίνει και ξεφυτρώνουν τα φύλλα, γνωρίζετε ότι είναι κοντά το θέρος.  29 Έτσι κι εσείς, όταν δείτε αυτά να γίνονται, να γνωρίζετε ότι είναι κοντά, στις θύρες.  30 Αλήθεια σας λέω ότι δε θα παρέλθει η γενιά αυτή, μέχρις ότου γίνουν όλα αυτά.  31 Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δε θα παρέλθουν».

Άγνωστη η ημέρα και η ώρα

32 «Όσον αφορά όμως την ημέρα εκείνη ή την ώρα κανείς δεν τις ξέρει, ούτε οι άγγελοι στον ουρανό ούτε ο Υιός παρά μόνο ο Πατέρας.  33 Προσέχετε, αγρυπνείτε. Γιατί δεν ξέρετε πότε θα είναι ο καιρός.  34 Θα συμβεί όπως σ’ έναν άνθρωπο απόδημο, που άφησε την οικία του και έδωσε στους δούλους του την εξουσία, σε καθέναν το έργο του, και στο θυρωρό έδωσε εντολή να αγρυπνεί. 35 Αγρυπνείτε, λοιπόν. γιατί δεν ξέρετε πότε έρχεται ο κύριος της οικίας, ή βράδυ ή μεσάνυχτα ή με του πετεινού το λάλημα ή πρωί,  36 μήπως, όταν έρθει ξαφνικά, σας βρει να κοιμάστε.  37 Και ό,τι λέω σ’ εσάς, το λέω σε όλους: αγρυπνείτε».

Συνωμοσία για να σκοτώσουν τον Ιησού

1 Ήταν τότε το Πάσχα και η εορτή των Αζύμων, μετά δύο ημέρες. Και ζητούσαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς πώς να τον κρατήσουν και να τον σκοτώσουν με δόλο.  2 Γιατί έλεγαν: «Όχι κατά την εορτή, μήπως γίνει θόρυβος από το λαό».

Το μύρωμα στη Βηθανία

3 Και όταν αυτός ήταν στη Βηθανία, στην οικία του Σίμωνα του λεπρού, ενώ καθόταν, για να φάει, ήρθε μια γυναίκα έχοντας αλαβάστρινο δοχείο με μύρο από υγρό πολυτελές νάρδο. Αφού σύντριψε το αλαβάστρινο δοχείο, το κατάχυσε στο κεφάλι του.  4 Ήταν όμως μερικοί που αγανακτούσαν μέσα τους, λέγοντας: «Γιατί έχει γίνει αυτή η απώλεια του μύρου;  5 Επειδή αυτό το μύρο μπορούσε να πουληθεί πάνω από τριακόσια δηνάρια και να δοθεί στους φτωχούς». Και την επέπλητταν με θυμό. 6 Αλλά ο Ιησούς είπε: «Αφήστε την. Τι την ενοχλείτε; Έκανε σ’ εμένα ένα καλό έργο.  7 Γιατί πάντοτε τους φτωχούς τούς έχετε μαζί σας και, όταν θέλετε, δύναστε να τους κάνετε καλό, εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε.  8 Ό,τι είχε έκανε. Πρόλαβε να μυρώσει το σώμα μου για τον ενταφιασμό μου.  9 Και αλήθεια σας λέω, όπου κι αν κηρυχτεί το ευαγγέλιο σε όλο τον κόσμο, και ό,τι έκανε αυτή θα διαλαληθεί στη μνήμη της».

Ο Ιούδας συμφωνεί να προδώσει τον Ιησού

10 Και ο Ιούδας Ισκαριώτης, ο ένας από τους δώδεκα, πήγε προς τους αρχιερείς, για να τους τον παραδώσει.  11 Εκείνοι, όταν το άκουσαν, χάρηκαν, και του υποσχέθηκαν να του δώσουν αργυρά νομίσματα. Και ζητούσε ευκαιρία πώς να τον παραδώσει.

Το Πάσχα με τους μαθητές

12 Και την πρώτη ημέρα της εορτής των Αζύμων, όταν θυσίαζαν το Πάσχα, του λένε οι μαθητές του: «Πού θέλεις να πάμε και να ετοιμάσουμε, για να φας το Πάσχα;»  13 Και αποστέλλει δύο από τους μαθητές του και τους λέει: «Πηγαίνετε στην πόλη και θα σας συναντήσει ένας άνθρωπος, βαστάζοντας στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον  14 και, όπου εισέλθει, πείτε στον οικοδεσπότη ότι ο δάσκαλος λέει: “Πού είναι το κατάλυμά μου όπου το Πάσχα θα φάω μαζί με τους μαθητές μου”; 15 Και αυτός θα σας δείξει ανώγι μεγάλο, στρωμένο έτοιμο. και εκεί ετοιμάστε για μας».  16 Και εξήλθαν οι μαθητές και ήρθαν στην πόλη και βρήκαν καθώς τους είπε και ετοίμασαν το Πάσχα. 17 Και όταν βράδιασε, έρχεται μαζί με τους δώδεκα.  18 Και ενώ αυτοί κάθονταν ξαπλωμένοι και έτρωγαν, ο Ιησούς είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι ένας από εσάς θα με προδώσει. εκείνος που τρώει μαζί μου».  19 Αυτοί άρχισαν να λυπούνται και να του λένε ένας-ένας: «Μήπως εγώ;»  20 Εκείνος τους είπε: «Είναι ένας από τους δώδεκα, αυτός που βουτά μαζί μου στο βαθύ πιάτο.  21 Γιατί ο Υιός του ανθρώπου, βέβαια, πηγαίνει καθώς είναι γραμμένο γι’ αυτόν, αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου ο Υιός του ανθρώπου προδίδεται. θα ήταν καλό γι’ αυτόν αν εκείνος ο άνθρωπος δεν είχε γεννηθεί».

Η καθιέρωση της Θείας Ευχαριστίας

22 Και ενώ αυτοί έτρωγαν, έλαβε άρτο, αφού ευλόγησε το Θεό, τον έκοψε με τα χέρια και τους τον έδωσε και είπε: «Λάβετε, τούτο είναι το σώμα μου».  23 Και αφού έλαβε ποτήρι, ευχαρίστησε το Θεό, τους το έδωσε και ήπιαν όλοι από αυτό.  24 Και τους είπε: «Τούτο είναι το αίμα μου, της διαθήκης, που χύνεται υπέρ πολλών.  25 Αλήθεια σας λέω ότι δε θα πιω πια από το γέννημα της αμπέλου ως την ημέρα εκείνη, όταν θα το πίνω καινούργιο μέσα στη βασιλεία του Θεού».  26 Και αφού ύμνησαν, εξήλθαν στο Όρος των Ελαιών.

Προλέγεται η άρνηση του Πέτρου

27 Και τους λέει ο Ιησούς: «Όλοι θα σκανδαλιστείτε, γιατί είναι γραμμένο: Θα χτυπήσω τον ποιμένα και τα πρόβατα θα διασκορπιστούν.  28 Αλλά μετά την έγερσή μου θα πάω πριν από εσάς στη Γαλιλαία».  29 Ο Πέτρος όμως του είπε: «Αν και όλοι μπορεί να σκανδαλιστούν αλλά όχι εγώ».  30 Και του λέει ο Ιησούς: «Αλήθεια σου λέω ότι εσύ σήμερα, αυτήν τη νύχτα, πριν ο πετεινός λαλήσει δύο φορές, τρεις θα με απαρνηθείς».  31 Εκείνος ακόμη περισσότερο έλεγε: «Κι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, δε θα σε απαρνηθώ». Ομοίως μάλιστα και όλοι έλεγαν.

Η προσευχή στη Γεθσημανή

32 Και έρχονται σε μια περιοχή που έχει το όνομα Γεθσημανή και λέει στους μαθητές του: «Καθίστε εδώ, ωσότου προσευχηθώ».  33 Και παραλαβαίνει μαζί του τον Πέτρο και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και άρχισε να μένει έκθαμβος και να αδημονεί.  34 Και τους λέει: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου, ως το θάνατο. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε».  35 Και αφού προχώρησε σε μικρή απόσταση, έπεφτε στη γη και προσευχόταν για να παρέλθει από αυτόν, αν ήταν δυνατό, εκείνη η ώρα.  36 Και έλεγε: «Αββά, Πατέρα, όλα είναι δυνατά σ’ εσένα. Απομάκρυνε αυτό το ποτήρι από εμένα. αλλά όχι ό,τι εγώ θέλω, αλλά ό,τι εσύ».  37 Και έρχεται και τους βρίσκει να κοιμούνται, και λέει στον Πέτρο: «Σίμωνα, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες μια ώρα να αγρυπνήσεις;  38 Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην έρθετε σε πειρασμό. Το πνεύμα είναι βεβαίως πρόθυμο, αλλά η σάρκα ασθενής».  39 Και πάλι έφυγε και προσευχήθηκε και είπε τα ίδια λόγια.  40 Και πάλι ήρθε και τους βρήκε να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν πολύ βαριά από τη νύστα και δεν ήξεραν τι να του αποκριθούν.  41 Και έρχεται για τρίτη φορά και τους λέει: «Κοιμάστε λοιπόν και αναπαύεστε. φτάνει. Ήρθε η ώρα, ιδού, παραδίνεται ο Υιός του ανθρώπου στα χέρια των αμαρτωλών.  42 Σηκώνεστε, ας πηγαίνουμε. Ιδού, αυτός που θα με παραδώσει έχει πλησιάσει».

Η προδοσία και η σύλληψη του Ιησού

43 Και ευθύς, ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, παρουσιάζεται ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος με μάχαιρες και ξύλα από μέρους των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων. 44 Αυτός που θα τον παράδινε είχε δώσει μάλιστα σύνθημα σ’ αυτούς λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι. κρατήστε τον και οδηγήστε τον στο δικαστήριο με ασφάλεια».  45 Και αφού ήρθε, ευθύς πλησίασε σε αυτόν και του λέει: «Ραβί», και τον καταφίλησε.  46 Εκείνοι έβαλαν τα χέρια πάνω του και τον κράτησαν.  47 Ένας τότε, κάποιος από αυτούς που είχαν σταθεί εκεί κοντά, αφού τράβηξε τη μάχαιρα, χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και του αφαίρεσε το αυτί.  48 Και έλαβε το λόγο ο Ιησούς και τους είπε: «Σαν ενάντια σε ληστή εξήλθατε με μάχαιρες και ξύλα, για να με συλλάβετε;  49 Κάθε ημέρα ήμουν κοντά σας, διδάσκοντας μέσα στο ναό, και δε με κρατήσατε. Αλλά αυτό έγινε, για να εκπληρωθούν οι Γραφές».  50 Και τότε τον άφησαν και έφυγαν όλοι.

Ο νεαρός που διέφυγε

51 Και κάποιος νεαρός ακολουθούσε μαζί του περιτυλιγμένος με σεντόνι πάνω στο γυμνό του σώμα. και τον κρατούν.  52 Εκείνος εγκατέλειψε το σεντόνι και έφυγε γυμνός.

Ο Ιησούς μπροστά στο μεγάλο συνέδριο

53 Και οδήγησαν τον Ιησού προς τον αρχιερέα, και συνέρχονται όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς.  54 Και ο Πέτρος από μακριά τον ακολούθησε ως μέσα στην αυλή του αρχιερέα, και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες και θερμαινόταν κοντά στο φως της φωτιάς.  55 Οι αρχιερείς, λοιπόν, και όλο το συνέδριο ζητούσαν μαρτυρία κατά του Ιησού, για να τον θανατώσουν, και δεν εύρισκαν.  56 Γιατί πολλοί ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του, αλλά οι μαρτυρίες δεν ήταν σύμφωνες. 57 Και μερικοί, αφού σηκώθηκαν, ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του λέγοντας:  58 «Εμείς τον ακούσαμε να λέει: “Εγώ θα καταστρέψω το ναό τούτο το χειροποίητο και μέσα σε τρεις ημέρες άλλο αχειροποίητο θα οικοδομήσω”».  59 Αλλά ούτε έτσι δεν ήταν σύμφωνη η μαρτυρία τους.  60 Και τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας στο μέσο και επερώτησε τον Ιησού λέγοντας: «Δεν αποκρίνεσαι τίποτα; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;»  61 Εκείνος σιωπούσε και δεν αποκρίθηκε τίποτα. Πάλι ο αρχιερέας τον επερωτούσε και λέει σ’ αυτόν: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Ευλογητού;»  62 Ο Ιησούς τότε είπε: «Εγώ είμαι, και θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου από τα δεξιά να κάθεται της Δύναμης και να έρχεται μαζί με τις νεφέλες του ουρανού».  63 Ο αρχιερέας τότε, αφού ξέσχισε τους χιτώνες του, λέει: «Τι ανάγκη έχουμε ακόμα από μάρτυρες;  64 Ακούσατε τη βλαστήμια. Τι σας φαίνεται;» Εκείνοι όλοι τον κατάκριναν πως είναι ένοχος θανάτου.  65 Και άρχισαν μερικοί να τον φτύνουν και να περικαλύπτουν το πρόσωπό του και να τον χαστουκίζουν και να του λένε: «Προφήτεψε». Και οι υπηρέτες τον πήραν στα χαστούκια.

Ο Πέτρος απαρνείται τον Ιησού

66 Και ενώ ο Πέτρος ήταν κάτω στην αυλή, έρχεται μία από τις μικρές δούλες του αρχιερέα  67 και, όταν είδε τον Πέτρο να θερμαίνεται, τον κοίταξε μέσα στα μάτια και του λέει: «Κι εσύ μαζί με το Ναζαρηνό ήσουν, τον Ιησού».  68 Εκείνος το αρνήθηκε λέγοντας: «Ούτε ξέρω ούτε καταλαβαίνω εσύ τι λες». Και βγήκε έξω στο προαύλιο. Και λάλησε ένας πετεινός.  69 Και η μικρή δούλη, όταν τον είδε, άρχισε πάλι να λέει σ’ όσους είχαν σταθεί εκεί: «Αυτός είναι από αυτούς».  70 Εκείνος πάλι αρνιόταν. Και μετά από λίγο, πάλι όσοι είχαν σταθεί εκεί, έλεγαν στον Πέτρο: «Αλήθεια, από αυτούς είσαι, γιατί είσαι και Γαλιλαίος».  71 Εκείνος άρχισε να αναθεματίζει και να ορκίζεται: «Δεν ξέρω τον άνθρωπο τούτον που λέτε».  72 Και ευθύς για δεύτερη φορά ένας πετεινός λάλησε. Και θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο καθώς του είπε ο Ιησούς: «Πριν ο πετεινός λαλήσει δύο φορές, τρεις θα με απαρνηθείς» – και αφού έπεσε πάνω στη γη, έκλαιγε.

Ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο

1 Και ευθύς το πρωί έκαναν συμβούλιο οι αρχιερείς μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς και όλο το συνέδριο και, αφού έδεσαν τον Ιησού, τον έφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο.  2 Και τον επερώτησε ο Πιλάτος: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Εκείνος του αποκρίθηκε και λέει: «Εσύ το λες».  3 Και οι αρχιερείς τον κατηγορούσαν πολλά.  4 Ο Πιλάτος λοιπόν πάλι τον επερωτούσε λέγοντας: «Δεν αποκρίνεσαι τίποτα; Δες πόσα σε κατηγορούν».  5 Αλλά ο Ιησούς τίποτα πια δεν αποκρίθηκε, ώστε θαύμαζε ο Πιλάτος.

Ο Ιησούς καταδικάζεται σε θάνατο

6 Κατά την εορτή, λοιπόν, τους απέλυε ένα φυλακισμένο, όποιον ζητούσαν.  7 Ήταν τότε φυλακισμένος ο λεγόμενος Βαραβάς μαζί με τους στασιαστές, οι οποίοι κατά τη στάση είχαν κάνει φόνο.  8 Και όταν ανέβηκε το πλήθος, άρχισε να του ζητά καθώς τους έκανε.  9 Ο Πιλάτος τότε τους αποκρίθηκε λέγοντας: «Θέλετε να σας απολύσω το βασιλιά των Ιουδαίων;»  10 Γιατί γνώριζε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει οι αρχιερείς.  11 Αλλά οι αρχιερείς ξεσήκωσαν το πλήθος, για να τους απολύσει μάλλον το Βαραβά.  12 Ο Πιλάτος τότε, πάλι έλαβε το λόγο και τους έλεγε: «Τι θέλετε λοιπόν να κάνω αυτόν που λέτε “βασιλιά των Ιουδαίων”;»  13 Εκείνοι πάλι έκραξαν: «Σταύρωσέ τον».  14 Ο Πιλάτος όμως τους έλεγε: «Γιατί, τι κακό έκανε;» Εκείνοι περισσότερο έκραξαν: «Σταύρωσέ τον».  15 Ο Πιλάτος, λοιπόν, θέλοντας να ικανοποιήσει τον όχλο, τους απόλυσε το Βαραβά και παράδωσε τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, για να σταυρωθεί.

Οι στρατιώτες εμπαίζουν τον Ιησού

16 Οι στρατιώτες τότε τον οδήγησαν μέσα στην εσωτερική αυλή, που είναι το πραιτόριο, και συγκαλούν όλη τη στρατιωτική μονάδα.  17 Και τον ντύνουν με πορφύρα και του θέτουν γύρω από το κεφάλι ένα αγκάθινο στεφάνι που έπλεξαν.  18 Και άρχισαν να τον χαιρετούν: «Χαίρε, βασιλιά των Ιουδαίων».  19 Και χτυπούσαν το κεφάλι του με καλάμι και τον έφτυναν και, αφού έπεσαν στα γόνατα, τον προσκυνούσαν.  20 Και όταν τον ενέπαιξαν, τον έγδυσαν από την πορφύρα και τον έντυσαν με τα ρούχα του. Και τον οδηγούν έξω για να τον σταυρώσουν.

Η σταύρωση του Ιησού

21 Και αγγαρεύουν κάποιον που περνούσε από εκεί κοντά, το Σίμωνα τον Κυρηναίο, που ερχόταν από την εξοχή, τον πατέρα του Αλέξανδρου και του Ρούφου, για να σηκώσει το σταυρό του.  22 Και τον φέρνουν πάνω στον τόπο του Γολγοθά, που ερμηνεύεται, “Κρανίου Τόπος”.  23 Και του έδιναν κρασί με σμύρνα. αλλά αυτός δεν το έλαβε.  24 Και τον σταυρώνουν και διαμοιράζονται τα ιμάτιά του, ρίχνοντας κλήρο γι’ αυτά τι κανείς θα πάρει.  25 Ήταν τότε εννιά η ώρα το πρωί, και τον σταύρωσαν.  26 Και ήταν η επιγραφή της αιτίας της καταδίκης του γραμμένη από πάνω του: “Ο βασιλιάς των Ιουδαίων”.  27 Και μαζί του σταυρώνουν δύο ληστές, έναν από τα δεξιά και έναν από τα αριστερά του.  28 Και εκπληρώθηκε η Γραφή που λέει: Και μαζί με άνομους λογαριάστηκε.  29 Και εκείνοι που πορεύονταν δίπλα του τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Α, εσύ που καταστρέφεις το ναό και τον οικοδομείς σε τρεις ημέρες,  30 σώσε τον εαυτό σου και κατέβα από το σταυρό».  31 Όμοια και οι αρχιερείς τον ενέπαιζαν μεταξύ τους μαζί με τους γραμματείς και έλεγαν: «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δε δύναται να σώσει.  32 Ο Χριστός, ο βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από το σταυρό, για να δούμε και να πιστέψουμε». Και αυτοί που ήταν σταυρωμένοι μαζί του τον έβριζαν.

Ο θάνατος του Ιησού

33 Και όταν έγινε δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, έγινε σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη ως τις τρεις η ώρα το απόγευμα.  34 Και στις τρεις η ώρα βόησε ο Ιησούς με φωνή μεγάλη: «Ελωι ελωι λεμα σαβαχθανι;», που όταν ερμηνεύεται σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;»  35 Και μερικοί από αυτούς που είχαν σταθεί εκεί κοντά, όταν άκουσαν, έλεγαν: «Δες, τον Ηλία φωνάζει».  36 Έτρεξε τότε κάποιος και, αφού γέμισε ένα σφουγγάρι με ξίδι, το έθεσε γύρω από ένα καλάμι και του έδινε να πιει λέγοντας: «Αφήστε, ας δούμε αν έρχεται ο Ηλίας να τον κατεβάσει».  37 Και ο Ιησούς, αφού άφησε να βγει φωνή μεγάλη, εξέπνευσε.  38 Και το καταπέτασμα του ναού σχίστηκε στα δύο από πάνω ως κάτω.  39 Όταν είδε τότε ο εκατόνταρχος, που είχε σταθεί απέναντί του, ότι έτσι εξέπνευσε, είπε: «Αλήθεια, αυτός ο άνθρωπος ήταν Υιός Θεού».  40 Και ήταν και γυναίκες από μακριά που κοιτούσαν, μεταξύ των οποίων και η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή, και η Σαλώμη,  41 οι οποίες, όταν ο Ιησούς ήταν στη Γαλιλαία, τον ακολουθούσαν και τον διακονούσαν. Ήταν επίσης και πολλές άλλες που ανέβηκαν μαζί του στα Ιεροσόλυμα.

Ο ενταφιασμός του Ιησού

42 Και όταν ήδη έγινε βράδυ, επειδή ήταν Παρασκευή, που είναι η προηγούμενη ημέρα του Σαββάτου,  43 ήρθε ο Ιωσήφ, που καταγόταν από την Αριμαθαία, σεβαστό μέλος του Συνεδρίου, που κι αυτός περίμενε τη βασιλεία του Θεού, ο οποίος τόλμησε, εισήλθε και παρουσιάστηκε μπροστά στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού.  44 Αλλά ο Πιλάτος θαύμασε απορώντας αν είχε ήδη πεθάνει και, αφού προσκάλεσε τον εκατόνταρχο, τον ρώτησε αν πέθανε από ώρα.  45 Και όταν το έμαθε από τον εκατόνταρχο, δώρισε το πτώμα στον Ιωσήφ.  46 Και εκείνος αφού αγόρασε ένα σεντόνι, τον κατέβασε από το σταυρό, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον έθεσε μέσα σε μνήμα που ήταν λατομημένο στο βράχο. Και μετά κύλησε ένα λίθο πάνω στη θύρα του μνήματος.  47 Τότε η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιωσή κοιτούσαν πού έχει τεθεί.

Η ανάσταση του Ιησού

1 Και όταν πέρασε το Σάββατο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα, για να έρθουν και να τον αλείψουν.  2 Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο έρχονται στο μνήμα, όταν ανάτειλε ο ήλιος.  3 Και έλεγαν μεταξύ τους: «Ποιος θα μας κυλήσει μακριά το λίθο από τη θύρα του μνήματος;»  4 Και όταν σήκωσαν το βλέμμα τους, κοιτούν ότι έχει κυλήσει μακριά ο λίθος. ήταν πράγματι πάρα πολύ μεγάλος.  5 Και αφού εισήλθαν στο μνήμα, είδαν ένα νεαρό να κάθεται στα δεξιά ντυμένο με στολή λευκή και έμειναν έκθαμβες.  6 Εκείνος τους λέει: «Μη μένετε έκθαμβες. Τον Ιησού ζητάτε, το Ναζαρηνό, το σταυρωμένο. Εγέρθηκε, δεν είναι εδώ. Να ο τόπος όπου τον έθεσαν.  7 Αλλά πηγαίνετε, πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι πηγαίνει πριν από εσάς στη Γαλιλαία. εκεί θα τον δείτε καθώς σας είπε».  8 Και εκείνες εξήλθαν και έφυγαν από το μνήμα, γιατί τις κατείχε τρόμος και έκσταση. Και σε κανέναν δεν είπαν τίποτα. γιατί φοβούνταν.

Η εμφάνιση του Ιησού στη Μαρία τη Μαγδαληνή

9 Και αφού αναστήθηκε πρωί την πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο, φάνηκε πρώτα στη Μαρία τη Μαγδαληνή, από την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια.  10 Εκείνη πορεύτηκε και το ανάγγειλε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του, οι οποίοι πενθούσαν και έκλαιγαν.  11 Κι εκείνοι, όταν άκουσαν ότι ζει και ότι αυτή τον είδε, απίστησαν.

Η εμφάνιση σε δύο μαθητές

12 Και μετά από αυτά, φανερώθηκε με άλλη μορφή σε δύο από αυτούς που περπατούσαν, ενώ πορεύονταν σε ένα χωριό.  13 Κι εκείνοι έφυγαν και το ανάγγειλαν στους υπόλοιπους. ούτε σ’ εκείνους πίστεψαν.

Η αποστολή των μαθητών

14 Και ύστερα, ενώ κάθονταν, για να φάνε, φανερώθηκε σ’ αυτούς τους έντεκα και επιτίμησε την απιστία τους και τη σκληροκαρδία τους, γιατί δεν πίστεψαν σ’ εκείνους που τον είδαν εγερμένο. 15 Και τους είπε: «Πορευτείτε σε όλο τον κόσμο και κηρύξετε το ευαγγέλιο σε όλη την κτίση. 16 Όποιος πιστέψει και βαφτιστεί θα σωθεί, όποιος όμως απιστήσει θα κατακριθεί.  17 Και αυτά τα θαυματουργικά σημεία θα συνοδέψουν εκείνους που θα πιστέψουν: θα βγάλουν δαιμόνια στο όνομά μου, θα μιλήσουν καινούργιες γλώσσες  18 και θα σηκώσουν στα χέρια τους φίδια, και αν πιουν κάτι θανάσιμο, δε θα τους βλάψει. θα θέσουν τα χέρια πάνω σε αρρώστους και θα γίνουν καλά».

Η ανάληψη του Ιησού

19 Αφενός λοιπόν, μετά την ομιλία του σ’ αυτούς, ο Κύριος Ιησούς αναλήφτηκε στον ουρανό και κάθισε από τα δεξιά του Θεού.  20 Αφετέρου εκείνοι εξήλθαν και κήρυξαν παντού, ενώ ο Κύριος συνεργούσε και επιβεβαίωνε το λόγο μέσω των θαυματουργικών σημείων που επακολουθούσαν.