Αφιέρωση στο Θεόφιλο

1 Επειδή, πράγματι, πολλοί επιχείρησαν να συντάξουν μια διήγηση για τα πράγματα που συνέβηκαν μεταξύ μας με απόλυτη βεβαιότητα,  2 καθώς μας τα παράδωσαν όσοι από την αρχή έγιναν αυτόπτες μάρτυρες και υπηρέτες του θείου λόγου,  3 γι’ αυτό φάνηκε καλό και σ’ εμένα, που τα παρακολούθησα όλα από την αρχή ακριβώς, να σου τα γράψω με τη σειρά, εξοχότατε Θεόφιλε, 4 για να γνωρίσεις καλά με ασφάλεια την αλήθεια για όσα λόγια κατηχήθηκες.

Προαγγελία της γέννησης του Ιωάννη του Βαπτιστή

5 Υπήρξε κατά τις ημέρες του Ηρώδη, του βασιλιά της Ιουδαίας, κάποιος ιερέας με το όνομα Ζαχαρίας από την ιερατική τάξη του Αβιά, και είχε γυναίκα από τις θυγατέρες του Ααρών και το όνομά της ήταν Ελισάβετ.  6 Ήταν μάλιστα δίκαιοι και οι δύο απέναντι στο Θεό, και πορεύονταν άμεμπτοι σε όλες τις εντολές και τις δίκαιες διατάξεις του Κυρίου.  7 Αλλά δεν είχαν παιδί, καθότι η Ελισάβετ ήταν στείρα, και οι δυο τους ήταν προχωρημένοι στην ηλικία.  8 Συνέβηκε τότε, ενώ αυτός ιεράτευε απέναντι στο Θεό κατά τη χρονική σειρά της ιερατικής τάξης του,  9 να του λάχει με κλήρο να θυμιάσει σύμφωνα με τη συνήθεια του ιερατείου, αφού εισέλθει στο ναό του Κυρίου.  10 Και όλο το πλήθος του λαού προσευχόταν συνέχεια έξω την ώρα του θυμιάματος.  11 Του φανερώθηκε τότε άγγελος Κυρίου, έχοντας σταθεί από τα δεξιά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος.  12 Και ταράχτηκε ο Ζαχαρίας, όταν τον είδε, και φόβος έπεσε πάνω του.  13 Είπε τότε ο άγγελος προς αυτόν: «Μη φοβάσαι, Ζαχαρία, γιατί εισακούστηκε η δέησή σου, και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα σου γεννήσει γιο και θα καλέσεις το όνομά του Ιωάννη.  14 Και θα είναι για σένα χαρά και αγαλλίαση, και πολλοί θα χαρούν για τη γέννησή του.  15 Γιατί θα είναι μεγάλος μπροστά στον Κύριο, και κρασί και σίκερα δε θα πιει, και με Πνεύμα Άγιο θα γεμίσει από την κοιλιά της μητέρας του ακόμη,  16 και πολλούς από τους γιους Ισραήλ θα τους κάνει να επιστρέψουν στον Κύριο το Θεό τους.  17 Και αυτός θα έρθει προηγουμένως, μπροστά από Αυτόν, με το πνεύμα και με τη δύναμη του Ηλία, για να στρέψει πίσω τις καρδιές των πατέρων στα παιδιά τους και τους απειθείς στη φρόνηση των δικαίων, για να ετοιμάσει στον Κύριο λαό προπαρασκευασμένο».  18 Και είπε ο Ζαχαρίας προς τον άγγελο: «Από τι θα γνωρίσω αυτό; Γιατί εγώ είμαι ηλικιωμένος και η γυναίκα μου προχωρημένη στην ηλικία».  19 Και τότε αποκρίθηκε ο άγγελος και του είπε: «Εγώ είμαι ο Γαβριήλ που έχω σταθεί μπροστά στο Θεό και αποστάλθηκα να μιλήσω προς εσένα και να σου ευαγγελίσω αυτά.  20 Και ιδού, θα είσαι σιωπηλός και δε θα μπορείς να μιλήσεις μέχρι την ημέρα που θα γίνουν αυτά, επειδή δεν πίστεψες στους λόγους μου, οι οποίοι θα εκπληρωθούν στον καιρό τους».  21 Και ο λαός προσδοκούσε το Ζαχαρία και θαύμαζαν απορώντας για το χρόνο που αυτός καθυστερούσε μέσα στο ναό.  22 Όταν λοιπόν εξήλθε, δεν μπορούσε να τους μιλήσει, και κατάλαβαν ότι μια οπτασία είχε δει μέσα στο ναό. Και αυτός τους έκανε νεύματα και παράμενε μουγκός.  23 Και συνέβηκε, μόλις συμπληρώθηκαν οι ημέρες της λειτουργίας του, να φύγει για τον οίκο του.  24 Μετά λοιπόν από αυτές τις ημέρες, συνέλαβε η Ελισάβετ η γυναίκα του και έκρυβε γύρω της επιμελώς τον εαυτό της για πέντε μήνες, λέγοντας: 25 «Έτσι μου έχει κάνει ο Κύριος κατά τις ημέρες που έριξε το βλέμμα του πάνω μου, για να αφαιρέσει την ντροπή μου μεταξύ των ανθρώπων».

Ο ευαγγελισμός της παρθένου Μαρίας

26 Και στο μήνα της τον έκτο, αποστάλθηκε ο άγγελος Γαβριήλ από το Θεό σε μια πόλη της Γαλιλαίας, που έχει όνομα Ναζαρέτ,  27 σε μια παρθένα μνηστευμένη με άντρα, που είχε το όνομα Ιωσήφ, από τον οίκο Δαβίδ. και το όνομα της παρθένας ήταν Μαριάμ.  28 Και αφού εισήλθε και παρουσιάστηκε προς αυτήν, είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου. Ευλογημένη εσύ μεταξύ των γυναικών».  29 Εκείνη ταράχτηκε πολύ από τα λόγια αυτά και διαλογιζόταν τι είδους μπορεί να είναι αυτός ο χαιρετισμός.  30 Και ο άγγελος της είπε: «Μη φοβάσαι, Μαριάμ, γιατί βρήκες χάρη μπροστά στο Θεό.  31 Και ιδού, θα συλλάβεις στην κοιλιά και θα γεννήσεις γιο και θα καλέσεις το όνομά του Ιησού.  32 Αυτός θα είναι μεγάλος και θα κληθεί Υιός του Υψίστου και θα του δώσει ο Κύριος ο Θεός το θρόνο του Δαβίδ του πατέρα του,  33 και θα βασιλέψει πάνω στον οίκο Ιακώβ στους αιώνες και δε θα υπάρχει τέλος στη βασιλεία του».  34 Είπε τότε η Μαριάμ προς τον άγγελο: «Πώς θα γίνει αυτό, αφού δε γνωρίζω άντρα;»  35 Και αποκρίθηκε ο άγγελος και της είπε: «Πνεύμα Άγιο θα έρθει πάνω σου και δύναμη Υψίστου θα σε επισκιάσει. γι’ αυτό και το άγιο που θα γεννηθεί θα κληθεί Υιός Θεού.  36 Και ιδού, η Ελισάβετ η συγγενής σου έχει συλλάβει και αυτή γιο στα γηρατειά της, και αυτός είναι ο έκτος μήνας της εγκυμοσύνης αυτής που την αποκαλούν στείρα.  37 Γιατί δε θα είναι αδύνατος κανένας λόγος που προέρχεται από το Θεό».  38 Είπε τότε η Μαριάμ: «Ιδού η δούλη του Κυρίου. είθε να μου γίνει κατά το λόγο σου». Και έφυγε από αυτήν ο άγγελος.

Η Μαρία επισκέπτεται την Ελισάβετ

39 Σηκώθηκε τότε η Μαριάμ κατά τις ημέρες αυτές και πορεύτηκε στην ορεινή περιοχή βιαστικά σε μια πόλη της φυλής του Ιούδα,  40 και εισήλθε στον οίκο του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. 41 Και συνέβηκε, μόλις άκουσε το χαιρετισμό της Μαρίας η Ελισάβετ, να σκιρτήσει το βρέφος μέσα στην κοιλιά της, και η Ελισάβετ γέμισε Πνεύμα Άγιο.  42 Και φώναξε με κραυγή μεγάλη και είπε: «Ευλογημένη εσύ μεταξύ των γυναικών και ευλογημένος ο καρπός της κοιλιάς σου.  43 Και πώς μου έγινε αυτό, να έρθει η μητέρα του Κυρίου μου προς εμένα;  44 Γιατί ιδού, μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στα αυτιά μου, σκίρτησε με αγαλλίαση το βρέφος μέσα στην κοιλιά μου.  45 Και μακάρια αυτή που πίστεψε ότι θα υπάρξει τέλεια πραγματοποίηση σε όσα της έχουν ειπωθεί από τον Κύριο».

Ο ύμνος της Μαρίας

46 Και είπε η Μαριάμ:  47 «Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριο, και αγαλλίασε το πνεύμα μου στο Θεό το σωτήρα μου  48 γιατί επέβλεψε στην ταπείνωση της δούλης του. Γιατί ιδού, από τώρα θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές,  49 επειδή μου έκανε μεγάλα πράγματα ο Δυνατός. Και άγιο είναι το όνομά του,  50 και το έλεός του διαρκεί σε γενεές και γενεές σ’ εκείνους που τον φοβούνται.  51 Έκανε έργα κραταιά με το βραχίονά του: Διασκόρπισε όσους ήταν περήφανοι στη διάνοια της καρδιάς τους.  52 Καθαίρεσε δυνάστες από θρόνους και ύψωσε ταπεινούς,  53 πεινασμένους γέμισε με αγαθά και πλούσιους εξαπέστειλε κενούς.  54 Βοήθησε τον Ισραήλ το δούλο του, δείχνοντας πως θυμήθηκε το έλεος,  55 καθώς μίλησε προς τους πατέρες μας, στον Αβραάμ και στο σπέρμα του στον αιώνα». 56 Έμεινε λοιπόν η Μαριάμ μαζί της περίπου τρεις μήνες, και κατόπιν επέστρεψε στον οίκο της.

Η γέννηση του Ιωάννη του Βαπτιστή

57 Και για την Ελισάβετ συμπληρώθηκε ο χρόνος του τοκετού της και γέννησε γιο.  58 Και οι γείτονες και οι συγγενείς της άκουσαν ότι μεγάλυνε ο Κύριος το έλεός του σ’ αυτήν και τη συνέχαιραν.  59 Και συνέβηκε την ημέρα την όγδοη να έρθουν να κάνουν περιτομή στο παιδί και ήθελαν να το καλέσουν με το όνομα του πατέρα του, Ζαχαρία.  60 Και τότε αποκρίθηκε η μητέρα του και είπε: «Όχι, αλλά θα κληθεί Ιωάννης».  61 Και είπαν προς αυτήν: «Κανείς δεν είναι από τους συγγενείς σου που καλείται με το όνομα τούτο».  62 Έγνεφαν τότε στον πατέρα του για το πώς θα ήθελε να το καλέσουν.  63 Και εκείνος, αφού ζήτησε πινακίδιο, έγραψε λέγοντας: «Ιωάννης είναι το όνομά του». Και θαύμασαν όλοι.  64 Ανοίχτηκε τότε αμέσως το στόμα του και η γλώσσα του, και μιλούσε ευλογώντας το Θεό. 65 Και έπεσε φόβος πάνω σε όλους τους γείτονές τους, και σε όλη την ορεινή περιοχή της Ιουδαίας διαλαλούνταν όλα τα λόγια αυτά,  66 και τα έθεσαν όλοι όσοι τα άκουσαν μέσα στην καρδιά τους, λέγοντας: «Τι άραγε θα γίνει τούτο το παιδί;» Και πράγματι, το χέρι του Κυρίου ήταν μαζί του.

Η προφητεία του Ζαχαρία

67 Και ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του, γέμισε Πνεύμα Άγιο και προφήτεψε λέγοντας:  68 «Ευλογητός ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, γιατί επισκέφτηκε και έκανε λύτρωση στο λαό του,  69 και ύψωσε κέρατο σωτηρίας για μας μέσα στον οίκο του Δαβίδ του δούλου του,  70 καθώς μίλησε μέσω του στόματος των άγιων προφητών του πριν από αιώνες,  71 για να μας δώσει σωτηρία από τους εχθρούς μας και από το χέρι όλων αυτών που μας μισούν.  72 Για να κάνει έλεος στους πατέρες μας και να θυμηθεί την άγιά του διαθήκη,  73 όρκο που έδωσε προς τον Αβραάμ τον πατέρα μας, να μας δώσει εξουσία, 74 αφού σωθούμε από το χέρι των εχθρών, άφοβα να τον λατρεύουμε  75 με οσιότητα και με δικαιοσύνη, όλες τις ημέρες της ζωής μας μπροστά του.  76 Κι εσύ λοιπόν, παιδί, προφήτης του Υψίστου θα κληθείς. γιατί θα προπορευτείς μπροστά από τον Κύριο, για να ετοιμάσεις τις οδούς του,  77 για να δώσεις γνώση σωτηρίας στο λαό του με άφεση των αμαρτιών τους,  78 χάρη στα γεμάτα έλεος σπλάχνα του Θεού μας, με τα οποία θα μας επισκεφτεί ανατολή από ψηλά,  79 για να φωτίσει αυτούς που κάθονται μέσα στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου, για να κατευθύνει τα πόδια μας στην οδό της ειρήνης».  80 Και το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα, και ήταν στις ερήμους ως την ημέρα της ανάδειξής του μπροστά στο λαό Ισραήλ.

Η γέννηση του Ιησού Χριστού

1 Συνέβηκε λοιπόν κατά τις ημέρες εκείνες να εξέλθει διάταγμα από τον Καίσαρα Αύγουστο, για να απογραφεί όλη η οικουμένη.  2 Αυτή ήταν η πρώτη απογραφή, όταν ηγεμόνευε στη Συρία ο Κυρήνιος.  3 Και πήγαιναν όλοι να απογραφούν, καθένας στη δική του πόλη.  4 Ανέβηκε τότε και ο Ιωσήφ από τη Γαλιλαία, από την πόλη Ναζαρέτ, στην Ιουδαία, στην πόλη του Δαβίδ, που καλείται Βηθλεέμ, επειδή αυτός ήταν από τον οίκο και την πατριά του Δαβίδ,  5 για να απογραφεί μαζί με τη Μαριάμ που ήταν μνηστευμένη με αυτόν, η οποία ήταν έγκυος.  6 Συνέβηκε τότε, ενώ αυτοί ήταν εκεί, να συμπληρωθούν οι ημέρες του τοκετού της,  7 και γέννησε το γιο της τον πρωτότοκο, και τον σπαργάνωσε και τον ξάπλωσε μέσα σε μια φάτνη, γιατί δεν υπήρχε γι’ αυτούς τόπος μέσα στο κατάλυμα.

Οι ποιμένες και οι άγγελοι

8 Και ήταν κάποιοι ποιμένες στην περιοχή αυτή, που έμεναν στους αγρούς και φύλαγαν σκοπιές τη νύχτα για το ποίμνιό τους.  9 Και τότε άγγελος Κυρίου στάθηκε ξαφνικά μπροστά τους και δόξα Κυρίου έλαμψε γύρω τους, και φοβήθηκαν με μεγάλο φόβο.  10 Και ο άγγελος είπε σ’ αυτούς: «Μη φοβάστε, γιατί ιδού, ευαγγελίζομαι σ’ εσάς χαρά μεγάλη, που θα είναι για όλο το λαό,  11 γιατί γεννήθηκε για σας σήμερα Σωτήρας, που είναι Χριστός Κύριος, στην πόλη του Δαβίδ.  12 Και αυτό θα είναι το σημείο για σας: θα βρείτε βρέφος σπαργανωμένο και ξαπλωμένο σε φάτνη».  13 Και ξαφνικά φάνηκε μαζί με τον άγγελο ένα πλήθος ουράνιας στρατιάς, αινώντας το Θεό και λέγοντας: 14 «Δόξα στο Θεό στους ύψιστους ουρανούς και πάνω στη γη ειρήνη στους ανθρώπους της ευαρέσκειάς του».  15 Και μόλις οι άγγελοι έφυγαν από αυτούς στον ουρανό, οι ποιμένες είπαν μεταξύ τους: «Ας περάσουμε, λοιπόν, ως τη Βηθλεέμ και ας δούμε το πράγμα τούτο που έχει γίνει, τον οποίο ο Κύριος μας γνώρισε».  16 Και αφού έσπευσαν, ήρθαν και βρήκαν τη Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος ξαπλωμένο μέσα στη φάτνη.  17 Και όταν το είδαν, έκαναν γνωστό το λόγο που τους ειπώθηκε για το παιδί τούτο.  18 Και όλοι όσοι άκουσαν θαύμασαν γι’ αυτά που ειπώθηκαν από τους ποιμένες προς αυτούς.  19 Και η Μαριάμ διατηρούσε όλα αυτά τα λόγια, βάζοντάς τα μαζί μέσα στην καρδιά της.  20 Και επέστρεψαν οι ποιμένες δοξάζοντας και αινώντας το Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν καθώς ειπώθηκαν προς αυτούς.  21 Και όταν συμπληρώθηκαν οχτώ ημέρες από τη γέννηση, για να τον περιτέμνουν, τότε καλέστηκε το όνομά του Ιησούς, αυτό που ονομάστηκε από τον άγγελο προτού συλληφθεί αυτός μέσα στην κοιλιά.

Η παρουσίαση του Ιησού στο ναό

22 Και όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού τους κατά το νόμο του Μωυσή, τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα, για να τον παρουσιάσουν στον Κύριο  23 – καθώς είναι γραμμένο στο νόμο του Κυρίου: Κάθε αρσενικό που διανοίγει μήτρα, θα ονομαστεί άγιο για τον Κύριο –  24 και να δώσουν θυσία σύμφωνα με αυτό που έχει ειπωθεί στο νόμο του Κυρίου, ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών.  25 Και ιδού ένας άνθρωπος ήταν στην Ιερουσαλήμ που είχε όνομα Συμεών, και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και περίμενε την παρηγοριά του λαού Ισραήλ, και ήταν επάνω του Πνεύμα Άγιο.  26 Και του ήταν φανερωμένο από το Πνεύμα το Άγιο ότι δε θα δει το θάνατο πριν δει τον Χριστό του Κυρίου.  27 Και ήρθε με έμπνευση του Πνεύματος στο ναό. Και ενώ οι γονείς εισήγαγαν το παιδί, τον Ιησού, για να κάνουν αυτοί σύμφωνα με ό,τι στο νόμο είναι συνηθισμένο γι’ αυτό,  28 τότε αυτός το δέχτηκε στην αγκαλιά του και ευλόγησε το Θεό και είπε: 29 «Τώρα απολύεις το δούλο σου, Δεσπότη, κατά το λόγο σου με ειρήνη.  30 γιατί είδαν τα μάτια μου τη σωτηρία σου,  31 που ετοίμασες απέναντι στο πρόσωπο όλων των λαών,  32 φως για αποκάλυψη στα έθνη και δόξα του λαού σου Ισραήλ».  33 Και ο πατέρας του και η μητέρα του θαύμαζαν για όσα λέγονταν γι’ αυτό.  34 Και τους ευλόγησε ο Συμεών και είπε προς τη Μαριάμ τη μητέρα του: «Ιδού, αυτός είναι τοποθετημένος για πτώση και ανόρθωση πολλών μέσα στο λαό Ισραήλ και για σημείο αντιλεγόμενο  35 – και σ’ εσένα μάλιστα την ίδια, ρομφαία θα διαπεράσει την ψυχή σου – για να αποκαλυφτούν διαλογισμοί από πολλές καρδιές».  36 Και ήταν κάποια Άννα, προφήτισσα, θυγατέρα του Φανουήλ, από τη φυλή Ασήρ. Αυτή ήταν πολύ προχωρημένη στην ηλικία, η οποία έζησε με τον άντρα της εφτά έτη από τον καιρό της παρθενίας της,  37 και αυτή έμεινε μετά χήρα έως ογδόντα τεσσάρων ετών. Αυτή δεν απομακρυνόταν από το ναό, και με νηστείες και με δεήσεις λάτρευε το Θεό νύχτα και ημέρα.  38 Και αυτήν την ώρα πλησίασε και ομολογούσε τη δόξα του Θεού και μιλούσε γι’ αυτό το παιδί σε όλους όσοι περίμεναν τη λύτρωση της Ιερουσαλήμ.

Τα παιδικά χρόνια του Ιησού

39 Και μόλις αυτοί τέλεσαν όλα τα πράγματα κατά το νόμο του Κυρίου, επέστρεψαν στη Γαλιλαία, στη δική τους πόλη, τη Ναζαρέτ.  40 Και το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε, γεμίζοντας σοφία, και ήταν πάνω του η χάρη του Θεού.

Ο Ιησούς δωδεκαετής στο ναό

41 Και πορεύονταν οι γονείς του κάθε χρόνο στην Ιερουσαλήμ, στην εορτή του Πάσχα.  42 Και όταν έγινε δώδεκα ετών, αυτοί ανέβηκαν κατά το έθιμο της εορτής  43 και, όταν τελείωσαν οι ημέρες, ενώ αυτοί επέστρεφαν, παράμεινε το παιδί ο Ιησούς στην Ιερουσαλήμ, και δεν το κατάλαβαν οι γονείς του.  44 Επειδή νόμισαν, λοιπόν, ότι αυτός είναι στην συνοδεία, βάδισαν απόσταση δρόμου μιας ημέρας και τον αναζητούσαν μεταξύ των συγγενών και των γνωστών  45 και, επειδή δεν τον βρήκαν, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ αναζητώντας τον.  46 Και συνέβηκε μετά τρεις ημέρες να τον βρουν στο ναό να κάθεται στο μέσο των δασκάλων και να τους ακούει και να τους επερωτά.  47 Και έμεναν εκστατικοί όλοι όσοι τον άκουγαν για τη σύνεση και τις αποκρίσεις του.  48 Και όταν τον είδαν οι γονείς του, έμειναν έκπληκτοι, και είπε προς αυτόν η μητέρα του: «Παιδί μου, γιατί μας έκανες έτσι; Ιδού, ο πατέρας σου κι εγώ με μεγάλο πόνο σε ζητούσαμε».  49 Και είπε προς αυτούς: «Γιατί με ζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να είμαι στα πράγματα του Πατέρα μου;»  50 Αλλά αυτοί δεν κατάλαβαν το λόγο που τους μίλησε.  51 Και κατέβηκε μαζί τους και ήρθε στη Ναζαρέτ και υποτασσόταν συνεχώς σ’ αυτούς. Και η μητέρα του διατηρούσε όλα τα λόγιααυτά μέσα στην καρδιά της.  52 Και ο Ιησούς πρόκοβε στη σοφία και στη σωματική ανάπτυξη και στη χάρη μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους.

Το κήρυγμα του Ιωάννη του Βαπτιστή

1 Στο δέκατο πέμπτο έτος, λοιπόν, της ηγεμονίας του Καίσαρα Τιβέριου, όταν ηγεμόνευε ο Πόντιος Πιλάτος στην Ιουδαία, και ήταν τετράρχης της Γαλιλαίας ο Ηρώδης, και ο Φίλιππος ο αδελφός του ήταν τετράρχης της Ιτουραίας και της χώρας της Τραχωνίτιδας, και ο Λυσανίας ήταν τετράρχης της Αβιληνής,  2 επί αρχιερέα Άννα και Καϊάφα, ήρθε λόγος Θεού στον Ιωάννη το γιο του Ζαχαρία στην έρημο.  3 Και ο Ιωάννης ήρθε σε όλα τα περίχωρα του Ιορδάνη, κηρύττοντας βάφτισμα μετάνοιας σε άφεση αμαρτιών,  4 όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο των λόγων του Ησαΐα του προφήτη: Φωνή ενός που φωνάζει δυνατά στην έρημο: «Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, ίσια κάνετε τα μονοπάτια του. 5 Κάθε φαράγγι θα γεμίσει και κάθε όρος και λόφος θα ταπεινωθεί, και τα στραβά θα γίνουν ίσια και οι τραχιές οδοί λείες.  6 Και κάθε σάρκα θα δει τη σωτηρία του Θεού».  7 Έλεγε λοιπόν στα πλήθη που έβγαιναν, για να βαφτιστούν από αυτόν: «Γεννήματα εχιδνών, ποιος σας υπέδειξε, για να ξεφύγετε από τη μελλοντική οργή;  8 Κάντε λοιπόν καρπούς άξιους της μετάνοιας και μην αρχίσετε να λέτε μέσα σας: “Πατέρα έχουμε τον Αβραάμ”. Γιατί σας λέω ότι ο Θεός δύναται από τους λίθους τούτους να εγείρει τέκνα στον Αβραάμ.  9 Ήδη, λοιπόν, και το πελέκι βρίσκεται κοντά στη ρίζα των δέντρων. Επομένως, κάθε δέντρο που δεν κάνει καλό καρπό κόβεται εντελώς και ρίχνεται στη φωτιά».  10 Και τα πλήθη τον επερωτούσαν λέγοντας: «Τι λοιπόν να κάνουμε;»  11 Αφού αποκρίθηκε, τότε, τους έλεγε: «Όποιος έχει δύο χιτώνες ας δώσει σ’ αυτόν που δεν έχει, και όποιος έχει τροφές ας κάνει ομοίως».  12 Ήρθαν τότε και τελώνες να βαφτιστούν και είπαν προς αυτόν: «Δάσκαλε, τι να κάνουμε;»  13 Εκείνος είπε προς αυτούς: «Τίποτα περισσότερο να μην εισπράττετε παρά ό,τι σας έχουν διατάξει».  14 Τον επερωτούσαν τότε και οι στρατευόμενοι λέγοντας: «Τι να κάνουμε κι εμείς;» Και είπε σ’ αυτούς: «Κανέναν να μην φορολογήσετε βίαια μήτε να φορολογήσετε παράνομα, αλλά να αρκείστε στο μισθό σας».  15 Ενώ ο λαός προσδοκούσε, λοιπόν, και διαλογίζονταν όλοι μέσα στις καρδιές τους για τον Ιωάννη μήπως αυτός είναι ο Χριστός,  16 αποκρίθηκε λέγοντας σ’ όλους ο Ιωάννης: «Εγώ, βέβαια, σας βαφτίζω σε νερό. Έρχεται όμως ο ισχυρότερός μου, του οποίου δεν είμαι ικανός να λύσω το λουρί των υποδημάτων του. αυτός θα σας βαφτίσει μέσα σε Πνεύμα Άγιο και σε φωτιά.  17 Αυτού το φτυάρι είναι στο χέρι του, για να λιχνίσει και να καθαρίσει εντελώς το αλώνι του και να συνάξει το σιτάρι στην αποθήκη του, ενώ το άχυρο θα το κατακάψει με φωτιά άσβεστη». 18 Πράγματι, λοιπόν, με πολλά και διάφορα πρότρεπε και ευαγγέλιζε το λαό.  19 Αλλά ο Ηρώδης ο τετράρχης, επειδή ελεγχόταν από αυτόν για την Ηρωδιάδα, τη γυναίκα του αδελφού του, και για όλα όσα κακά έκανε ο Ηρώδης,  20 πρόσθεσε και αυτό πάνω σε όλα και κατέκλεισε τον Ιωάννη στη φυλακή.

Η βάπτιση του Ιησού

21 Συνέβηκε, λοιπόν, όταν βαφτίστηκε όλος ο λαός, και μόλις ο Ιησούς βαφτίστηκε και προσευχόταν, να ανοιχτεί ο ουρανός  22 και να κατεβεί το Πνεύμα το Άγιο με σωματική μορφή σαν περιστέρι πάνω του, και να γίνει φωνή από τον ουρανό: «Εσύ είσαι ο Υιός μου ο αγαπητός, σ’ εσένα ευαρεστήθηκα».

Η γενεαλογία του Ιησού Χριστού

23 Και αυτός ήταν ο Ιησούς, που άρχιζε περίπου τριάντα ετών, όντας γιος, όπως νόμιζαν, του Ιωσήφ, του Ηλί,  24 του Μαθθάτ, του Λευί, του Μελχί, του Ιανναί, του Ιωσήφ,  25 του Ματταθία, του Αμώς, του Ναούμ, του Εσλί, του Ναγγαί,  26 του Μάαθ, του Ματταθία, του Σεμεΐν, του Ιωσήχ, του Ιωδά, 27 του Ιωανάν, του Ρησά, του Ζοροβαβέλ, του Σαλαθιήλ, του Νηρί,  28 του Μελχί, του Αδδί, του Κωσάμ, του Ελμαδάμ, του Ηρ,  29 του Ιησού, του Ελιέζερ, του Ιωρίμ, του Μαθθάτ, του Λευί,  30 του Συμεών, του Ιούδα, του Ιωσήφ, του Ιωνάμ, του Ελιακίμ,  31 του Μελεά, του Μεννά, του Ματταθά, του Ναθάμ, του Δαβίδ,  32 του Ιεσσαί, του Ιωβήδ, του Βοόζ, του Σαλά, του Ναασσών,  33 του Αμιναδάβ, του Αδμίν, του Αρνί, του Εσρώμ, του Φάρες, του Ιούδα,  34 του Ιακώβ, του Ισαάκ, του Αβραάμ, του Θάρα, του Ναχώρ,  35 του Σερούχ, του Ραγαύ, του Φάλεκ, του Έβερ, του Σαλά,  36 του Καϊνάμ, του Αρφαξάδ, του Σημ, του Νώε, του Λάμεχ,  37 του Μαθουσάλα, του Ενώχ, του Ιάρετ, του Μαλελεήλ, του Καϊνάμ,  38 του Ενώς, του Σηθ, του Αδάμ, του Θεού.

Οι πειρασμοί του Ιησού

1 Ο Ιησούς, λοιπόν, επέστρεψε πλήρης Πνεύματος Αγίου από τον Ιορδάνη και φερόταν με το Πνεύμα στην έρημο,  2 και για σαράντα ημέρες πειραζόταν από το Διάβολο. Και εκείνες τις ημέρες δεν έφαγε τίποτε, αλλά πείνασε όταν αυτές συντελέστηκαν.  3 Του είπε τότε ο Διάβολος: «Αν είσαι Υιός του Θεού, πες στο λίθο τούτο να γίνει άρτος».  4 Και ο Ιησούς αποκρίθηκε προς αυτόν: «Είναι γραμμένο: Με άρτο μόνο δε θα ζήσει ο άνθρωπος».  5 Και αφού τον έφερε πάνω, του έδειξε όλες τις βασιλείες της οικουμένης σε μια στιγμή του χρόνου,  6 και ο Διάβολος του είπε: «Σ’ εσένα θα δώσω όλη αυτήν την εξουσία και τη δόξα τους, γιατί έχει παραδοθεί σ’ εμένα και τη δίνω σ’ όποιον θέλω.  7 Αν λοιπόν εσύ προσκυνήσεις μπροστά μου, θα είναι όλη δική σου».  8 Και τότε αποκρίθηκε ο Ιησούς και του είπε: «Είναι γραμμένο: Κύριο το Θεό σου να προσκυνήσεις και αυτόν μόνο να λατρέψεις».  9 Τον έφερε τότε στην Ιερουσαλήμ και τον έστησε πάνω στο πτερύγιο του ναού και του είπε: «Αν είσαι Υιός του Θεού, ρίξε τον εαυτό σου από εδώ κάτω.  10 γιατί είναι γραμμένο: Στους αγγέλους του θα δώσει εντολή για σένα, να σε διαφυλάξουν,  11 καί: πάνω στα χέρια τους θα σε σηκώσουν, μην τυχόν σκοντάψεις σε λίθο το πόδι σου».  12 Και ο Ιησούς αποκρίθηκε και είπε σ’ αυτόν: «Έχει ειπωθεί: Δε θα πειράξεις Κύριο το Θεό σου».  13 Και αφού τέλειωσε κάθε πειρασμό, ο Διάβολος απομακρύνθηκε από αυτόν μέχρι τον κατάλληλο καιρό.

Η αρχή της διακονίας στη Γαλιλαία

14 Και μετά, ο Ιησούς επέστρεψε με τη δύναμη του Πνεύματος στη Γαλιλαία. Και φήμη εξήλθε γι’ αυτόν σε όλα τα περίχωρα.  15 Και αυτός δίδασκε μέσα στις συναγωγές τους και δοξαζόταν από όλους.

Η απόρριψη του Ιησού στη Ναζαρέτ

16 Και ήρθε στη Ναζαρέτ, όπου ήταν αναθρεμμένος, και εισήλθε κατά τη συνήθειά του την ημέρα του Σαββάτου στη συναγωγή και σηκώθηκε να διαβάσει.  17 Και του δόθηκε το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα και, αφού ξετύλιξε το βιβλίο, βρήκε το μέρος όπου ήταν γραμμένο:  18 Πνεύμα Κυρίου είναι πάνω μου. Γι’ αυτό με έχρισε, για να ευαγγελίσω φτωχούς. Με έχει αποστείλει, για να κηρύξω σε αιχμαλώτους άφεση, και σε τυφλούς ανάβλεψη, να αποστείλω συντριμμένους με άφεση,  19 να κηρύξω έτος Κυρίου ευπρόσδεκτο.  20 Και αφού τύλιξε το βιβλίο, το απόδωσε στον υπηρέτη και κάθισε. και όλων τα μάτια μέσα στη συναγωγή τον ατένιζαν συνεχώς.  21 Άρχισε τότε να λέει προς αυτούς: «Σήμερα αυτή η γραφή έχει εκπληρωθεί στα αυτιά σας».  22 Και όλοι μαρτυρούσαν καλά γι’ αυτόν και θαύμαζαν απορώντας για τα λόγια της χάρης που έβγαιναν από το στόμα του και έλεγαν: « Αυτός δεν είναι γιος του Ιωσήφ;»  23 Και είπε προς αυτούς: «Πάντως θα μου πείτε αυτήν την παροιμία: “Γιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου”. “Όσα ακούσαμε ότι έγιναν στην Καπερναούμ κάνε κι εδώ στην πατρίδα σου”».  24 Είπε τότε: «Αλήθεια σας λέω ότι κανείς προφήτης δεν είναι δεκτός στην πατρίδα του.  25 Αλήθεια σας λέω, επίσης, πολλές χήρες ήταν κατά τις ημέρες του Ηλία μέσα στο λαό Ισραήλ, όταν κλείστηκε ο ουρανός για τρία έτη και έξι μήνες, μόλις έγινε μεγάλος λιμός σε όλη τη χώρα,  26 και σε καμιά από αυτές δε στάλθηκε ο Ηλίας παρά μόνο στα Σάρεπτα της Σιδωνίας σε μια γυναίκα χήρα.  27 Και πολλοί λεπροί ήταν στο λαό Ισραήλ επί Ελισαίου του προφήτη, αλλά κανείς από αυτούς δεν καθαρίστηκε παρά μόνο ο Νεεμάν ο Σύρος».  28 Και γέμισαν όλοι με θυμό μέσα στη συναγωγή όταν άκουσαν αυτά  29 και, αφού σηκώθηκαν, τον έβγαλαν έξω από την πόλη και τον έφεραν ως την κορυφογραμμή του όρους πάνω στο οποίο η πόλη τους οικοδομήθηκε, ώστε να τον γκρεμίσουν κάτω.  30 Αυτός, όμως, πέρασε διαμέσου αυτών και πορευόταν.

Ο άνθρωπος με το ακάθαρτο πνεύμα

31 Και μετά κατέβηκε στην Καπερναούμ, μια πόλη της Γαλιλαίας. και τους δίδασκε συνεχώς τα Σάββατα.  32 Και εκπλήττονταν για τη διδαχή του, γιατί ο λόγος του ήταν με εξουσία.  33 Και στη συναγωγή ήταν ένας άνθρωπος που είχε ακάθαρτο δαιμονικό πνεύμα και έκραξε δυνατά με μεγάλη φωνή:  34 «Ε, τι σχέση έχουμε εμείς κι εσύ, Ιησού Ναζαρηνέ; Ήρθες, για να μας καταστρέψεις; Σε ξέρω ποιος είσαι: ο Άγιος του Θεού».  35 Και ο Ιησούς το επιτίμησε, λέγοντας: «Φιμώσου και έξελθε από αυτόν». Και τότε, αφού το δαιμόνιο τον έριξε στο μέσο, εξήλθε από αυτόν, χωρίς καθόλου να τον βλάψει.  36 Και όλοι θαμπώθηκαν από θαυμασμό και συνομιλούσαν μεταξύ τους, λέγοντας: «Τι λόγος είναι αυτός που με εξουσία και δύναμη διατάζει τα ακάθαρτα πνεύματα και εξέρχονται;» 37 Και έβγαινε φήμη γι’ αυτόν σε κάθε τόπο των περιχώρων.

Θεραπεία πολλών αρρώστων

38 Σηκώθηκε τότε από τη συναγωγή και εισήλθε στην οικία του Σίμωνα. Η πεθερά όμως του Σίμωνα υπόφερε από μεγάλο πυρετό, και τον παρακάλεσαν γι’ αυτή.  39 Και αφού στάθηκε από πάνω της, επιτίμησε τον πυρετό και την άφησε. εκείνη, τότε, αμέσως σηκώθηκε και τους διακονούσε.  40 Όταν λοιπόν έδυε ο ήλιος, όλοι όσοι είχαν ασθενείς με ποικίλες νόσους τους έφεραν προς αυτόν. Εκείνος έθεσε τα χέρια πάνω σε καθέναν από αυτούς ξεχωριστά, και τους θεράπευε.  41 Επιπλέον, και δαιμόνια εξέρχονταν από πολλούς, κραυγάζοντας και λέγοντας: «Εσύ είσαι ο Υιός του Θεού». Και εκείνος τα επιτιμούσε και δεν τα άφηνε να μιλούν, γιατί ήξεραν ότι αυτός είναι ο Χριστός.

Ο Ιησούς περιοδεύει κηρύττοντας

42 Όταν λοιπόν ξημέρωσε, εξήλθε και πορεύτηκε σε έρημο τόπο. Και τα πλήθη τον επιζητούσαν και ήρθαν ως αυτού που βρισκόταν και ήθελαν να τον κρατήσουν, για να μη φύγει μακριά τους. 43 Εκείνος είπε προς αυτούς: «Πρέπει να ευαγγελίσω τη βασιλεία του Θεού και στις άλλες πόλεις, επειδή γι’ αυτό αποστάλθηκα».  44 Και κήρυττε συνεχώς στις συναγωγές της Ιουδαίας.

Το κάλεσμα των πρώτων μαθητών

1 Συνέβηκε, λοιπόν, ενώ το πλήθος έπεφτε πάνω του και άκουγε το λόγο του Θεού, και αυτός είχε σταθεί κοντά στη λίμνη Γεννησαρέτ,  2 τότε να δει δύο πλοία να έχουν σταθεί κοντά στη λίμνη. Και οι ψαράδες, αφού αποβιβάστηκαν από αυτά, έπλεναν τα δίχτυα.  3 Μπήκε τότε σ’ ένα από τα πλοία, αυτό που ήταν του Σίμωνα, και τον παρακάλεσε να απομακρυνθεί λίγο από την ξηρά. και αφού κάθισε, δίδασκε τα πλήθη από το πλοίο.  4 Και μόλις έπαψε να μιλά, είπε προς το Σίμωνα: «Ξαναφέρε το πλοίο στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα».  5 Και αποκρίθηκε ο Σίμωνας και είπε: «Επιστάτη, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε και δεν πιάσαμε τίποτα. αλλά για το λόγο σου θα ρίξω τα δίχτυα».  6 Και αφού έκαναν αυτό, συνέκλεισαν στα δίχτυα πολύ πλήθος ψαριών, έσπαγαν μάλιστα τα δίχτυα τους.  7 Και τότε έκαναν νεύματα στους συνεταίρους τους στο άλλο πλοίο, για να έρθουν να λάβουν μέρος στην εργασία μαζί τους. Και εκείνοι ήρθαν και γέμισαν και τα δύο πλοία, ώστε σχεδόν να βυθίζονται αυτά.  8 Όταν το είδε τότε ο Σίμωνας Πέτρος, έπεσε μπροστά στα γόνατα του Ιησού λέγοντας: «Έξελθε από το πλοίο και φύγε από εμένα, γιατί είμαι άντρας αμαρτωλός, Κύριε».  9 Γιατί τον κυρίεψε κατάπληξη, όπως και όλους εκείνους που ήταν μαζί του, για το ψάρεμα των ψαριών που έπιασαν,  10 και όμοια και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους γιους του Ζεβεδαίου, που ήταν συμμέτοχοι με το Σίμωνα. Και είπε προς το Σίμωνα ο Ιησούς: «Μη φοβάσαι. από τώρα ανθρώπους θα ψαρεύεις συνεχώς».  11 Και αφού κατέβασαν τα πλοία στη στεριά, τα άφησαν όλα και τον ακολούθησαν.

Ο καθαρισμός του λεπρού

12 Και συνέβηκε, ενώ αυτός ήταν σε μια από τις πόλεις, τότε ιδού, ένας άντρας να είναι γεμάτος λέπρα. Όταν είδε λοιπόν τον Ιησού, έπεσε με το πρόσωπο κάτω και τον παρακάλεσε λέγοντας: «Κύριε, αν θέλεις, δύνασαι να με καθαρίσεις».  13 Και εκείνος εξέτεινε το χέρι του και τον άγγιξε λέγοντας: «Θέλω, καθαρίσου» – και αμέσως η λέπρα έφυγε από αυτόν.  14 Και αυτός του παράγγειλε να μην το πει σε κανέναν, αλλά του είπε: «Φύγε και δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα και πρόσφερε για τον καθαρισμό σου καθώς πρόσταξε ο Μωυσής, ως μαρτυρία σ’ αυτούς».  15 Και η φήμη γι’ αυτόν διαδιδόταν περισσότερο και μαζεύονταν πλήθη πολλά, για να τον ακούνε και να θεραπεύονται από τις ασθένειές τους.  16 Αυτός όμως αποσυρόταν συνεχώς στις ερήμους και προσευχόταν συνεχώς.

Η θεραπεία ενός παράλυτου

17 Και συνέβηκε σε μια από εκείνες τις ημέρες: τότε αυτός δίδασκε συνεχώς, και κάθονταν Φαρισαίοι και νομοδιδάσκαλοι που είχαν έρθει από κάθε χωριό της Γαλιλαίας και της Ιουδαίας και από την Ιερουσαλήμ. Και δύναμη Κυρίου ήταν μαζί του, ώστε να γιατρεύει.  18 Και ιδού άντρες που έφεραν πάνω στο κρεβάτι έναν άνθρωπο που ήταν παράλυτος, και ζητούσαν να τον φέρουν μέσα και να τον θέσουν μπροστά του.  19 Και επειδή δε βρήκαν από ποια είσοδο να τον φέρουν μέσα εξαιτίας του πλήθους, αφού ανέβηκαν στο δώμα, τον κατέβασαν διαμέσου των κεραμιδιών μαζί με το κρεβατάκι του στο μέσο, μπροστά στον Ιησού.  20 Και αυτός, όταν είδε την πίστη τους, είπε: «Άνθρωπε, σου έχουν αφεθεί οι αμαρτίες σου».  21 Και οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι άρχισαν να διαλογίζονται, λέγοντας: «Ποιος είναι αυτός που λαλεί βλαστήμιες; Ποιος δύναται να αφήσει αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός;»  22 Επειδή όμως ο Ιησούς κατάλαβε καλά τους διαλογισμούς τους, αποκρίθηκε και είπε προς αυτούς: «Τι διαλογίζεστε μέσα στις καρδιές σας;  23 Τι είναι ευκολότερο, να πω: “Σου έχουν αφεθεί οι αμαρτίες σου”, ή να πω: “Σήκω και περπάτα”;  24 Αλλά για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να αφήνει αμαρτίες πάνω στη γη» – είπε στον παράλυτο: «Σου λέω, σήκω και, αφού πάρεις το κρεβατάκι σου, πήγαινε στον οίκο σου».  25 Και αμέσως σηκώθηκε μπροστά τους, πήρε αυτό πάνω στο οποίο ήταν κατάκοιτος και έφυγε για τον οίκο του δοξάζοντας το Θεό.  26 Και τότε έκπληξη τους κατέλαβε όλους και δόξαζαν το Θεό και γέμισαν με φόβο λέγοντας: «Είδαμε παράδοξα πράγματα σήμερα».

Η κλήση του Λευί

27 Και μετά από αυτά εξήλθε από την οικία και είδε έναν τελώνη με το όνομα Λευίς να κάθεται στο τελωνείο, και του είπε: «Ακολούθα με».  28 Και αυτός, αφού τα εγκατέλειψε όλα, σηκώθηκε και τον ακολουθούσε.  29 Και ο Λευίς τού έκανε μεγάλη υποδοχή μέσα στην οικία του, και ήταν πολύ πλήθος τελωνών και άλλων που ήταν μαζί τους καθισμένοι, για να φάνε.  30 Και οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς τους γόγγυζαν προς τους μαθητές του, λέγοντας: «Γιατί τρώτε και πίνετε μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;»  31 Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε προς αυτούς: «Δεν έχουν ανάγκη οι υγιείς από γιατρό, αλλά οι ασθενείς.  32 Δεν έχω έρθει να καλέσω δίκαιους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».

Το θέμα της νηστείας

33 Εκείνοι είπαν προς αυτόν: «Οι μαθητές του Ιωάννη νηστεύουν συχνά και κάνουν δεήσεις, όμοια κι εκείνοι των Φαρισαίων, ενώ οι δικοί σου τρώνε και πίνουν».  34 Ο Ιησούς τότε είπε προς αυτούς: «Μήπως μπορείτε να κάνετε να νηστέψουν τους καλεσμένους στο γάμο, ενώ ο γαμπρός είναι μαζί τους;  35 Θα έρθουν όμως ημέρες και, όταν ο γαμπρός αφαιρεθεί από αυτούς, τότε θα νηστέψουν εκείνες τις ημέρες».  36 Έλεγε μάλιστα και παραβολή προς αυτούς: «Κανείς μπάλωμα από καινούργιο ρούχο, αφού το σχίσει, δεν το βάζει πάνω σε ρούχο παλιό. Ειδεμή, βέβαια, και το καινούργιο θα σχίσει το παλιό και στο παλιό δε θα ταιριάξει το μπάλωμα που προέρχεται από το καινούργιο.  37 Και κανείς δε βάζει κρασί νέο σε ασκιά παλιά. Ειδεμή, θα σπάσει βέβαια το κρασί το νέο τα ασκιά, και αυτό θα χυθεί έξω και τα ασκιά θα πάνε χαμένα.  38 Αλλά κρασί νέο πρέπει να βάζουν σε ασκιά καινούργια.  39 Και κανείς, όταν πιει παλιό, δε θέλει νέο. Γιατί λέει: “Το παλιό είναι καλό”».

Η τήρηση του Σαββάτου

1 Συνέβηκε λοιπόν ένα Σάββατο να πορεύεται μέσα από τα σπαρτά και μαδούσαν οι μαθητές του και έτρωγαν τα στάχυα, αφού τα έτριβαν με τα χέρια.  2 Μερικοί τότε από τους Φαρισαίους είπαν: «Γιατί κάνετε αυτό που δεν επιτρέπεται το Σάββατο;»  3 Και ο Ιησούς αποκρίθηκε προς αυτούς και είπε: «Δε διαβάσατε ούτε αυτό που έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε αυτός και όσοι ήταν μαζί του;  4 Πώς εισήλθε στον οίκο του Θεού και έλαβε και έφαγε τους άρτους της προθέσεως και έδωσε σ’ αυτούς που ήταν μαζί του, τους οποίους δεν επιτρέπεται να φάνε παρά μόνο οι ιερείς;»  5 Και τους έλεγε: «Κύριος είναι του Σαββάτου ο Υιός του ανθρώπου».

Ο άνθρωπος με το ξερό χέρι

6 Συνέβηκε μάλιστα άλλο Σάββατο να εισέλθει αυτός στη συναγωγή και να διδάσκει. Και ήταν ένας άνθρωπος εκεί, και το χέρι του το δεξί ήταν ξερό.  7 Τον παρατηρούσαν λοιπόν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι, για να δουν αν θεραπεύει το Σάββατο, ώστε να βρουν κάτι να τον κατηγορούν.  8 Αλλά αυτός ήξερε τους διαλογισμούς τους, και είπε στον άντρα που είχε ξερό το χέρι: «Σήκω και στάσου στο μέσο». Και αυτός σηκώθηκε και στάθηκε.  9 Είπε τότε ο Ιησούς προς αυτούς: «Σας ρωτώ αν επιτρέπεται κανείς το Σάββατο να αγαθοποιήσει ή να κακοποιήσει, να σώσει ζωή ή να καταστρέψει;»  10 Και αφού κοίταξε γύρω όλους αυτούς, του είπε: «Έκτεινε το χέρι σου». Εκείνος το έκανε και αποκαταστάθηκε το χέρι του.  11 Αυτοί όμως έγιναν έξω φρενών και συζητούσαν μεταξύ τους τι θα μπορούσαν να κάνουν στον Ιησού.

Η εκλογή των δώδεκα

12 Συνέβηκε λοιπόν κατά τις ημέρες αυτές να εξέλθει στο όρος, για να προσευχηθεί, και διανυχτέρευε στην προσευχή του Θεού.  13 Και όταν ξημέρωσε, φώναξε τους μαθητές του κοντά του, και εξέλεξε από αυτούς δώδεκα, τους οποίους και ονόμασε αποστόλους:  14 το Σίμωνα, τον οποίο και ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, και τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη και το Φίλιππο και το Βαρθολομαίο  15 και το Ματθαίο και το Θωμά και τον Ιάκωβο το γιο του Αλφαίου και το Σίμωνα, που καλείται Ζηλωτής,  16 και τον Ιούδα το γιο του Ιακώβου και τον Ιούδα Ισκαριώτη, ο οποίος έγινε προδότης.

Θεραπείες σ’ ένα μεγάλο πλήθος

17 Και όταν κατέβηκε μαζί τους, στάθηκε σε τόπο πεδινό και μαζί πολύ πλήθος μαθητών του, και πολύ πλήθος του λαού από όλη την Ιουδαία και την Ιερουσαλήμ και την παραλιακή χώρα της Τύρου και της Σιδώνας,  18 οι οποίοι ήρθαν να τον ακούσουν και να γιατρευτούν από τις νόσους τους. Και εκείνοι που ενοχλούνταν από πνεύματα ακάθαρτα θεραπεύονταν.  19 Και όλο το πλήθος ζητούσε να τον αγγίζει, γιατί δύναμη εξερχόταν από αυτόν και τους γιάτρευε όλους.

Μακαρισμοί και αλίμονο

20 Και αυτός, αφού σήκωσε τους οφθαλμούς του στους μαθητές του, έλεγε: Μακάριοι οι φτωχοί, γιατί δική σας είναι η βασιλεία του Θεού.  21 Μακάριοι όσοι πεινάτε τώρα, γιατί θα χορτάσετε. Μακάριοι όσοι κλαίτε τώρα, γιατί θα γελάσετε.  22 Μακάριοι είστε, όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι και όταν σας αφορίσουν και σας βρίσουν και βγάλουν το όνομά σας ως κακό εξαιτίας του Υιού του ανθρώπου.  23 Χαρείτε εκείνη την ημέρα και σκιρτήσετε, γιατί ιδού, ο μισθός σας είναι πολύς στον ουρανό. Γιατί κατά τον ίδιο τρόπο έκαναν στους προφήτες οι πατέρες τους.  24 Όμως αλίμονο σ’ εσάς τους πλούσιους, γιατί έχετε πάρει πλήρως την παρηγοριά σας.  25 Αλίμονο σ’ εσάς τους χορτασμένους τώρα, γιατί θα πεινάσετε. Αλίμονο, όσοι γελάτε τώρα, γιατί θα πενθήσετε και θα κλάψετε.  26 Αλίμονο όταν πουν καλά λόγια για σας όλοι οι άνθρωποι. γιατί κατά τα ίδια έκαναν στους ψευδοπροφήτες οι πατέρες τους».

Αγάπη για τους εχθρούς

27 «Αλλά σ’ εσάς λέω που ακούτε: αγαπάτε τους εχθρούς σας, κάνετε καλό σ’ αυτούς που σας μισούν,  28 ευλογείτε αυτούς που σας καταριούνται, προσεύχεστε γι’ αυτούς που σας βλάπτουν.  29 Σ’ όποιον σε χτυπά στη μια πλευρά του σαγονιού σου πάρεχε και την άλλη, και από αυτόν που σου παίρνει το πανωφόρι μην τον εμποδίσεις να πάρει και το πουκάμισο.  30 Σε καθέναν που σου ζητάει δίνε, και από όποιον παίρνει τα δικά σου, πίσω μην τα ζητάς.  31 Και καθώς θέλετε να κάνουν σ’ εσάς οι άνθρωποι, κάνετε σ’ αυτούς ομοίως.  32 Και αν αγαπάτε όσους σας αγαπούν, ποια χάρη έχετε; Γιατί και οι αμαρτωλοί αγαπούν όσους τους αγαπούν.  33 Και βέβαια, αν αγαθοποιείτε όσους σας αγαθοποιούν, ποια χάρη έχετε; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν.  34 Και αν δανείσετε σ’ εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να τα λάβετε, ποια χάρη έχετε; Και αμαρτωλοί σε αμαρτωλούς δανείζουν, για να λάβουν πίσω τα ίσα.  35 Αλλά όμως αγαπάτε τους εχθρούς σας και αγαθοποιείτε και δανείζετε μην ελπίζοντας πίσω τίποτα. και θα είναι ο μισθός σας πολύς, και θα είστε γιοι του Υψίστου, γιατί αυτός είναι ευεργετικός στους αχάριστους και κακούς.  36 Γίνεστε οικτίρμονες καθώς και ο Πατέρας σας είναι οικτίρμονας».

Περί κατακρίσεως του πλησίον

37 «Και μην κρίνετε, και δε θα κριθείτε. και μην καταδικάζετε, και δε θα καταδικαστείτε. Συγχωρείτε και θα συγχωρεθείτε.  38 Δίνετε και θα σας δοθεί. μέτρο καλό, πιεσμένο, κουνημένο, που να ξεχύνεται θα δώσουν στην αγκαλιά σας. Γιατί με όποιο μέτρο μετράτε θα μετρηθεί αντίστοιχα σ’ εσάς».  39 Είπε μάλιστα και μια παραβολή σ’ αυτούς: «Μήπως δύναται τυφλός να οδηγεί τυφλό; Δε θα πέσουν και οι δύο σε βόθρο;  40 Δεν υπάρχει μαθητής πάνω από το δάσκαλό του. και κάθε καταρτισμένος θα είναι όπως ο δάσκαλός του.  41 Και γιατί βλέπεις την αγκίδα που είναι μέσα στο μάτι του αδελφού σου, ενώ το δοκάρι που είναι μέσα στο δικό σου μάτι δεν παρατηρείς;  42 Πώς δύνασαι να λες στον αδελφό σου: “Αδελφέ, άφησε να βγάλω την αγκίδα που είναι μέσα στο μάτι σου”, ενώ ο ίδιος το δοκάρι μέσα στο μάτι σου δεν βλέπεις; Υποκριτή, βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου, και τότε θα δεις καθαρά την αγκίδα που είναι μέσα στο μάτι του αδελφού σου, για να τη βγάλεις».

Το δέντρο γνωρίζεται από τους καρπούς του

43 «Γιατί δεν υπάρχει δέντρο καλό που να κάνει καρπό σάπιο, ούτε πάλι δέντρο σάπιο που να κάνει καρπό καλό.  44 Γιατί κάθε δέντρο γνωρίζεται από το δικό του καρπό. Γιατί από αγκάθια δε μαζεύουν σύκα ούτε από βάτο τρυγούν σταφύλια.  45 Ο αγαθός άνθρωπος από τον αγαθό θησαυρό της καρδιάς του προφέρει το αγαθό, και ο κακός από τον κακό προφέρει το κακό. Γιατί από το περίσσευμα της καρδιάς μιλά το στόμα του».

Τα δύο θεμέλια

46 «Και τι με καλείτε: “Κύριε, Κύριε”, και δεν κάνετε όσα λέω;  47 Καθένας που έρχεται προς εμένα και ακούει τα λόγια μου και τα εφαρμόζει θα σας υποδείξω με ποιον είναι όμοιος:  48 όμοιος είναι με άνθρωπο που οικοδομεί οικία, ο οποίος έσκαψε και βάθυνε και έθεσε θεμέλιο πάνω στο βράχο. Και όταν έγινε πλημμύρα, όρμησε ο ποταμός πάνω στην οικία εκείνη, αλλά δεν μπόρεσε να τη σαλέψει, γιατί οικοδομήθηκε καλά.  49 Αλλά εκείνος που άκουσε και δεν εφάρμοσε είναι όμοιος με άνθρωπο που οικοδόμησε οικία πάνω στη γη χωρίς θεμέλια. Σ’ αυτήν την οικία όρμησε πάνω ο ποταμός και ευθύς κατάπεσε, και το ρήγμα της οικίας εκείνης έγινε μεγάλο».

Η θεραπεία του δούλου ενός εκατόνταρχου

1 Επειδή συμπλήρωσε όλα τα λόγια του που έπρεπε να πει στα αυτιά του λαού, εισήλθε στην Καπερναούμ.  2 Και ο δούλος κάποιου εκατόνταρχου, που ήταν σε κακή κατάσταση, έμελλε να πεθάνει, ο οποίος του ήταν πολύτιμος.  3 Όταν άκουσε λοιπόν για τον Ιησού, απέστειλε προς αυτόν πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, παρακαλώντας τον για να έρθει να διασώσει το δούλο του.  4 Εκείνοι, αφού παρουσιάστηκαν στον Ιησού, τον παρακαλούσαν επιμόνως λέγοντας: «Άξιος είναι αυτός στον οποίο θα παράσχεις τούτο.  5 Γιατί αγαπά το έθνος μας και τη συναγωγή αυτός την οικοδόμησε σ’ εμάς».  6 Ο Ιησούς τότε προχωρούσε μαζί τους. Αλλά ενώ ήδη δεν απείχε μακριά από την οικία του, έστειλε φίλους ο εκατόνταρχος, λέγοντάς του: «Κύριε, μην ενοχλείσαι, γιατί δεν είμαι ικανός να εισέλθεις κάτω από τη στέγη μου.  7 Γι’ αυτό ούτε τον εαυτό μου δε θεώρησα άξιο να έρθει προς εσένα. αλλά πες ένα λόγο και ας γιατρευτεί ο δούλος μου.  8 Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος υποτασσόμενος σε εξουσία, έχοντας κάτω από τον εαυτό μου στρατιώτες, και λέω σε τούτον: “Πήγαινε”, και πηγαίνει. Και στον άλλο: “Έλα”; και έρχεται. Και στο δούλο μου: “Κάνε αυτό”, και το κάνει».  9 Όταν άκουσε τότε αυτά ο Ιησούς, τον θαύμασε και στράφηκε στο πλήθος που τον ακολουθούσε και είπε: «Σας λέω, ούτε μέσα στο λαό Ισραήλ δε βρήκα τόσο πολλή πίστη».  10 Και όταν επέστρεψαν στον οίκο αυτοί που στάλθηκαν, βρήκαν το δούλο να είναι υγιής.

Η ανάσταση του γιου της χήρας στη Ναΐν

11 Και συνέβηκε αμέσως μετά ο Ιησούς να πάει σε μια πόλη που καλείται Ναΐν και πήγαιναν μαζί του οι μαθητές του και πλήθος πολύ.  12 Μόλις λοιπόν πλησίασε στην πύλη της πόλης, τότε ιδού, έφερναν έξω έναν πεθαμένο, μονογενή γιο της μητέρας του, και αυτή ήταν χήρα. Και αρκετό πλήθος της πόλης ήταν μαζί της.  13 Και όταν την είδε ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και τής είπε: «Μην κλαις».  14 Και αφού πλησίασε, άγγιξε τη σορό, και εκείνοι που τη βάσταζαν στάθηκαν. και είπε: «Νεαρέ, σου λέω, σήκω».  15 Και ανακάθισε ο νεκρός και άρχισε να μιλά, και τον έδωσε στη μητέρα του.  16 Κατέλαβε τότε φόβος όλους και δόξαζαν το Θεό, λέγοντας: «Προφήτης μεγάλος εγέρθηκε μεταξύ μας», και: «Επισκέφτηκε ο Θεός το λαό του».  17 Και εξήλθε αυτή η φήμη σε όλη την Ιουδαία γι’ αυτόν και σε όλα τα περίχωρα.

Οι απεσταλμένοι του Ιωάννη του Βαπτιστή

18 Και ανάγγειλαν στον Ιωάννη οι μαθητές του για όλα αυτά. Και αφού προσκάλεσε κάποιους, δύο από τους μαθητές του, ο Ιωάννης τούς  19 έστειλε προς τον Κύριο, λέγοντας: «Εσύ είσαι ο ερχόμενος ή άλλον να προσδοκούμε;»  20 Παρουσιάστηκαν λοιπόν προς αυτόν οι άντρες και είπαν: «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής μάς απέστειλε προς εσένα λέγοντας: “Εσύ είσαι ο ερχόμενος ή άλλον να προσδοκούμε”;»  21 Εκείνη την ώρα θεράπευσε πολλούς από νόσους και μάστιγες και πνεύματα κακά και χάρισε το φως σε πολλούς τυφλούς, ώστε να βλέπουν.  22 Και τότε αποκρίθηκε και τους είπε: «Πάτε και αναγγείλτε στον Ιωάννη αυτά που είδατε και ακούσατε: τυφλοί αποκτούν το φως τους, χωλοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούν, νεκροί εγείρονται, φτωχοί ευαγγελίζονται.  23 Και μακάριος είναι αυτός που δε θα σκανδαλιστεί σ’ εμένα».  24 Και όταν έφυγαν οι αγγελιοφόροι του Ιωάννη, άρχισε να λέει προς τα πλήθη για τον Ιωάννη: «Τι εξήλθατε στην έρημο να δείτε με θαυμασμό; Καλάμι που σαλεύεται από τον άνεμο;  25 Όχι, βέβαια. Αλλά τι εξήλθατε να δείτε; Άνθρωπο με μαλακά ρούχα ντυμένο; Ιδού, αυτοί που ζουν με λαμπρά ρούχα και με τρυφηλή ζωή είναι στους βασιλικούς οίκους.  26 Αλλά τι εξήλθατε να δείτε; Προφήτη; Ναι, σας λέω, και περισσότερο από προφήτη.  27 Αυτός είναι για τον οποίο έχει γραφτεί: Ιδού, αποστέλλω τον αγγελιοφόρο μου πριν από το πρόσωπό σου, ο οποίος θα παρασκευάσει την οδό σου μπροστά σου. 28 Σας λέω: δεν είναι κανένας μεγαλύτερος από τον Ιωάννη μεταξύ των γεννημένων από γυναίκες. Αλλά ο μικρότερος στη βασιλεία του Θεού είναι μεγαλύτερος από αυτόν».  29 Και όταν το άκουσε όλος ο λαός και οι τελώνες, δικαίωσαν το Θεό, αφού βαφτίστηκαν το βάφτισμα του Ιωάννη.  30 Ενώ οι Φαρισαίοι και οι νομικοί απορρίψανε τη βουλή του Θεού για τους εαυτούς τους, αφού δε βαφτίστηκαν από αυτόν.  31 «Με τι λοιπόν να παρομοιάσω τους ανθρώπους της γενιάς αυτής και με τι είναι όμοιοι;  32 Είναι όμοιοι με παιδιά που κάθονται στην αγορά και φωνάζουν το ένα προς το άλλο παίζοντας, τα οποία λένε: “Σας παίξαμε αυλό και δε χορέψατε, θρηνήσαμε και δεν κλάψατε”. 33 Γιατί έχει έρθει ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, που δεν τρώει άρτο μήτε πίνει κρασί, και λέτε: “Δαιμόνιο έχει”.  34 Έχει έρθει ο Υιός του ανθρώπου, που τρώει και πίνει, και λέτε: “Ιδού άνθρωπος φαγάς και οινοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών”.  35 Και δικαιώθηκε η σοφία από όλα τα τέκνα της».

Ο Ιησούς συγχωρεί μια αμαρτωλή γυναίκα

36 Τον παρακαλούσε τότε κάποιος από τους Φαρισαίους να φάει μαζί του. Και αφού εισήλθε στον οίκο του Φαρισαίου, κάθισε, για να φάει.  37 Και ιδού μια γυναίκα που ήταν αμαρτωλή μέσα στην πόλη, και που έμαθε ότι γευματίζει στην οικία του Φαρισαίου, αφού έφερε αλαβάστρινο δοχείο με μύρο  38 και στάθηκε πίσω, κλαίγοντας κοντά στα πόδια του, με τα δάκρυά της άρχισε να βρέχει τα πόδια του και με τις τρίχες της κεφαλής της τα σκούπιζε, και καταφιλούσε τα πόδια του και τα άλειφε με το μύρο.  39 Όταν είδε τότε αυτά ο Φαρισαίος που τον κάλεσε, είπε μέσα του: «Αυτός, αν ήταν προφήτης, θα γνώριζε ποια και τι είδους είναι η γυναίκα που τον αγγίζει, γιατί είναι αμαρτωλή».  40 Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε προς αυτόν: «Σίμωνα, έχω κάτι να σου πω». Εκείνος του λέει: «Δάσκαλε, πες το».  41 «Κάποιος δανειστής είχε δύο χρεοφειλέτες: ο ένας όφειλε πεντακόσια δηνάρια, και ο άλλος πενήντα.  42 Επειδή δεν είχαν να αποδώσουν το χρέος, το χάρισε και στους δύο. Ποιος λοιπόν από αυτούς θα τον αγαπήσει περισσότερο;»  43 Αποκρίθηκε ο Σίμωνας και είπε: «Υποθέτω, αυτός στον οποίο χάρισε τα περισσότερα». Εκείνος είπε σ’ αυτόν: «Ορθά έκρινες».  44 Και αφού στράφηκε προς τη γυναίκα, είπε στο Σίμωνα: «Βλέπεις αυτήν τη γυναίκα; Εισήλθα στην οικία σου, νερό δε μου έδωσες για τα πόδια. Αυτή, όμως, με τα δάκρυά της μου έβρεξε τα πόδια και με τα μαλλιά της τα σκούπισε.  45 Φίλημα δε μου έδωσες. Αυτή, όμως, από τη στιγμή που εισήλθα δε σταμάτησε να μου καταφιλά τα πόδια.  46 Με λάδι το κεφάλι μου δεν το άλειψες. Αυτή, όμως, με μύρο άλειψε τα πόδια μου.  47 Γι’ αυτό, σου λέω, έχουν αφεθεί οι αμαρτίες της οι πολλές, γιατί αγάπησε πολύ. σ’ όποιον όμως λίγο αφήνεται, λίγο αγαπά».  48 Είπε τότε σ’ αυτήν: «Σου έχουν αφεθεί οι αμαρτίες».  49 Και εκείνοι που κάθονταν μαζί του για να φάνε άρχισαν να λένε μεταξύ τους: «Ποιος είναι αυτός που αφήνει και αμαρτίες;»  50 Είπε τότε προς τη γυναίκα: «Η πίστη σου σε έχει σώσει. πήγαινε με ειρήνη».

Οι γυναίκες που συνόδευαν τον Ιησού

1 Και τότε, συνέβηκε στη συνέχεια αυτός να περιοδεύει κατά πόλεις και χωριά, κηρύττοντας και ευαγγελιζόμενος τη βασιλεία του Θεού. Και ήταν οι δώδεκα μαζί του,  2 και μερικές γυναίκες που ήταν θεραπευμένες από πνεύματα κακά και από ασθένειες, η Μαρία, που καλείται Μαγδαληνή, από την οποία είχαν εξέλθει εφτά δαιμόνια,  3 και η Ιωάννα, η γυναίκα του Χουζά, του επιτρόπου του Ηρώδη, και η Σουσάνα και άλλες πολλές, οι οποίες τους διακονούσαν από τα υπάρχοντά τους.

Η παραβολή του σπορέα

4 Και όταν μαζεύτηκε πολύ πλήθος και πήγαιναν προς αυτόν από διάφορες πόλεις, τους είπε με παραβολή τα εξής:  5 «Εξήλθε ο σπορέας για να σπείρει το σπόρο του. Και ενώ αυτός έσπερνε, ένας σπόρος έπεσε δίπλα στην οδό και καταπατήθηκε, και τον κατάφαγαν τα πετεινά του ουρανού.  6 Και άλλος κατάπεσε πάνω στην πέτρα και, όταν φύτρωσε, ξεράθηκε, επειδή δεν είχε υγρασία.  7 Και άλλος έπεσε στο μέσο των αγκαθιών και, όταν τα αγκάθια φύτρωσαν μαζί του, τον απόπνιξαν. 8 Και άλλος έπεσε στη γη την αγαθή και, όταν φύτρωσε, έκανε καρπό εκατονταπλάσιο». Λέγοντας αυτά, φώναζε: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει».

Ο σκοπός των παραβολών

9 Τον ρωτούσαν λοιπόν οι μαθητές του τι μπορεί να σημαίνει αυτή η παραβολή.  10 Εκείνος είπε: «Σ’ εσάς έχει δοθεί να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, αλλά στους λοιπούς λέγονται με παραβολές, για να μη βλέπουν βλέποντας και να μην καταλαβαίνουν ακούγοντας».

Η εξήγηση της παραβολής του σπορέα

11 «Αυτή λοιπόν είναι η ερμηνεία της παραβολής: Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού.  12 Οι σπόροι δίπλα στην οδό είναι εκείνοι που άκουσαν. Έπειτα έρχεται ο Διάβολος και αφαιρεί το λόγο από την καρδιά τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν.  13 Εκείνοι που έπεσαν πάνω στην πέτρα είναι αυτοί που, όταν ακούσουν, με χαρά δέχονται το λόγο, αλλά αυτοί δεν έχουν ρίζα, οι οποίοι πιστεύουν πρόσκαιρα και απομακρύνονται σε καιρό πειρασμού.  14 Εκείνο όμως που έπεσε στα αγκάθια, αυτοί είναι όσοι άκουσαν, αλλά επειδή πορεύονται κάτω από τις μέριμνες και τον πλούτο και τις ηδονές του βίου, συμπνίγονται και δε φέρουν καρπό σε πλήρη ωριμότητα.  15 Εκείνο που έπεσε στην καλή γη είναι αυτοί οι οποίοι με καρδιά καλή και αγαθή, όταν ακούσουν το λόγο, τον κατέχουν και καρποφορούν με υπομονή».

Το φως κάτω από το σκεύος

16 «Κανείς, λοιπόν, όταν ανάψει λύχνο, δεν τον καλύπτει με σκεύος ή τον θέτει κάτω από το κρεβάτι, αλλά τον θέτει πάνω στο λυχνοστάτη, για να βλέπουν το φως όσοι μπαίνουν μέσα.  17 Γιατί δεν υπάρχει κρυφό που δε θα γίνει φανερό ούτε απόκρυφο που να μη γνωριστεί και να μην έρθει στο φανερό.  18 Προσέχετε λοιπόν πώς ακούτε. Γιατί σ’ όποιον έχει θα του δοθεί. αλλά σ’ όποιον δεν έχει, και αυτό που νομίζει ότι έχει θα αφαιρεθεί από αυτόν».

Η μητέρα και οι αδελφοί του Ιησού

19 Παρουσιάστηκαν τότε προς αυτόν η μητέρα του και οι αδελφοί του, αλλά δεν μπορούσαν να πάνε κοντά του εξαιτίας του πλήθους.  20 Του αναγγέλθηκε λοιπόν: «Η μητέρα σου και οι αδελφοί σου έχουν σταθεί έξω θέλοντας να σε δουν».  21 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε προς αυτούς: «Μητέρα μου και αδελφοί μου είναι αυτοί: όσοι ακούν και εφαρμόζουν το λόγο του Θεού».

Η κατάπαυση της τρικυμίας

22 Συνέβηκε, λοιπόν, σε μια από τις ημέρες εκείνες, τότε αυτός να μπει σε πλοίο όπως και οι μαθητές του και είπε προς αυτούς: «Ας περάσουμε αντίπερα στη λίμνη». Και ανοίχτηκαν στο πέλαγος. 23 Ενώ λοιπόν αυτοί έπλεαν, αποκοιμήθηκε. Και κατέβηκε λαίλαπα ανέμου στη λίμνη και συνέχιζαν να γεμίζουν με νερά και κινδύνευαν.  24 Πλησίασαν τότε και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Επιστάτη, επιστάτη, χανόμαστε». Εκείνος, αφού σηκώθηκε, επιτίμησε τον άνεμο και την ταραχή του νερού. και έπαψαν και έγινε γαλήνη.  25 Τους είπε τότε: «Πού είναι η πίστη σας;» Φοβήθηκαν λοιπόν και θαύμασαν, λέγοντας ο ένας προς τον άλλο: «Ποιος άραγε είναι αυτός που και τους ανέμους διατάζει και το νερό, και αυτά τον υπακούνε;»

Η θεραπεία του δαιμονισμένου Γερασηνού

26 Και εισέπλευσαν στη χώρα των Γερασηνών, που είναι αντίπερα από τη Γαλιλαία.  27 Όταν λοιπόν αυτός εξήλθε στη ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη που είχε δαιμόνια. Και για αρκετό χρόνο δεν ντύθηκε ρούχο και δεν έμενε σε οικία αλλά στα μνήματα.  28 Όταν είδε λοιπόν τον Ιησού, έκραξε δυνατά και έπεσε μπροστά του και είπε με φωνή μεγάλη: «Τι σχέση έχουμε εγώ κι εσύ, Ιησού, Υιέ του Θεού του ύψιστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις»  29 – γιατί παράγγειλε στο πνεύμα το ακάθαρτο να εξέλθει από τον άνθρωπο. Γιατί από πολλά χρόνια το δαιμόνιο τον είχε αφαρπάξει, και τον έδεναν με αλυσίδες και τον φύλαγαν με ποδόδεσμα, και αυτός σπάζοντας τα δεσμά φερόταν από το δαιμόνιο στις ερήμους.  30 Τον επερώτησε τότε ο Ιησούς: «Τι όνομα έχεις;» Εκείνος είπε: «Λεγεώνα», γιατί πολλά δαιμόνια εισήλθαν σ’ αυτόν.  31 Και τον παρακαλούσαν να μην τα διατάζει να πάνε στην άβυσσο.  32 Ήταν τότε εκεί μια αγέλη αρκετών χοίρων που έβοσκε στο όρος. Και τον παρακάλεσαν να τα επιτρέψει να εισέλθουν σ’ εκείνους. και το επέτρεψε σ’ αυτά. 33 Αφού, λοιπόν, τα δαιμόνια εξήλθαν από τον άνθρωπο, εισήλθαν στους χοίρους, και όρμησε η αγέλη κάτω στο γκρεμό, στη λίμνη, και πνίγηκε.  34 Και όταν αυτοί που τους έβοσκαν είδαν το γεγονός, έφυγαν και το ανάγγειλαν στην πόλη και στους αγρούς.  35 Εξήλθαν, τότε, για να δουν το γεγονός, και ήρθαν προς τον Ιησού. Και βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο εξήλθαν τα δαιμόνια να κάθεται ντυμένος και σώφρονας δίπλα στα πόδια του Ιησού, και φοβήθηκαν.  36 Εκείνοι που το είδαν ανάγγειλαν τότε σ’ αυτούς πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος.  37 Και τότε τον παρακάλεσε όλο το πλήθος της περιοχής των Γερασηνών να φύγει από αυτούς, γιατί τους κατείχε μεγάλος φόβος. Και αυτός, αφού μπήκε σ’ ένα πλοίο, επέστρεψε.  38 Τον παρακαλούσε όμως ο άντρας από τον οποίο είχαν εξέλθει τα δαιμόνια να μένει μαζί του. Αλλά ο Ιησούς του είπε να φύγει, λέγοντας: 39 «Επέστρεφε στον οίκο σου και να διηγείσαι όσα σου έκανε ο Θεός». Και εκείνος έφυγε και πήγε σε όλη την πόλη, διακηρύττοντας όσα του έκανε ο Ιησούς.

Η θυγατέρα του Ιάιρου και η γυναίκα με την αιμορραγία

40 Ενώ λοιπόν επέστρεφε ο Ιησούς, τον υποδέχτηκε το πλήθος. γιατί όλοι τον προσδοκούσαν συνεχώς.  41 Και ιδού, ήρθε ένας άντρας που είχε το όνομα Ιάϊρος, και αυτός ήταν άρχοντας της συναγωγής. Και αφού έπεσε δίπλα στα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να εισέλθει στον οίκο του,  42 γιατί είχε μια θυγατέρα μονογενή, περίπου δώδεκα ετών, και αυτή πέθαινε. Ενώ λοιπόν αυτός πήγαινε, τα πλήθη τον συνέπνιγαν.  43 Και μια γυναίκα που είχε ροή αίματος από δώδεκα έτη, η οποία σε γιατρούς κατανάλωσε όλη την περιουσία της και δεν μπόρεσε από κανέναν να θεραπευτεί,  44 αφού πλησίασε από πίσω του, άγγιξε το κράσπεδο του ρούχου του και αμέσως σταμάτησε η ροή του αίματός της.  45 Και είπε ο Ιησούς: «Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;» Ενώ λοιπόν όλοι αρνούνταν, είπε ο Πέτρος: «Επιστάτη, τα πλήθη σε συμπιέζουν και σε συνθλίβουν». 46 Ο Ιησούς όμως είπε: «Με άγγιξε κάποιος, γιατί εγώ κατάλαβα ότι δύναμη έχει εξέλθει από εμένα».  47 Όταν είδε λοιπόν η γυναίκα ότι δε διέφυγε την προσοχή, τρέμοντας ήρθε και έπεσε μπροστά του και διηγήθηκε μπροστά σε όλο το λαό για ποια αιτία τον άγγιξε και πώς γιατρεύτηκε αμέσως.  48 Εκείνος της είπε: «Θυγατέρα μου, η πίστη σου σε έχει σώσει. πήγαινε με ειρήνη».  49 Ενώ αυτός μιλούσε ακόμη, έρχεται κάποιος από την οικία του αρχισυνάγωγου λέγοντας: «Η θυγατέρα σου έχει πεθάνει. μην ενοχλείς πια το δάσκαλο».  50 Αλλά ο Ιησούς, όταν άκουσε, του αποκρίθηκε: «Μη φοβάσαι, μόνο πίστεψε, και θα σωθεί».  51 Όταν ήρθε λοιπόν στην οικία, δεν άφησε κανέναν να εισέλθει μαζί του παρά μόνο τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και τον πατέρα του παιδιού και την μητέρα του.  52 Και όλοι έκλαιγαν και τη θρηνούσαν. Αυτός είπε: «Μην κλαίτε, γιατί δεν πέθανε αλλά κοιμάται».  53 Και τον περιγελούσαν, γιατί ήξεραν ότι πέθανε.  54 Αυτός, όμως, αφού κράτησε το χέρι της, φώναξε λέγοντας: «Κορίτσι, σήκω».  55 Και επέστρεψε το πνεύμα της και σηκώθηκε αμέσως, και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάει.  56 Και έμειναν εκστατικοί οι γονείς της. Εκείνος τους παράγγειλε να μην πουν σε κανέναν το γεγονός.

Η αποστολή των δώδεκα

1 Αφού συγκάλεσε τότε τους δώδεκα, τους έδωσε δύναμη και εξουσία πάνω σ’ όλα τα δαιμόνια, και να θεραπεύουν τις νόσους,  2 και τους απέστειλε να κηρύττουν τη βασιλεία του Θεού και να γιατρεύουν τους ασθενείς,  3 και είπε προς αυτούς: «Τίποτα μην παίρνετε στην οδό, μήτε ράβδο μήτε σακίδιο μήτε άρτο μήτε χρήματα μήτε να έχετε από δύο πουκάμισα.  4 Και σ’ όποια οικία εισέλθετε, εκεί μένετε και από εκεί να εξέρχεστε.  5 Και σε όσους δε σας δέχονται, όταν εξέρχεστε από εκείνη την πόλη, αποτινάζετε τη σκόνη από τα πόδια σας ως μαρτυρία εναντίον τους».  6 Όταν εξέρχονταν, λοιπόν, περνούσαν από χωριό σε χωριό ευαγγελιζόμενοι και θεραπεύοντας παντού.

Η απορία του Ηρώδη

7 Άκουσε τότε ο Ηρώδης ο τετράρχης όλα αυτά που γίνονταν και απορούσε πολύ, επειδή μερικοί έλεγαν ότι ο Ιωάννης εγέρθηκε από τους νεκρούς  8 και μερικοί ότι φάνηκε ο Ηλίας, άλλοι πάλι ότι αναστήθηκε κάποιος προφήτης από τους αρχαίους.  9 Είπε τότε ο Ηρώδης: «Τον Ιωάννη εγώ τον αποκεφάλισα. Ποιος είναι λοιπόν αυτός για τον οποίο ακούω τέτοια πράγματα;» Και ζητούσε να τον δει.

Ο χορτασμός των πέντε χιλιάδων

10 Και όταν επέστρεψαν οι απόστολοι, του διηγήθηκαν όσα έκαναν. Και ο Ιησούς, αφού τους παράλαβε, αναχώρησε ιδιαιτέρως σε μια πόλη που καλείται Βηθσαϊδά.  11 Αλλά τα πλήθη, όταν το έμαθαν, τον ακολούθησαν. Και τους δέχτηκε και τους μιλούσε για τη βασιλεία του Θεού, και γιάτρευε όσους είχαν ανάγκη θεραπείας.  12 Η ημέρα όμως άρχισε να γέρνει. τον πλησίασαν τότε οι δώδεκα και του είπαν: «Απόλυσε το πλήθος, για να πορευτούν στα γύρω χωριά και στους αγρούς και να έχουν κατάλυμα και να βρουν τρόφιμα, γιατί εδώ είμαστε σε έρημο τόπο».  13 Είπε τότε προς αυτούς: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Εκείνοι είπαν: «Δεν υπάρχουν σ’ εμάς περισσότερο από πέντε άρτους και δύο ψάρια, εκτός κι αν εμείς πορευτούμε να αγοράσουμε για όλο το λαό τούτο τροφές». 14 Γιατί ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες. Είπε τότε προς τους μαθητές του: «Βάλτε τους να κατακλιθούν σε ομάδες περίπου ανά πενήντα».  15 Και έκαναν έτσι και τους έβαλαν να κατακλιθούν όλους.  16 Αφού έλαβε τότε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, σήκωσε πάνω το βλέμμα του στον ουρανό και τα ευλόγησε και τα κατάκοψε με τα χέρια και έδινε στους μαθητές να τα παραθέσουν στο πλήθος.  17 Και έφαγαν και χόρτασαν όλοι, και σήκωσαν σε δώδεκα κοφίνια ό,τι περίσσεψε σ’ αυτούς από τα κομμάτια.

Η διακήρυξη του Πέτρου για τον Ιησού

18 Και συνέβηκε να είναι μαζί του και οι μαθητές, ενώ αυτός ήταν μόνος του και προσευχόταν. Και τους ρώτησε λέγοντας: «Ποιος με λένε τα πλήθη πως είμαι;»  19 Εκείνοι αποκρίθηκαν και είπαν: «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, και άλλοι ο Ηλίας, άλλοι πάλι ότι αναστήθηκε κάποιος προφήτης από τους αρχαίους».  20 Είπε τότε σ’ αυτούς: «Κι εσείς ποιος λέτε πως είμαι;» Ο Πέτρος, λοιπόν, αποκρίθηκε και είπε: «Ο Χριστός του Θεού».

Ο Ιησούς προλέγει το θάνατο και την ανάστασή του

21 Εκείνος, αφού τους επιτίμησε, παράγγειλε σε κανέναν να μη λένε αυτό  22 και είπε ότι πρέπει ο Υιός του ανθρώπου να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τους πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς και τους γραμματείς και να σκοτωθεί, και την τρίτη ημέρα να εγερθεί.  23 Έλεγε λοιπόν προς όλους: «Αν κάποιος θέλει να έρχεται πίσω μου, ας αρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του κάθε ημέρα και ας με ακολουθεί.  24 Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει. Όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου, αυτός θα τη σώσει.  25 Γιατί τι ωφελείται ο άνθρωπος αν κερδίσει όλο τον κόσμο, αλλά χάσει ή ζημιωθεί τον εαυτό του;  26 Γιατί όποιος ντραπεί εμένα και τους δικούς μου λόγους, γι’ αυτόν θα αισθανθεί ντροπή ο Υιός του ανθρώπου, όταν έρθει μέσα στη δόξα τη δική του και του Πατέρα του και των άγιων αγγέλων.  27 Σας λέω όμως αληθινά: είναι μερικοί που έχουν σταθεί εδώ οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο, ωσότου δουν τη βασιλεία του Θεού».

Η μεταμόρφωση του Ιησού

28 Και συνέβηκε μετά τα λόγια αυτά να περάσουν περίπου οχτώ ημέρες, και τότε παράλαβε τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και ανέβηκε στο όρος για να προσευχηθεί.  29 Και ενώ αυτός προσευχόταν, έγινε η όψη του προσώπου του διαφορετική και ο ιματισμός του έγινε λευκός και αστραφτερός.  30 Και ιδού, δύο άντρες συνομιλούσαν με αυτόν, οι οποίοι ήταν ο Μωυσής και ο Ηλίας,  31 που εμφανίστηκαν με δόξα και μιλούσαν για την έξοδό του από τον κόσμο, την οποία έμελλε να εκπληρώνει στην Ιερουσαλήμ.  32 Αλλά ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του, κοιμούνταν με βαρύ ύπνο. Όταν όμως ξύπνησαν εντελώς, είδαν τη δόξα του και τους δύο άντρες που είχαν σταθεί μαζί του.  33 Και συνέβηκε, καθώς αυτοί χωρίζονταν από αυτόν, να πει ο Πέτρος προς τον Ιησού: «Επιστάτη, είναι καλό για μας εδώ να είμαστε. ας κάνουμε λοιπόν τρεις σκηνές, μία για σένα και μία για το Μωυσή και μία για τον Ηλία» – μην ξέροντας τι λέει.  34 Ενώ λοιπόν έλεγε αυτά, έγινε νεφέλη και τους επισκίαζε. Φοβήθηκαν, τότε, καθώς εισήλθαν στη νεφέλη.  35 Και μια φωνή έγινε από τη νεφέλη που έλεγε: αυτός είναι ο Υιός μου ο εκλεγμένος, αυτόν να ακούτε».  36 Και καθώς έγινε η φωνή, βρέθηκε ο Ιησούς μόνος. Και αυτοί σώπασαν και σε κανέναν δεν ανάγγειλαν εκείνες τις ημέρες τίποτα απ’ όσα είχαν δει.

Η θεραπεία του παιδιού με το ακάθαρτο πνεύμα

37 Συνέβηκε, τότε, την επόμενη ημέρα, όταν αυτοί κατέβηκαν από το όρος, να τον συναντήσει πολύ πλήθος.  38 Και ιδού, ένας άντρας από το πλήθος φώναξε λέγοντας: «Δάσκαλε, σε παρακαλώ να επιβλέψεις στο γιο μου, γιατί μού είναι μονογενής.  39 Και ιδού, ένα πνεύμα τον καταλαμβάνει και ξαφνικά κράζει και τον σπαράζει με αφρό και αποχωρεί με δυσκολία από αυτόν, αφού τον συντρίβει.  40 Και παρακάλεσα τους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν».  41 Ο Ιησούς, τότε, αποκρίθηκε και είπε: «Ω γενιά άπιστη και διεστραμμένη, ως πότε θα είμαι κοντά σας και θα σας ανέχομαι; Οδήγησε προς τα εδώ το γιο σου».  42 Και ενώ αυτός πλησίαζε ακόμη, τον έριξε κάτω το δαιμόνιο και τον σπάραξε δυνατά. Επιτίμησε τότε ο Ιησούς το πνεύμα το ακάθαρτο και γιάτρεψε το παιδί και το απόδωσε στον πατέρα του.  43 Και εκπλήσσονταν όλοι για τη μεγαλειότητα του Θεού. Ενώ λοιπόν όλοι θαύμαζαν για όλα όσα έκανε, είπε προς τους μαθητές του:

Ο Ιησούς προλέγει ξανά το θάνατο και την ανάστασή του

44 «Βάλτε εσείς στ’ αυτιά σας τα λόγια αυτά: πράγματι, ο Υιός του ανθρώπου μέλλει να παραδίνεται σε χέρια ανθρώπων».  45 Εκείνοι δεν καταλάβαιναν αυτόν το λόγο και ήταν καλυμμένος γι’ αυτούς, για να μην τον κατανοήσουν. Και φοβούνταν να τον ρωτήσουν για το λόγο αυτό.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος

46 Εισήλθε κάποτε μια σκέψη σ’ αυτούς, για το ποιος από αυτούς μπορεί να είναι μεγαλύτερος.  47 Ο Ιησούς, τότε, επειδή ήξερε το διαλογισμό της καρδιάς τους, αφού πήρε ένα παιδί, το έστησε δίπλα του  48 και τους είπε: «Όποιος δεχτεί τούτο το παιδί στο όνομά μου δέχεται εμένα. Και όποιος δεχτεί εμένα δέχεται αυτόν που με απέστειλε. Γιατί όποιος είναι μικρότερος μεταξύ όλων σας, αυτός είναι μεγάλος».

«Όποιος δεν είναι εναντίον σας είναι με το μέρος σας»

49 Αποκρίθηκε τότε ο Ιωάννης και του είπε: «Επιστάτη, είδαμε κάποιον να βγάζει δαιμόνια στο όνομά σου και τον εμποδίζαμε, γιατί δεν ακολουθεί μαζί μας».  50 Είπε όμως προς αυτόν ο Ιησούς: «Μην τον εμποδίζετε. επειδή όποιος δεν είναι εναντίον σας είναι με το μέρος σας».

Οι αφιλόξενοι Σαμαρείτες

51 Συνέβηκε λοιπόν, ενώ συμπληρώνονταν οι ημέρες της αναλήψεώς του, τότε αυτός να πάρει τη σταθερή απόφαση να πορευτεί στην Ιερουσαλήμ.  52 Και απέστειλε αγγελιοφόρους πριν από το πρόσωπό του. Και αυτοί πορεύτηκαν και εισήλθαν σ’ ένα χωριό Σαμαρειτών, ώστε να του ετοιμάσουν κατάλυμα.  53 Αλλά δεν τον δέχτηκαν, γιατί το πρόσωπό του πορευόταν στην Ιερουσαλήμ.  54 Όταν το είδαν τότε οι μαθητές Ιάκωβος και Ιωάννης, είπαν: «Κύριε, θέλεις να πούμε να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει όπως και ο Ηλίας έκανε;»  55 Στράφηκε τότε και τους επιτίμησε και είπε: «Δεν ξέρετε ποιανού πνεύματος είστε εσείς.  56 Γιατί ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε, για να καταστρέψει ψυχές ανθρώπων, αλλά για να σώσει». Και πορεύτηκαν σε άλλο χωριό.

Προϋποθέσεις της μαθητείας

57 Και ενώ αυτοί βάδιζαν στο δρόμο, είπε κάποιος προς αυτόν: «Θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πηγαίνεις».  58 Και ο Ιησούς του είπε: «Οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πετεινά του ουρανού προσωρινές κατοικίες, αλλά ο Υιός του ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του».  59 Είπε πάλι προς άλλον: «Ακολούθα με». Εκείνος απάντησε: «Κύριε, επίτρεψέ μου να πάω πρώτα να θάψω τον πατέρα μου».  60 Του είπε τότε: «Άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς, εσύ όμως να πας και να αναγγέλλεις τη βασιλεία του Θεού».  61 Είπε πάλι και άλλος: «Θα σε ακολουθήσω, Κύριε. αλλά πρώτα επίτρεψέ μου να αποχαιρετήσω αυτούς που είναι στον οίκο μου». 62 Είπε όμως προς αυτόν ο Ιησούς: «Κανείς που έβαλε το χέρι πάνω σε άροτρο και βλέπει προς τα πίσω δεν είναι κατάλληλος για τη βασιλεία του Θεού».

Η αποστολή των εβδομήντα δύο

1 Μετά λοιπόν από αυτά, ο Κύριος ανάδειξε άλλους εβδομήντα δύο, και τους απέστειλε ανά δύο-δύο μπροστά από το πρόσωπό του σε κάθε πόλη και τόπο όπου έμελλε αυτός να έρχεται.  2 Έλεγε τότε προς αυτούς: «Αφενός ο θερισμός είναι πολύς, αφετέρου οι εργάτες λίγοι. Δεηθείτε, λοιπόν, στον Κύριο του θερισμού, για να βγάλει εργάτες στο θερισμό του.  3 Πηγαίνετε. ιδού, σας αποστέλλω σαν αρνιά στο μέσο λύκων.  4 Μη βαστάτε πορτοφόλι, μήτε σακίδιο, μήτε υποδήματα, και κανέναν μη χαιρετήσετε στο δρόμο.  5 Και σ’ όποια οικία εισέλθετε, πρώτα λέτε: “Ειρήνη στον οίκο τούτο”.  6 Και αν εκεί είναι γιος ειρήνης, θα επαναπαυτεί πάνω του η ειρήνη σας. Ειδεμή, βέβαια, πάνω σας θα ξαναγυρίσει.  7 Σ’ αυτή λοιπόν την οικία μένετε τρώγοντας και πίνοντας τα φαγητά από αυτούς. γιατί ο εργάτης είναι άξιος του μισθού του. Μην πηγαίνετε από οικία σε οικία.  8 Και σ’ όποια πόλη εισέρχεστε και σας δέχονται, τρώτε αυτά που σας παραθέτουν  9 και θεραπεύετε τους ασθενείς μέσα σ’ αυτήν και να τους λέτε: “Έχει πλησιάσει σ’ εσάς η βασιλεία του Θεού”.  10 Αλλά σ’ όποια πόλη εισέλθετε και δε σας δέχονται, αφού εξέλθετε στις πλατείες της, πείτε:  11 “Και τη σκόνη που μας κολλήθηκε από την πόλη σας στα πόδια την τινάζουμε σ’ εσάς. Όμως αυτό να γνωρίζετε: ότι έχει πλησιάσει η βασιλεία του Θεού”.  12 Σας λέω ότι για τα Σόδομα κατά την ημέρα εκείνη της κρίσης θα υπάρχει περισσότερη ανεκτικότητα παρά για την πόλη εκείνη».

Αλίμονο στις αμετανόητες πόλεις

13 «Αλίμονο σ’ εσένα, Χοραζίν. αλίμονο σ’ εσένα, Βηθσαϊδά. Γιατί αν μέσα στην Τύρο και στη Σιδώνα γίνονταν οι θαυματουργικές δυνάμεις που έγιναν σ’ εσάς, θα είχαν μετανοήσει από πολύ καιρό καθισμένοι με σάκο και στάχτη.  14 Όμως για την Τύρο και για τη Σιδώνα θα υπάρχει περισσότερη ανεκτικότητα κατά την κρίση παρά για σας.  15 Κι εσύ Καπερναούμ, μήπως ως τον ουρανό θα υψωθείς; Ως τον άδη θα κατεβείς!  16 Όποιος ακούει εσάς ακούει εμένα. και όποιος απορρίπτει εσάς απορρίπτει εμένα. Και όποιος απορρίπτει εμένα, απορρίπτει αυτόν που με απέστειλε».

Η επιστροφή των εβδομήντα δύο

17 Επέστρεψαν, λοιπόν, οι εβδομήντα δύο με χαρά, λέγοντας: «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσονται σ’ εμάς στο όνομά σου».  18 Είπε τότε σ’ αυτούς: «Έβλεπα το Σατανά που έπεσε σαν αστραπή από τον ουρανό.  19 Ιδού, σας έχω δώσει την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σε σκορπιούς, και πάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού, και τίποτα δε θα σας βλάψει.  20 Όμως γι’ αυτό να μη χαίρετε, επειδή τα πνεύματα σας υποτάσσονται, αλλά να χαίρετε επειδή τα ονόματά σας έχουν εγγραφεί στους ουρανούς».

Η αγαλλίαση του Ιησού

21 Αυτήν την ώρα ο Ιησούς αγαλλίασε στο Πνεύμα το Άγιο και είπε: «Ομολογώ τη δόξα σου, Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, γιατί απέκρυψες αυτά από σοφούς και συνετούς και τα αποκάλυψες σε νήπια. Ναι, Πατέρα, γιατί έτσι ευαρεστήθηκες.  22 Όλα μου παραδόθηκαν από τον Πατέρα μου, και κανείς δε γνωρίζει ποιος είναι ο Υιός παρά μόνο ο Πατέρας, και ποιος είναι ο Πατέρας παρά μόνο ο Υιός και αυτός στον οποίο θέλει ο Υιός να τον αποκαλύψει».  23 Και αφού στράφηκε προς τους μαθητές του ιδιαιτέρως, είπε: «Μακάριοι οι οφθαλμοί που βλέπουν αυτά που βλέπετε.  24 Γιατί σας λέω ότι πολλοί προφήτες και βασιλιάδες θέλησαν να δουν αυτά που εσείς βλέπετε, αλλά δεν τα είδαν. και να ακούσουν αυτά που ακούτε, αλλά δεν τα άκουσαν».

Ο καλός Σαμαρείτης

25 Και ιδού, κάποιος νομικός σηκώθηκε, για να τον πειράζει, λέγοντας: «Δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;»  26 Εκείνος είπε προς αυτόν: «Μέσα στο νόμο τι είναι γραμμένο; Πώς διαβάζεις;»  27 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Να αγαπήσεις Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη την ισχύ σου και με όλη τη διάνοιά σου, και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου».  28 Του είπε τότε: «Ορθά αποκρίθηκες. αυτό κάνε και θα ζήσεις».  29 Εκείνος, θέλοντας να δικαιώσει τον εαυτό του, είπε προς τον Ιησού: «Και ποιος είναι πλησίον μου;»  30 Έλαβε το λόγο ο Ιησούς και είπε: «Κάποιος άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ και περιέπεσε σε ληστές, οι οποίοι και τον έγδυσαν και τον πλήγωσαν και έφυγαν, αφού τον άφησαν μισοπεθαμένο.  31 Κατά σύμπτωση, τότε, κάποιος ιερέας κατέβαινε στην οδό εκείνη, αλλά, όταν τον είδε, πέρασε απέναντι.  32 Όμοια τότε κι ένας Λευίτης, όταν ήρθε στον τόπο εκείνο και είδε, πέρασε απέναντι.  33 Κάποιος όμως Σαμαρείτης που οδοιπορούσε ήρθε προς αυτόν και, όταν τον είδε, τον σπλαχνίστηκε.  34 Και αφού τον πλησίασε, περιέδεσε τα τραύματά του, χύνοντας πάνω τους λάδι και κρασί και, αφού τον ανέβασε πάνω στο δικό του ζώο, τον έφερε σε πανδοχείο και τον φρόντισε. 35 Και την αυριανή ημέρα έβγαλε και έδωσε δύο δηνάρια στον πανδοχέα και του είπε: “Φρόντισέ τον, και ό,τι δαπανήσεις επιπλέον, εγώ, μόλις ξανάρθω, θα σου το αποδώσω”.  36 Ποιος από αυτούς τους τρεις νομίζεις ότι έχει γίνει πλησίον σ’ αυτόν που έπεσε μέσα στους ληστές;»  37 Αυτός είπε: «Εκείνος που έκανε το έλεος σ’ αυτόν». Του είπε τότε ο Ιησούς: «Πήγαινε και κάνε κι εσύ ομοίως».

Επίσκεψη στην οικία της Μάρθας και της Μαρίας

38 Καθώς λοιπόν αυτοί προχωρούσαν, αυτός εισήλθε σε κάποιο χωριό. Κάποια γυναίκα, τότε, με το όνομα Μάρθα, τον υποδέχτηκε.  39 Και αυτή είχε μια αδελφή που την καλούσαν Μαριάμ, η οποία και κάθισε κοντά στα πόδια του Κυρίου και άκουγε το λόγο του.  40 Αλλά η Μάρθα ήταν απασχολημένη με πολλή διακονία. Στάθηκε τότε από πάνω και είπε: «Κύριε, δε σε μέλει που η αδελφή μου με εγκατέλειψε μόνη να διακονώ; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει».  41 Αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και θορυβείσαι για πολλά,  42 ενώ για ένα πράγμα υπάρχει ανάγκη. Η Μαριάμ, πράγματι, διάλεξε την αγαθή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί».

Διδασκαλία για την προσευχή

1 Και συνέβηκε, ενώ προσευχόταν σε κάποιον τόπο, μόλις έπαψε, να πει κάποιος από τους μαθητές του προς αυτόν: «Κύριε, δίδαξέ μας να προσευχόμαστε, καθώς και ο Ιωάννης δίδαξε στους μαθητές του».  2 Τους είπε τότε: «Όταν προσεύχεστε, λέγετε: “Πατέρα, ας αγιαστεί το όνομά σου. ας έρθει η βασιλεία σου.  3 Τον άρτο μας της ερχόμενης ημέρας δίνε μας κάθε ημέρα.  4 Και άφησε από εμάς τις αμαρτίες μας, γιατί και εμείς οι ίδιοι αφήνουμε από καθέναν που μας οφείλει. Και μη μας φέρεις μέσα σε πειρασμό”».  5 Και είπε προς αυτούς: «Ποιος από εσάς θα έχει ένα φίλο και αν θα πορευτεί προς αυτόν μεσάνυχτα και του πει: “Φίλε, δάνεισέ μου τρεις άρτους,  6 επειδή ένας φίλος μου παρουσιάστηκε από το δρόμο προς εμένα και δεν έχω τι να του παραθέσω για φαγητό”,  7 τότε εκείνος από μέσα θα αποκριθεί και θα του πει: “Μη με ενοχλείς. Ήδη η θύρα είναι κλεισμένη και τα παιδιά μου μαζί μου είναι στο κρεβάτι. Δε δύναμαι να σηκωθώ και να σου δώσω”.  8 Σας λέω, αν και δεν του δώσει, αφού σηκωθεί, επειδή είναι φίλος του, βεβαίως όμως για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει όσα χρειάζεται.  9 Κι εγώ σας λέω: ζητάτε και θα σας δοθεί, ερευνάτε και θα βρείτε, κρούετε και θα σας ανοιχτεί.  10 Γιατί καθένας που ζητά λαβαίνει και όποιος ερευνά βρίσκει και σ’ όποιον κρούει θα του ανοιχτεί.  11 Και σε ποιον από εσάς ο γιος θα ζητήσει από τον πατέρα του ψάρι, και αντί για ψάρι θα του δώσει φίδι;  12 Ή και αν ζητήσει αυγό, θα του δώσει σκορπιό;  13 Αν λοιπόν εσείς που είστε κακοί, ξέρετε να δίνετε στα παιδιά σας δοσίματα αγαθά, πόσο μάλλον ο Πατέρας που είναι από τον ουρανό θα δώσει Πνεύμα Άγιο σε όσους του ζητούν!»

Ο Ιησούς και ο Βεελζεβούλ

14 Και κάποτε έβγαζε ένα δαιμόνιο. και αυτό ήταν κωφάλαλο. Συνέβηκε, λοιπόν, όταν εξήλθε το δαιμόνιο, να μιλήσει ο κωφάλαλος και θαύμασαν τα πλήθη.  15 Αλλά μερικοί από αυτούς είπαν: «Μέσω του Βεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμονίων, βγάζει τα δαιμόνια».  16 Και άλλοι, για να τον πειράζουν, ζητούσαν από αυτόν κάποιο σημείο από τον ουρανό.  17 Αυτός, όμως, επειδή ήξερε τα διανοήματά τους, τους είπε: «Κάθε βασιλεία, όταν διαμεριστεί κατά του εαυτού της, ερημώνεται. και πέφτει ο οίκος που στρέφεται κατά του εαυτού του.  18 Αν λοιπόν και ο Σατανάς διαμερίστηκε κατά του εαυτού του, πώς θα σταθεί ή βασιλεία του; Γιατί λέτε ότι μέσω του Βεελζεβούλ βγάζω τα δαιμόνια.  19 Και αν εγώ μέσω του Βεελζεβούλ βγάζω τα δαιμόνια, οι πνευματικοί γιοι σας μέσω ποιανού τα βγάζουν; Γι’ αυτό, αυτοί θα είναι κριτές σας.  20 Αν όμως με δάχτυλο Θεού εγώ βγάζω τα δαιμόνια, άρα έφτασε σ’ εσάς η βασιλεία του Θεού.  21 Όταν ο ισχυρός άντρας φυλάει τη δική του αυλή πλήρως οπλισμένος, είναι σε ειρήνη τα υπάρχοντά του.  22 Όταν όμως ένας ισχυρότερος από αυτόν επέλθει και τον νικήσει, αφαιρεί την πανοπλία του πάνω στην οποία είχε πεποίθηση και διαμοιράζει τα λάφυρά του.  23 Όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου, και όποιος δε συνάζει μαζί μου σκορπίζει».

Η επιστροφή του ακάθαρτου πνεύματος

24 «Όταν το ακάθαρτο πνεύμα εξέλθει από τον άνθρωπο, περνά μέσα από άνυδρους τόπους ζητώντας ανάπαυση, αλλά δε βρίσκει. Τότε λέει: “Θα επιστρέψω στον οίκο μου απ’ όπου εξήλθα”. 25 Και όταν έρθει, τον βρίσκει σκουπισμένο και κοσμημένο.  26 Τότε πορεύεται και παραλαβαίνει άλλα εφτά πνεύματα χειρότερα από τον εαυτό του και, αφού εισέλθουν, κατοικούν εκεί. Και γίνεται η τελευταία κατάσταση εκείνου του ανθρώπου χειρότερη από την πρώτη».

Η αληθινή μακαριότητα

27 Συνέβηκε, λοιπόν, ενώ αυτός έλεγε αυτά, να υψώσει τη φωνή της κάποια γυναίκα από το πλήθος και του είπε: «Μακάρια η κοιλιά που σε βάσταξε και οι μαστοί που θήλασες».  28 Και αυτός είπε: «Βεβαίως, αλλά μάλλον είναι μακάριοι εκείνοι που ακούν το λόγο του Θεού και τον φυλάγουν».

Ζητούν σημείο

29 Και όταν τα πλήθη συναθροίζονταν, άρχισε να λέει: «Η γενιά αυτή είναι γενιά κακή. σημείο ζητά, αλλά σημείο δε θα της δοθεί παρά μόνο το σημείο του Ιωνά.  30 Γιατί καθώς ο Ιωνάς έγινε σημείο για τους Νινευίτες, έτσι θα είναι και ο Υιός του ανθρώπου για τη γενιά αυτή.  31 Η βασίλισσα του νότου θα εγερθεί κατά την κρίση μαζί με τους άντρες αυτής της γενιάς και θα τους κατακρίνει, γιατί ήρθε από τα πέρατα της γης, για να ακούσει τη σοφία του Σολομώντα, και ιδού, περισσότερο του Σολομώντα είναι εδώ.  32 Άντρες Νινευίτες θα αναστηθούν κατά την κρίση μαζί με αυτήν τη γενιά και θα την κατακρίνουν. Γιατί μετανόησαν στο κήρυγμα του Ιωνά, και ιδού, περισσότερο του Ιωνά είναι εδώ».

Το φως του σώματος

33 «Κανείς, όταν ανάψει λύχνο, δεν τον θέτει σε κρύπτη ούτε κάτω από το μόδι, αλλά πάνω στο λυχνοστάτη, για να βλέπουν το φως εκείνοι που μπαίνουν.  34 Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός σου. Όταν ο οφθαλμός σου είναι γενναιόδωρος, τότε όλο το σώμα σου είναι φωτεινό. όταν όμως είναι φιλάργυρος, τότε το σώμα σου είναι σκοτεινό.  35 Πρόσεχε, λοιπόν, να μην είναι σκοτάδι το φως που βρίσκεται μέσα σου.  36 Αν λοιπόν το σώμα σου είναι όλο φωτεινό, μην έχοντας κάποιο μέρος σκοτεινό, θα είναι φωτεινό όλο όπως όταν σε φωτίζει ο λύχνος με τη λάμψη του».

Ο Ιησούς κατακρίνει τους Φαρισαίους και τους νομικούς

37 Μόλις τότε μίλησε, τον παρακαλεί ένας Φαρισαίος να γευματίσει μαζί του. Και όταν εισήλθε, κάθισε, για να φάει.  38 Ο Φαρισαίος, τότε, όταν το είδε, θαύμασε, γιατί πρώτα δεν πλύθηκε πριν από το γεύμα.  39 Είπε λοιπόν ο Κύριος προς αυτόν: «Τώρα εσείς οι Φαρισαίοι καθαρίζετε το απέξω του ποτηριού και του πιάτου, αλλά το από μέσα σας είναι γεμάτο αρπαγή και κακία.  40 Άφρονες, εκείνος που έκανε το απέξω δεν έκανε και το από μέσα;  41 Όμως, όσα είναι μέσα δώστε τα ελεημοσύνη, και ιδού, όλα θα είναι καθαρά σ’ εσάς.  42 Αλλά αλίμονο σ’ εσάς τους Φαρισαίους, γιατί αποδεκατίζετε το δυόσμο και το πήγανο και κάθε λάχανο, και παρέρχεστε τη δίκαιη κρίση και την αγάπη του Θεού. Αυτά λοιπόν έπρεπε να κάνετε, κι εκείνα να μην τα παραμελείτε.  43 Αλίμονο σ’ εσάς τους Φαρισαίους, γιατί αγαπάτε την πρωτοκαθεδρία στις συναγωγές και τους χαιρετισμούς στις αγορές.  44 Αλίμονο σ’ εσάς, γιατί είστε σαν τα μνήματα τα αφανέρωτα, και οι άνθρωποι που περπατούν επάνω τους δεν το ξέρουν».  45 Αποκρίθηκε τότε κάποιος από τους νομικούς και του λέει: «Δάσκαλε, λέγοντας αυτά, βρίζεις κι εμάς».  46 Εκείνος είπε: «Και σ’ εσάς τους νομικούς αλίμονο, γιατί φορτώνετε τους ανθρώπους με φορτία δυσβάστακτα, και οι ίδιοι ούτε με ένα από τα δάχτυλά σας δεν αγγίζετε τα φορτία.  47 Αλίμονο σ’ εσάς, γιατί οικοδομείτε τα μνήματα των προφητών, ενώ οι πατέρες σας τους σκότωσαν.  48 Άρα είστε μάρτυρες και συμφωνείτε με τα έργα των πατέρων σας, γιατί αφενός αυτοί τους σκότωσαν, αφετέρου εσείς οικοδομείτε.  49 Γι’ αυτό και η σοφία του Θεού είπε: “Θα αποστείλω σ’ αυτούς προφήτες και αποστόλους, και από αυτούς μερικούς θα σκοτώσουν και θα καταδιώξουν”,  50 για να ζητηθεί το αίμα όλων των προφητών που έχει χυθεί από την αρχή της δημιουργίας του κόσμου, από τη γενιά αυτή:  51 από το αίμα του Άβελ ως το αίμα του Ζαχαρία, που σκοτώθηκε μεταξύ του θυσιαστηρίου και του οίκου του Θεού. Ναι, σας λέω, θα ζητηθεί από τη γενιά αυτή.  52 Αλίμονο σ’ εσάς τους νομικούς, γιατί αφαιρέσατε το κλειδί της γνώσης. Οι ίδιοι δεν εισήλθατε και εκείνους που θέλουν να εισέλθουν τους εμποδίσατε».  53 Και όταν αυτός εξήλθε από εκεί, άρχισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι να τον πιέζουν φοβερά και να του ζητούν να απαντήσει πρόχειρα για πολλά πράγματα,  54 ενεδρεύοντάς τον, για να αρπάξουν κάτι από το στόμα του.

Προειδοποίηση εναντίον της υποκρισίας

1 Στο μεταξύ, αφού συνάχτηκαν στο ίδιο μέρος οι μυριάδες του πλήθους, ώστε να καταπατούν ο ένας τον άλλο, άρχισε να λέει πρώτα προς τους μαθητές του: «Προσέχετε τους εαυτούς σας από το προζύμι των Φαρισαίων, που είναι υποκρισία.  2 Κανένα λοιπόν συγκαλυμμένο δεν υπάρχει που δε θα αποκαλυφτεί και κρυφό που δε θα γνωριστεί.  3 Συνεπώς, όσα είπατε στο σκοτάδι θα ακουστούν στο φως, και ό,τι μιλήσατε στο αυτί μέσα στα απόμερα δωμάτια θα κηρυχτεί επάνω από τα δώματα».

«Ποιον να φοβάστε»

4 «Λέω λοιπόν σ’ εσάς τους φίλους μου: μη φοβηθείτε από αυτούς που σκοτώνουν το σώμα και μετά από αυτά δεν έχουν κάτι περισσότερο να κάνουν.  5 Αλλά θα σας υποδείξω ποιον να φοβηθείτε: να φοβηθείτε αυτόν που μετά τη θανάτωση έχει εξουσία να σας ρίξει στη γέεννα. Ναι, σας λέω, αυτόν να φοβηθείτε.  6 Πέντε σπουργίτια δεν πουλιούνται για δύο δραχμές; Και όμως ένα από αυτά δεν είναι λησμονημένο μπροστά στο Θεό.  7 Αλλά και οι τρίχες της κεφαλής σας έχουν όλες αριθμηθεί. Μη φοβάστε. από πολλά σπουργίτια διαφέρετε».

Να ομολογούμε το Χριστό στους ανθρώπους

8 «Λέω λοιπόν σ’ εσάς: καθέναν που με ομολογήσει ζώντας μέσα σ’ εμένα μπροστά στους ανθρώπους, και ο Υιός του ανθρώπου θα τον ομολογήσει ζώντας μέσα σ’ αυτόν μπροστά στους αγγέλους του Θεού.  9 Αυτόν όμως που με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους θα τον απαρνηθώ μπροστά στους αγγέλους του Θεού.  10 Και σε καθέναν που θα πει λόγο ενάντια στον Υιό του ανθρώπου θα του αφεθεί. Σ’ εκείνον όμως που βλαστήμησε ενάντια στο Άγιο Πνεύμα δεν θα του αφεθεί.  11 Όταν λοιπόν σας φέρουν μέσα στις συναγωγές και απέναντι στις αρχές και στις εξουσίες, μη μεριμνήσετε πώς ή τι θα απολογηθείτε ή τι θα πείτε.  12 Γιατί το Άγιο Πνεύμα θα σας διδάξει αυτήν την ώρα όσα πρέπει να πείτε».

Η παραβολή του άφρονα πλουσίου

13 Είπε τότε κάποιος από το πλήθος σ’ αυτόν: «Δάσκαλε, πες στον αδελφό μου να μοιράσει μαζί μου την κληρονομιά».  14 Εκείνος του είπε: «Άνθρωπε, ποιος με κατάστησε κριτή ή διαμεριστή επάνω σας;»  15 Και είπε προς αυτούς: «Προσέχετε και φυλάγεστε από κάθε πλεονεξία, γιατί, όταν έχει κάποιος περίσσια, η ζωή του δεν προέρχεται από τα υπάρχοντά του».  16 Είπε μάλιστα μια παραβολή προς αυτούς, λέγοντας: «Κάποιου πλούσιου ανθρώπου κάρπισαν τα χωράφια με ευφορία.  17 Και διαλογιζόταν μέσα του, λέγοντας: “Τι να κάνω, επειδή δεν έχω πού να συνάξω τους καρπούς μου”; 18 Και είπε: “Αυτό θα κάνω: θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες και θα συνάξω εκεί όλο το σιτάρι και τα αγαθά μου,  19 και θα πω στην ψυχή μου: ‘ Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά που κείτονται για έτη πολλά. αναπαύου, φάγε, πιες, ευφραίνου’.”  20 Είπε τότε σ’ αυτόν ο Θεός: “Άφρονα, αυτήν τη νύκτα απαιτούν την ψυχή σου από εσένα. και αυτά που ετοίμασες ποιανού θα είναι”;  21 Έτσι γίνεται σ’ όποιον θησαυρίζει για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για το Θεό».

Μέριμνες και άγχος

22 Είπε λοιπόν προς τους μαθητές του: «Γι’ αυτό σας λέω: μη μεριμνάτε για τη ζωή σας τι θα φάτε, μήτε για το σώμα σας τι θα ντυθείτε.  23 Γιατί η ζωή είναι πιο πολύ από την τροφή και το σώμα από το ένδυμα.  24 Παρατηρήστε τους κόρακες, γιατί δε σπέρνουν ούτε θερίζουν, οι οποίοι δεν έχουν κελάρι ούτε αποθήκη, και όμως ο Θεός τούς τρέφει. Πόσο περισσότερο εσείς διαφέρετε από τα πετεινά!  25 Και ποιος από εσάς μεριμνώντας δύναται στο ανάστημά του να προσθέσει έναν πήχη; 26 Αν λοιπόν ούτε το ελάχιστο δε δύναστε, για τα υπόλοιπα τι μεριμνάτε;  27 Παρατηρήστε τα κρίνα πώς αυξάνουν: δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν. Σας λέω, όμως, ούτε ο Σολομώντας με όλη τη δόξα του δεν ντύθηκε όπως ένα από αυτά.  28 Αν λοιπόν το χορτάρι, που είναι σήμερα στον αγρό και αύριο ρίχνεται στο φούρνο, ο Θεός έτσι το ντύνει, πόσο περισσότερο θα ντύσει εσάς ολιγόπιστοι!  29 Και εσείς μη ζητάτε τι θα φάτε και τι θα πιείτε και μην είστε μετέωροι από ανησυχία.  30 Γιατί όλα αυτά, τα επιζητούν τα έθνη του κόσμου. αλλά ο δικός σας Πατέρας ξέρει ότι έχετε ανάγκη από αυτά. 31 Όμως, ζητάτε τη βασιλεία του και αυτά θα προστεθούν σ’ εσάς.  32 Μη φοβάσαι, μικρό ποίμνιο, γιατί ευαρεστήθηκε ο Πατέρας σας να δώσει σ’ εσάς τη βασιλεία.  33 Πουλήστε τα υπάρχοντά σας και δώστε τα ελεημοσύνη. Κάντε στους εαυτούς σας πορτοφόλια που δεν παλιώνουν, θησαυρό ανεξάντλητο στους ουρανούς, όπου κλέφτης δεν τον πλησιάζει ούτε σκόρος τον φθείρει.  34 Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί και θα είναι η καρδιά σας».

Άγρυπνοι υπηρέτες

35 «Ας είναι η μέση σας περιζωσμένη και οι λύχνοι σας να καίνε.  36 Και εσείς να είστε όμοιοι με ανθρώπους που περιμένουν το δικό τους κύριο πότε αυτός θα γυρίσει από τους γάμους, ώστε, όταν έρθει και κρούσει, αμέσως να του ανοίξουν.  37 Μακάριοι οι δούλοι εκείνοι, τους οποίους, όταν έρθει ο κύριος, θα τους βρει να αγρυπνούν. Αλήθεια σας λέω ότι θα περιζωστεί την ποδιά του και θα τους καθίσει στο τραπέζι και, αφού έρθει κοντά τους, θα τους διακονήσει.  38 Κι αν στη δεύτερη κι αν στην τρίτη φρουρά της νύχτας έρθει και τους βρει έτσι, εκείνοι είναι μακάριοι.  39 Και ας γνωρίζετε αυτό: ότι αν ήξερε ο οικοδεσπότης ποια ώρα έρχεται ο κλέφτης, δε θα άφηνε να διαρρήξουν τον οίκο του. 40 Κι εσείς να είστε έτοιμοι, γιατί την ώρα που δε νομίζετε έρχεται ο Υιός του ανθρώπου».  41 Είπε τότε ο Πέτρος: «Κύριε, προς εμάς λες αυτήν την παραβολή ή και προς όλους;»  42 Και είπε ο Κύριος: «Ποιος άραγε είναι ο πιστός οικονόμος, ο φρόνιμος, τον οποίο θα καταστήσει ο κύριος επιστάτη πάνω στο υπηρετικό προσωπικό του, για να τους δίνει στον κατάλληλο καιρό το καθορισμένο ποσό της τροφής τους;  43 Μακάριος ο δούλος εκείνος που ο κύριός του θα τον βρει να κάνει έτσι, όταν έρθει.  44 Αλήθεια σας λέω ότι θα τον καταστήσει επιστάτη πάνω σε όλα τα υπάρχοντά του.  45 Αν όμως ο δούλος εκείνος πει μέσα στην καρδιά του: “Αργεί να έρχεται ο κύριός μου”, και αρχίσει να χτυπά τους δούλους και τις δούλες, και να τρώει και να πίνει και να μεθάει,  46 θα έρθει ο κύριος του δούλου εκείνου την ημέρα που δεν προσδοκά και την ώρα που δε γνωρίζει, και θα τον κόψει στα δύο και το μερίδιό του θα το θέσει μαζί με τους άπιστους.  47 Εκείνος ο δούλος, λοιπόν, που γνώρισε το θέλημα του κυρίου του και δεν ετοίμασε ή δεν έκανε σύμφωνα με το θέλημά του θα δαρθεί με πολλά χτυπήματα.  48 Όποιος όμως δεν το γνώρισε, αλλά έκανε άξια χτυπημάτων, θα δαρθεί με λίγα. Και σε καθέναν που δόθηκε πολύ, πολύ θα ζητηθεί από αυτόν, και σ’ όποιον παράθεσαν πολύ, περισσότερο θα του ζητήσουν».

Η φωτιά του Ιησού Χριστού

49 «Φωτιά ήρθα να βάλω πάνω στη γη, και τι άλλο να θέλω αν ήδη άναψε!  50 Και βάφτισμα έχω να βαφτιστώ, και πώς πιέζομαι ωσότου τελεστεί!  51 Νομίζετε ότι παρουσιάστηκα, για να δώσω ειρήνη στη γη; Όχι, σας λέω, αλλά μόνο διχασμό.  52 Γιατί θα είναι από τώρα πέντε μέσα σ’ έναν οίκο διχασμένοι, τρεις εναντίον δύο, και δύο εναντίον τριών:  53 Θα διχαστούν πατέρας ενάντια σε γιο και γιος ενάντια σε πατέρα, μητέρα ενάντια στη θυγατέρα και θυγατέρα ενάντια στη μητέρα, πεθερά ενάντια στη νύφη της και νύφη ενάντια στην πεθερά».

Τα σημεία των καιρών

54 Έλεγε τότε και στα πλήθη: «Όταν δείτε τη νεφέλη να ανεβαίνει από τα δυτικά, αμέσως λέτε ότι έρχεται βροχή, και γίνεται έτσι.  55 Και όταν πνέει νοτιάς, λέτε ότι θα είναι καύσωνας, και γίνεται. 56 Υποκριτές, την όψη της γης και του ουρανού ξέρετε να δοκιμάζετε, τον καιρό όμως τούτο πώς δεν ξέρετε να δοκιμάζετε;»

Συμβιβασμός με τον αντίδικο

57 «Γιατί λοιπόν και από μόνοι σας δεν κρίνετε το δίκαιο;  58 Καθώς δηλαδή πηγαίνεις στον άρχοντα μαζί με τον αντίδικό σου, προσπάθησε να απαλλαχτείς από αυτόν ενώ είσαι στο δρόμο, μην τυχόν σε σύρει βίαια προς τον κριτή, και ο κριτής σε παραδώσει στο δεσμοφύλακα, και ο δεσμοφύλακας σε ρίξει στη φυλακή.  59 Σου λέω, δε θα εξέλθεις από εκεί, ωσότου αποδώσεις και το τελευταίο λεπτό».

Μετανοείτε ή θα χαθείτε.

1 Παρουσιάστηκαν τότε μερικοί κατ’ αυτόν τον καιρό, αναγγέλλοντάς του για τους Γαλιλαίους των οποίων το αίμα ο Πιλάτος ανάμειξε μαζί με τις θυσίες τους.  2 Και εκείνος αποκρίθηκε και τους είπε: «Νομίζετε ότι αυτοί οι Γαλιλαίοι έγιναν αμαρτωλοί περισσότερο από όλους τους Γαλιλαίους, επειδή έχουν πάθει αυτά;  3 Όχι, σας λέω, αλλά αν δε μετανοείτε, όλοι όμοια θα χαθείτε.  4 Ή εκείνοι οι δεκαοχτώ, πάνω στους οποίους έπεσε ο πύργος στο Σιλωάμ και τους σκότωσε, νομίζετε ότι αυτοί έγιναν οφειλέτες από αμαρτίες περισσότερο από όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στην Ιερουσαλήμ;  5 Όχι, σας λέω, αλλά αν δε μετανοείτε, όλοι παρόμοια θα χαθείτε».

Η παραβολή της άκαρπης συκιάς

6 Έλεγε μάλιστα αυτήν την παραβολή: «Κάποιος είχε φυτεμένη μια συκιά στον αμπελώνα του, και ήρθε ζητώντας καρπό από αυτήν, αλλά δε βρήκε.  7 Είπε τότε προς τον αμπελουργό: “Ιδού, τρία έτη είναι αφότου έρχομαι, ζητώντας καρπό από αυτήν τη συκιά, και δε βρίσκω. Κόψε την εντελώς, λοιπόν. γιατί και τη γη να αχρηστεύει”;  8 Εκείνος αποκρίθηκε και του λέει: “Κύριε, άφησέ την και τούτο το έτος, ωσότου σκάψω γύρω της και βάλω κοπριά,  9 κι αν βέβαια κάνει καρπό στο μέλλον, καλώς . ειδεμή, βεβαίως, να την κόψεις εντελώς”».

Η θεραπεία της συγκύπτουσας γυναίκας

10 Και δίδασκε συνεχώς σε μια από τις συναγωγές το Σάββατο.  11 Και ιδού μια γυναίκα που είχε πνεύμα ασθένειας για δεκαοχτώ έτη και ήταν σκυμμένη και δεν μπορούσε να σηκωθεί καθόλου. 12 Όταν την είδε λοιπόν ο Ιησούς, φώναξε προς αυτήν και της είπε: «Γυναίκα, έχεις ελευθερωθεί από την ασθένειά σου»  13 – και επέθεσε σ’ αυτήν τα χέρια. Και αμέσως ανορθώθηκε και δόξαζε το Θεό. 14 Αποκρίθηκε τότε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτώντας επειδή το Σάββατο θεράπευσε ο Ιησούς, και έλεγε στο πλήθος: «Έξι ημέρες είναι κατά τις οποίες πρέπει να εργάζεται κανείς. Σ’ αυτές λοιπόν να έρχεστε και να θεραπεύεστε και όχι την ημέρα του Σαββάτου».  15 Του αποκρίθηκε τότε ο Κύριος και είπε: «Υποκριτές, καθένας σας το Σάββατο δε λύνει το βόδι του ή τον όνο από τη φάτνη και δεν το οδηγεί και το ποτίζει;  16 Και αυτή που είναι θυγατέρα του Αβραάμ, την οποία έδεσε ο Σατανάς, ιδού, δεκαοχτώ έτη, δεν έπρεπε να λυθεί από τούτο το δεσμό την ημέρα του Σαββάτου;»  17 Και όταν αυτός έλεγε αυτά, καταντροπιάζονταν όλοι οι αντίθετοί του, και όλο το πλήθος έχαιρε για όλα τα ένδοξα που γίνονταν από αυτόν.

Οι παραβολές του κόκκου του σιναπιού και του προζυμιού

18 Έλεγε λοιπόν: «Με τι είναι όμοια η βασιλεία του Θεού και με τι να την παρομοιάσω;  19 Είναι όμοια με κόκκο σιναπιού, που έλαβε ένας άνθρωπος και τον έριξε στον κήπο του, και αυξήθηκε και έγινε δέντρο, και τα πετεινά του ουρανού φώλιασαν μέσα στα κλαδιά του».  20 Και πάλι είπε: «Με τι να παρομοιάσω τη βασιλεία του Θεού;  21 Είναι όμοια με προζύμι, που έλαβε μια γυναίκα και το έκρυψε μέσα σε είκοσι πέντε κιλά αλεύρι, ωσότου ζυμώθηκε όλο».

Η στενή θύρα

22 Και πορευόταν διαμέσου πόλεων και χωριών, διδάσκοντας και κάνοντας πορεία προς τα Ιεροσόλυμα.  23 Του είπε τότε κάποιος: «Κύριε, είναι άραγε λίγοι αυτοί που σώζονται;» Εκείνος είπε προς αυτούς:  24 «Αγωνίζεστε να εισέλθετε από τη στενή θύρα, γιατί πολλοί, σας λέω, θα ζητήσουν να εισέλθουν και δε θα μπορέσουν.  25 Αφότου εγερθεί ο οικοδεσπότης και κλείσει τη θύρα και αρχίσετε να στέκεστε έξω και να κρούετε τη θύρα, λέγοντας: “Κύριε, άνοιξέ μας”, τότε θα αποκριθεί και θα σας πει: “Δεν σας ξέρω από πού είστε”.  26 Τότε θα αρχίσετε να λέτε: “Φάγαμε μπροστά σου και ήπιαμε και δίδαξες στις πλατείες μας”.  27 Αλλά θα σας πει: “Δεν σας ξέρω από πού είστε. σταθείτε μακριά από εμένα όλοι οι εργάτες της αδικίας”.  28 Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών, όταν δείτε τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και όλους τους προφήτες μέσα στη βασιλεία του Θεού, ενώ εσάς να σας βγάζουν έξω.  29 Και θα έρθουν από ανατολικά και δυτικά και από βορρά και νότο και θα καθίσουν, για να φάνε μέσα στη βασιλεία του Θεού.  30 Και ιδού, είναι τελευταίοι που θα είναι πρώτοι, και είναι πρώτοι που θα είναι τελευταίοι».

Θρήνος για την Ιερουσαλήμ

31 Αυτήν την ώρα πλησίασαν μερικοί Φαρισαίοι, λέγοντάς του: «Βγες και πήγαινε μακριά από εδώ, γιατί ο Ηρώδης θέλει να σε σκοτώσει».  32 Και είπε σ’ αυτούς: «Πηγαίνετε και πείτε σ’ αυτήν την αλεπού: “Ιδού, βγάζω δαιμόνια και αποπερατώνω γιατρειές σήμερα και αύριο, και την τρίτη τελειώνω”.  33 Όμως εγώ πρέπει να πορεύομαι σήμερα και αύριο και την ερχόμενη ημέρα, γιατί δεν είναι ενδεχόμενο να σκοτωθεί προφήτης έξω από την Ιερουσαλήμ.  34 Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ – που σκοτώνει τους προφήτες και λιθοβολεί τους απεσταλμένους προς αυτήν – πόσες φορές θέλησα να συνάξω στο ίδιο μέρος τα τέκνα σου με τον τρόπο που η όρνιθα συνάζει τους δικούς της νεοσσούς κάτω από τις φτερούγες της, αλλά δεν το θελήσατε.  35 Ιδού, αφήνεται σ’ εσάς ο οίκος σας έρημος. Και σας λέω, δε θα με δείτε, ωσότου θα έχει έρθει η ώρα που θα πείτε: Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου».

Η θεραπεία του υδρωπικού

1 Και όταν αυτός ήρθε στον οίκο κάποιου από τους άρχοντες των Φαρισαίων το Σάββατο, για να φάει άρτο, τότε αυτοί τον παρατηρούσαν συνεχώς.  2 Και ιδού, κάποιος άνθρωπος ήταν υδρωπικός μπροστά του.  3 Και έλαβε το λόγο ο Ιησούς και είπε προς τους νομικούς και τους Φαρισαίους: «Επιτρέπεται το Σάββατο να θεραπεύσει κανείς ή όχι;»  4 Εκείνοι σώπασαν. Και τότε, αφού τον έπιασε, τον γιάτρεψε και τον άφησε να φύγει.  5 Και είπε προς αυτούς: «Ποιανού από εσάς ο γιος ή το βόδι θα πέσει σε πηγάδι, και αμέσως δε θα τον ανασύρει την ημέρα του Σαββάτου;»  6 Και δεν μπόρεσαν να αποκριθούν ενάντια προς αυτά.

Μαθήματα στον οικοδεσπότη και στους καλεσμένους

7 Έλεγε μάλιστα προς τους καλεσμένους μια παραβολή, επειδή πρόσεχε πώς διάλεγαν τα πρώτα καθίσματα, λέγοντας προς αυτούς:  8 «Όταν κληθείς από κάποιον σε γάμους, μην καθίσεις στο πρώτο κάθισμα, μην τυχόν είναι καλεσμένος από αυτόν κάποιος πιο επίσημος από εσένα,  9 και έρθει αυτός που κάλεσε εσένα και αυτόν και σου πει: “Δώσε τόπο σε τούτον”. Και τότε θα αρχίσεις να κατέχεις με ντροπή την τελευταία θέση.  10 Αλλά όταν κληθείς, πήγαινε και κάθισε στην τελευταία θέση, ώστε, όταν έρθει αυτός που σε έχει καλέσει, να σου πει: “Φίλε, ανέβα παραπάνω”. Τότε θα δοξαστείς μπροστά σε όλους αυτούς που κάθονται, για να φάνε μαζί σου.  11 Γιατί καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί». 12 Έλεγε ακόμα και σ’ αυτόν που τον είχε καλέσει: «Όταν κάνεις γεύμα ή δείπνο, μη φωνάζεις τους φίλους σου μήτε τους αδελφούς σου μήτε τους συγγενείς σου μήτε πλούσιους γείτονες, μην τυχόν και αυτοί σε καλέσουν αντίστοιχα και σου γίνει ανταπόδοση.  13 Αλλά όταν κάνεις υποδοχή, να καλείς φτωχούς, ανάπηρους, χωλούς, τυφλούς.  14 Και θα είσαι μακάριος, επειδή δεν έχουν να σου ανταποδώσουν, γιατί θα σου ανταποδοθεί κατά την ανάσταση των δικαίων».

Η παραβολή του μεγάλου δείπνου

15 Όταν, λοιπόν, κάποιος από αυτούς που κάθονταν μαζί του για να φάνε άκουσε αυτά, του είπε: «Μακάριος όποιος φάει άρτο μέσα στη βασιλεία του Θεού».  16 Εκείνος του είπε: «Κάποιος άνθρωπος έκανε μεγάλο δείπνο, και κάλεσε πολλούς  17 και απέστειλε το δούλο του την ώρα του δείπνου να πει στους καλεσμένους: “Ελάτε, γιατί ήδη είναι όλα έτοιμα”.  18 Και άρχισαν με μια γνώμη όλοι να αποποιούνται την πρόσκληση με δικαιολογίες. Ο πρώτος τού είπε: “Αγόρασα ένα αγρό και έχω ανάγκη να εξέλθω να τον δω. σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο που θ’ απουσιάσω”.  19 Και άλλος είπε: “Αγόρασα πέντε ζεύγη βοδιών και πηγαίνω να τα δοκιμάσω. σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένο που θ’ απουσιάσω”.  20 Και άλλος είπε: “Γυναίκα νυμφεύτηκα και γι’ αυτό δε δύναμαι να έρθω”.  21 Και παρουσιάστηκε ο δούλος και ανάγγειλε αυτά στον κύριό του. Τότε οργίστηκε ο οικοδεσπότης και είπε στο δούλο του: “Έξελθε γρήγορα στις πλατείες και στα δρομάκια της πόλης και εισάγαγε εδώ τους φτωχούς και τους ανάπηρους και τους τυφλούς και τους χωλούς”. 22 Και είπε ο δούλος: “Κύριε, έχει γίνει αυτό που διέταξες, και ακόμα υπάρχει τόπος αδειανός”. 23 Και ο Κύριος είπε προς το δούλο: “Έξελθε στις οδούς και στους φράχτες και ανάγκασέ τους να εισέλθουν, για να γεμίσει ο οίκος μου.  24 Γιατί σας λέω ότι κανείς από εκείνους τους άντρες που ήταν καλεσμένοι δε θα γευτεί το δείπνο μου”».

Το κόστος της μαθητείας

25 Πορεύονταν μαζί του λοιπόν πλήθη πολλά και, αφού στράφηκε, είπε προς αυτούς:  26 «Αν κάποιος έρχεται προς εμένα και δε μισεί το δικό του τον πατέρα και τη μητέρα και τη γυναίκα και τα παιδιά και τους αδελφούς και τις αδελφές και ακόμα και τη δική του την ψυχή, δεν δύναται να είναι μαθητής μου.  27 Όποιος δε βαστάζει το δικό του το σταυρό και δεν έρχεται πίσω μου δεν δύναται να είναι μαθητής μου.  28 Γιατί, ποιος από εσάς, όταν θέλει να οικοδομήσει έναν πύργο, αφού καθίσει, δε λογαριάζει πρώτα τη δαπάνη, για να δει αν έχει χρήματα για την αποτελείωση του έργου;  29 Μην τυχόν συμβεί, αν αυτός θέσει θεμέλιο και αν δεν μπορεί να εκτελέσει το έργο, όλοι όσοι τον βλέπουν να αρχίσουν να τον εμπαίζουν,  30 λέγοντας ότι αυτός ο άνθρωπος άρχισε να οικοδομεί και δεν μπόρεσε να το εκτελέσει.  31 Ή ποιος βασιλιάς, όταν θέλει να πάει, για να συγκρουστεί σε πόλεμο με άλλο βασιλιά, αφού καθίσει, δε θα σκεφτεί πρώτα αν έχει τη δύναμη με δέκα χιλιάδες στρατιώτες να αντιμετωπίσει αυτόν που έρχεται με είκοσι χιλιάδες εναντίον του;  32 Ειδεμή, βέβαια, ενώ αυτός είναι ακόμα μακριά, αφού αποστείλει πρεσβεία, ρωτά τους όρους προς ειρήνη.  33 Έτσι, λοιπόν, καθένας από εσάς που δεν απαρνιέται όλα τα δικά του υπάρχοντα δε δύναται να είναι μαθητής μου».

Άνοστο αλάτι

34 «Καλό λοιπόν είναι το αλάτι. αν όμως και το αλάτι αλλοιωθεί, με τι θα αρτυστεί;  35 Ούτε για τη γη ούτε για την κοπριά είναι κατάλληλο, έξω το πετούν. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει».

Η παραβολή του χαμένου προβάτου

1 Τον πλησίαζαν λοιπόν συνεχώς όλοι οι τελώνες και οι αμαρτωλοί, για να τον ακούνε.  2 Και οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς γόγγυζαν πολύ, λέγοντας ότι αυτός δέχεται κοντά του αμαρτωλούς και τρώει μαζί τους.  3 Είπε τότε προς αυτούς αυτήν την παραβολή:  4 «Ποιος άνθρωπος από εσάς, που έχει εκατό πρόβατα και χάσει ένα από αυτά, δεν εγκαταλείπει τα ενενήντα εννιά στην έρημο και δεν πηγαίνει προς το χαμένο, ωσότου να το βρει;  5 Και όταν το βρει, το θέτει πάνω στους ώμους του χαίροντας  6 και, αφού έρθει στον οίκο του, συγκαλεί τους φίλους και τους γείτονες, λέγοντάς τους: “Συγχαρείτε με, γιατί βρήκα το πρόβατό μου το χαμένο”.  7 Σας λέω ότι έτσι θα γίνει χαρά στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί παρά για ενενήντα εννιά δίκαιους οι οποίοι δεν έχουν ανάγκη μετάνοιας».

Η παραβολή της χαμένης δραχμής

8 «Ή ποια γυναίκα που έχει δέκα δραχμές, αν χάσει μία δραχμή, δεν ανάβει λύχνο και δε σαρώνει την οικία της και δεν τη ζητά επιμελώς, ωσότου να τη βρει;  9 Και όταν τη βρει, συγκαλεί τις φίλες και τις γειτόνισσες, λέγοντας: “Συγχαρείτε με, γιατί βρήκα τη δραχμή που έχασα”.  10 Έτσι, σας λέω, γίνεται χαρά μεταξύ των αγγέλων του Θεού για έναν αμαρτωλό που μετανοεί».

Η παραβολή του άσωτου γιου

11 Είπε τότε: «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους.  12 Και ο νεότερος από αυτούς είπε στον πατέρα του: “Πατέρα, δώσε μου το μέρος της περιουσίας που μου ανήκει”. Εκείνος διαίρεσε σ’ αυτούς την περιουσία.  13 Και μετά από λίγες ημέρες, αφού τα σύναξε όλα ο νεότερος γιος, αποδήμησε σε χώρα μακρινή και εκεί διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας άσωτα.  14 Και όταν αυτός τα δαπάνησε όλα, έγινε ισχυρός λιμός στη χώρα εκείνη, και αυτός άρχισε να στερείται.  15 Και τότε πήγε και προσκολλήθηκε σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, και τον έστειλε στους αγρούς του να βόσκει χοίρους.  16 Και αυτός επιθυμούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, και κανείς δεν του έδινε.  17 Τότε συνήλθε και είπε: “Σε πόσους μισθωτούς του πατέρα μου περισσεύουν άρτοι, ενώ εδώ εγώ χάνομαι από λιμό.  18 Αφού σηκωθώ, θα πορευτώ προς τον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου,  19 δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου. κάνε με όπως έναν από τους μισθωτούς σου”.  20 Και σηκώθηκε και ήρθε προς τον δικό του πατέρα. Ενώ λοιπόν αυτός απείχε ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε και, αφού έτρεξε, έπεσε πάνω στον τράχηλό του και τον καταφίλησε.  21 Του είπε τότε ο γιος: “Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου”.  22 Είπε όμως ο πατέρας προς τους δούλους του: “Γρήγορα, φέρτε έξω την πρώτη στολή και ντύστε τον, και δώστε δαχτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια,  23 και φέρτε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, σφάξτε το, και να φάμε να ευφρανθούμε,  24 γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και ξανάζησε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”. Και άρχισαν να ευφραίνονται.  25 Ο γιος του ο πρεσβύτερος ήταν τότε στον αγρό. Και καθώς ερχόταν και πλησίασε στην οικία, άκουσε συμφωνίες οργάνων και χορούς  26 και, αφού προσκάλεσε έναν από τους δούλους, ζητούσε να μάθει τι σήμαιναν αυτά.  27 Εκείνος του είπε: “Ο αδελφός σου έχει έρθει, και έσφαξε ο πατέρας σου το μοσχάρι το καλοθρεμμένο, γιατί τον έλαβε πίσω υγιή”.  28 Αυτός τότε οργίστηκε και δεν ήθελε να εισέλθει, αλλά ο πατέρας του εξήλθε και τον παρακαλούσε να μπει μέσα.  29 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε στον πατέρα του: “Ιδού, τόσα έτη σε υπηρετώ σαν δούλος και ποτέ δεν παράβηκα εντολή σου, αλλά σ’ εμένα ποτέ δεν έδωσες ένα κατσίκι, για να ευφρανθώ μαζί με τους φίλους μου.  30 Όταν όμως αυτός ο γιος σου ήρθε, που σου κατάφαγε το βιος μαζί με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν το καλοθρεμμένο μοσχάρι”!  31 Εκείνος του είπε: “Παιδί μου, εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου, και όλα τα δικά μου είναι δικά σου.  32 Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός και έζησε, και χαμένος και βρέθηκε”».

Η παραβολή του άδικου οικονόμου

1 Έλεγε μάλιστα και προς τους μαθητές: «Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, που είχε οικονόμο, και αυτός κατηγορήθηκε σε αυτόν πως διασκορπίζει τα υπάρχοντά του.  2 Και αφού τον φώναξε, του είπε: “Γιατί ακούω αυτό για σένα; Απόδωσε το λογαριασμό της οικονομίας σου, γιατί δε δύνασαι πια να είσαι οικονόμος”.  3 Είπε τότε μέσα του ο οικονόμος: “Τι να κάνω, επειδή ο κύριός μου αφαιρεί την οικονομία από εμένα; Να σκάβω δεν μπορώ, να ζητιανεύω ντρέπομαι.  4 Κατάλαβα τι θα κάνω, για να με δεχτούν στους οίκους τους, όταν μετατεθώ από την οικονομία”.  5 Και αφού προσκάλεσε καθέναν ξεχωριστά τους χρεοφειλέτες του δικού του κυρίου, έλεγε στον πρώτο: “Πόσο οφείλεις στον κύριό μου”;  6 Αυτός είπε: “Εκατό βάτους λάδι”. Εκείνος του είπε: “Δέξου τα γραμμάτιά σου και κάθισε γρήγορα και γράψε πενήντα”.  7 Έπειτα σ’ έναν άλλο είπε: “Κι εσύ πόσο οφείλεις”; Αυτός είπε: “Εκατό κόρους σιτάρι”. Λέει σ’ αυτόν: “Δέξου τα γραμμάτιά σου και γράψε ογδόντα”.  8 Και επαίνεσε ο κύριος τον άδικο οικονόμο, γιατί έκανε φρόνιμα. Γιατί οι γιοι του αιώνα τούτου είναι φρονιμότεροι από τους γιους του φωτός στη δική τους γενιά.  9 Και εγώ σας λέω: κάντε φίλους για τους εαυτούς σας από το Μαμμωνά της αδικίας, για να σας δεχτούν στις αιώνιες σκηνές όταν αυτός εκλείψει.  10 Ο πιστός στο ελάχιστο είναι πιστός και στο πολύ, και ο άδικος στο ελάχιστο είναι άδικος και στο πολύ.  11 Αν λοιπόν δε γίνατε πιστοί στον άδικο Μαμμωνά, το αληθινό καλό ποιος θα σας το εμπιστευτεί;  12 Και αν στο ξένο δε γίνατε πιστοί, το δικό σας ποιος θα σας το δώσει;  13 Κανείς υπηρέτης δε δύναται να υπηρετεί ως δούλος σε δύο κυρίους. Γιατί ή τον ένα θα μισήσει και τον άλλο θα αγαπήσει, ή στον ένα θα προσκολληθεί και τον άλλο θα καταφρονήσει. Δε δύναστε να υπηρετείτε ως δούλοι στο Θεό και στο Μαμωνά».

Ο νόμος και η βασιλεία του Θεού

14 Άκουγαν τότε όλα αυτά οι Φαρισαίοι, που ήταν φιλάργυροι, και τον περιγελούσαν.  15 Και είπε σ’ αυτούς: «Εσείς είστε που δικαιώνετε τους εαυτούς σας μπροστά στους ανθρώπους, αλλά ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας. Γιατί το υψηλό μεταξύ των ανθρώπων είναι βδέλυγμα μπροστά στο Θεό. 16 Ο νόμος και οι προφήτες ήταν μέχρι τον Ιωάννη. από τότε η βασιλεία του Θεού ευαγγελίζεται και καθένας θέλει να μπει σ’ αυτή με τη βία.  17 Ευκολότερο όμως είναι να παρέλθουν ο ουρανός και η γη παρά να πέσει μια κεραία του νόμου.  18 Καθένας που αποδιώχνει τη γυναίκα του και νυμφεύεται άλλη μοιχεύει, και αυτός που νυμφεύεται αποδιωγμένη από άντρα μοιχεύει».

Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος

19 «Κάποιος άνθρωπος, λοιπόν, ήταν πλούσιος, και ντυνόταν με πορφύρα και εκλεκτό λινό και ευφραινόταν κάθε ημέρα λαμπρά.  20 Ενώ κάποιος φτωχός με το όνομα Λάζαρος ήταν ριγμένος μπροστά στην πύλη του, έχοντας έλκη,  21 και επιθυμούσε να χορτάσει από αυτά που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου. Αλλά και τα σκυλιά έρχονταν και έγλειφαν πάνω στα έλκη του. 22 Συνέβηκε λοιπόν να πεθάνει ο φτωχός και να μεταφερθεί από τους αγγέλους στην αγκαλιά του Αβραάμ. Πέθανε κατόπιν και ο πλούσιος και τάφηκε.  23 Και μέσα στον άδη σήκωσε τα μάτια του, ενώ βρισκόταν σε βάσανα, και βλέπει τον Αβραάμ από μακριά και το Λάζαρο μέσα στην αγκαλιά του.  24 Και τότε αυτός φώναξε και είπε: “Πατέρα Αβραάμ, ελέησέ με και στείλε το Λάζαρο να βουτήξει το άκρο του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί πονώ υπερβολικά μέσα στη φλόγα αυτή”.  25 Είπε τότε ο Αβραάμ: “Τέκνο μου, θυμήσου ότι απόλαυσες τα αγαθά σου στη ζωή σου, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά. τώρα όμως εδώ παρηγοριέται, ενώ εσύ πονάς υπερβολικά.  26 Και επιπλέον σε όλα αυτά, ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ εσάς είναι στηριγμένο μεγάλο χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να διαβούν από εδώ προς εσάς να μη δύνανται να το κάνουν, μήτε από εκεί προς εμάς να διαπερνούν”.  27 Είπε τότε: “Σε παρακαλώ, λοιπόν, πατέρα, να τον στείλεις στον οίκο του πατέρα μου,  28 γιατί έχω πέντε αδελφούς, για να τα διαβεβαιώνει σ’ αυτούς, ώστε να μην έρθουν και αυτοί στον τόπο τούτο του βασάνου”.  29 Λέει λοιπόν ο Αβραάμ: “Έχουν το Μωυσή και τους προφήτες. ας ακούσουν αυτούς”.  30 Εκείνος είπε: “ Όχι, πατέρα Αβραάμ, αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πορευτεί προς αυτούς, θα μετανοήσουν”.  31 Είπε όμως σ’ αυτόν: “Αν δεν ακούν το Μωυσή και τους προφήτες, ούτε αν κάποιος από τους νεκρούς αναστηθεί θα πειστούν”».

Λόγοι του Ιησού

1 Είπε μάλιστα προς τους μαθητές του: «Αδύνατο είναι το να μην έρθουν τα σκάνδαλα, όμως αλίμονο σ’ αυτόν μέσω του οποίου έρχεται.  2 Είναι προτιμότερο γι’ αυτόν αν μυλόπετρα τοποθετηθεί γύρω από τον τράχηλό του και ριχτεί στη θάλασσα παρά να σκανδαλίσει έναν από τους μικρούς αυτούς.  3 Προσέχετε τους εαυτούς σας. Αν αμαρτήσει ο αδελφός σου, επιτίμησέ τον, και αν μετανοήσει, άφησέ του.  4 Και αν εφτά φορές την ημέρα αμαρτήσει σ’ εσένα και εφτά φορές επιστρέψει προς εσένα, λέγοντας: “Μετανοώ”, να του αφήσεις».  5 Και τότε είπαν οι απόστολοι στον Κύριο: «Πρόσθεσέ μας πίστη».  6 Είπε όμως ο Κύριος: «Αν έχετε πίστη σαν κόκκο σιναπιού, θα λέγατε στη συκαμινιά αυτή: “ Ξεριζώσου και φυτέψου μέσα στη θάλασσα” – και θα σας υπάκουε». 7 «Ποιος λοιπόν από εσάς, αν έχει δούλο που οργώνει ή βόσκει, όταν αυτός εισέλθει στην οικία από τον αγρό, θα του πει: “Αμέσως πέρασε και κάθισε, για να φας”;  8 Αλλά αντίθετα δε θα του πει: “Ετοίμασε τι να δειπνήσω και ζώσου γύρω την ποδιά να με διακονείς, ωσότου φάω και πιω, και μετά από αυτά θα φας και θα πιεις εσύ”;  9 Μήπως έχει χάρη στο δούλο, επειδή έκανε αυτά που τον διέταξε;  10 Έτσι κι εσείς, όταν κάνετε όλα αυτά που σας διέταξαν, να λέτε: “Δούλοι άχρηστοι είμαστε. αυτό που οφείλαμε να κάνουμε έχουμε κάνει”».

Ο καθαρισμός των δέκα λεπρών

11 Και καθώς πορευόταν στην Ιερουσαλήμ, συνέβηκε αυτός να περνά τότε διαμέσου της Σαμάρειας και της Γαλιλαίας.  12 Και ενώ αυτός εισερχόταν σε κάποιο χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άντρες, οι οποίοι στάθηκαν από μακριά.  13 Και αυτοί ύψωσαν τη φωνή τους, λέγοντας: «Ιησού επιστάτη, ελέησέ μας».  14 Και όταν είδε, τους είπε: «Πάτε και επιδείξτε τους εαυτούς σας στους ιερείς». Και ενώ αυτοί πήγαιναν, συνέβηκε να καθαριστούν.  15 Ένας τότε από αυτούς, όταν είδε ότι γιατρεύτηκε, επέστρεψε δοξάζοντας το Θεό με φωνή μεγάλη,  16 και έπεσε με το πρόσωπο δίπλα στα πόδια του ευχαριστώντας τον. και αυτός ήταν Σαμαρείτης.  17 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Δεν καθαρίστηκαν οι δέκα; Αλλά οι εννιά πού είναι;  18 Δε βρέθηκαν να επιστρέψουν, για να δώσουν δόξα στο Θεό, παρά μόνο ο αλλοεθνής αυτός;»  19 Και είπε σ’ αυτόν: «Σήκω και πήγαινε. η πίστη σου σε έχει σώσει».

Ο ερχομός της Βασιλείας του Θεού

20 Και όταν ρωτήθηκε από τους Φαρισαίους πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, τους αποκρίθηκε και είπε: «Δεν έρχεται η βασιλεία του Θεού με παρατήρηση,  21 ούτε θα πουν: “Ιδού εδώ” ή “εκεί”, γιατί ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας».  22 Είπε τότε προς τους μαθητές: «Θα έρθουν ημέρες που θα επιθυμήσετε να δείτε μια από τις ημέρες του Υιού του ανθρώπου, και δε θα δείτε.  23 Και θα σας πουν: “Ιδού εκεί”, ή “ιδού εδώ” – μη φύγετε μήτε να τους ακολουθήσετε.  24 Γιατί όπως ακριβώς η αστραπή αστράφτει και λάμπει από το ένα μέρος κάτω από τον ουρανό στο άλλο μέρος κάτω από τον ουρανό, έτσι θα είναι ο Υιός του ανθρώπου κατά την Ημέρα του.  25 Πρώτα, όμως, πρέπει αυτός πολλά να πάθει και να αποδοκιμαστεί από τη γενιά αυτή.  26 Και καθώς έγινε κατά τις ημέρες του Νώε, έτσι θα είναι και κατά τις ημέρες του Υιού του ανθρώπου:  27 έτρωγαν, έπιναν, πάντρευαν, νυμφεύονταν, μέχρι την ημέρα που εισήλθε ο Νώε στην κιβωτό και ήρθε ο κατακλυσμός και τους εξολόθρεψε όλους.  28 Όμοια επίσης θα είναι καθώς έγινε κατά τις ημέρες του Λωτ: έτρωγαν, έπιναν, αγόραζαν, πουλούσαν, φύτευαν, οικοδομούσαν.  29 Αλλά την ημέρα που εξήλθε ο Λωτ από τα Σόδομα έβρεξε φωτιά και θειάφι από τον ουρανό και τους εξολόθρεψε όλους.  30 Κατά τον ίδιο τρόπο θα είναι την ημέρα που ο Υιός του ανθρώπου θα αποκαλυφτεί.  31 Εκείνη την ημέρα αυτός που θα είναι πάνω στο δώμα και τα σκεύη του βρίσκονται μέσα στην οικία του ας μην κατεβεί να τα πάρει, και όμοια όποιος είναι στον αγρό ας μην επιστρέψει προς τα πίσω.  32 Να θυμάστε τη γυναίκα του Λωτ.  33 Όποιος ζητήσει να περισώσει τη ζωή του θα τη χάσει, και όποιος τη χάσει θα τη ζωογονήσει.  34 Σας λέω, αυτήν τη νύχτα θα είναι δύο πάνω σ’ ένα κρεβάτι, ο ένας θα παραληφτεί και ο άλλος θα αφεθεί.  35 Θα είναι δύο γυναίκες που θα αλέθουν στο ίδιο μέρος, η μία θα παραληφτεί ενώ η άλλη θα αφεθεί.  36 Δύο άντρες θα είναι στον αγρό. ένας θα παραληφτεί και ο άλλος θα αφεθεί».  37 Και αυτοί αποκρίθηκαν και του λένε: «Πού, Κύριε;» Εκείνος τους είπε: «Όπου είναι το σώμα, εκεί στο ίδιο μέρος και οι αετοί θα συναχτούν».

Η παραβολή της χήρας και του άδικου κριτή

1 Έλεγε μάλιστα μια παραβολή σ’ αυτούς για το ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην κουράζονται,  2 λέγοντας: «Κάποιος κριτής ήταν σε κάποια πόλη, που το Θεό δε φοβόταν και που άνθρωπο δεν ντρεπόταν.  3 Και μια χήρα ήταν στην πόλη εκείνη και ερχόταν προς αυτόν λέγοντας: “Δώσε μου το δίκιο μου από τον αντίδικό μου”.  4 Αλλά δεν ήθελε να το κάνει για ένα χρονικό διάστημα. Μετά όμως από αυτά είπε μέσα του: “Αν και το Θεό δε φοβάμαι ούτε άνθρωπο ντρέπομαι,  5 επειδή όμως με κουράζει αυτή η χήρα, θα της δώσω το δίκιο της, για να μην έρχεται και με καταπιέζει ως το τέλος της υπόθεσής της”.  6 Είπε λοιπόν ο Κύριος: «Ακούσατε τι λέει ο άδικος κριτής.  7 Και ο Θεός δε θα αποδώσει τη δικαιοσύνη για τους εκλεκτούς του, που φωνάζουν σ’ αυτόν ημέρα και νύχτα, και θα βραδύνει γι’ αυτούς;  8 Σας λέω ότι θα αποδώσει τη δικαιοσύνη γι’ αυτούς γρήγορα. Όμως ο Υιός του ανθρώπου, όταν έρθει, άραγε θα βρει την πίστη πάνω στη γη;»

Η παραβολή του τελώνη και του Φαρισαίου

9 Και αυτήν την παραβολή είπε τότε προς μερικούς, που είχαν πεποίθηση για τους εαυτούς τους ότι είναι δίκαιοι και που εξουθένωναν τους υπόλοιπους:  10 «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν: ο ένας Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης.  11 Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν ως προς τον εαυτό του αυτά: “Θεέ, σ’ ευχαριστώ, γιατί δεν είμαι όπως ακριβώς οι υπόλοιποι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και όπως αυτός ο τελώνης.  12 Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, αποδεκατίζω όλα όσα αποχτώ”.  13 Ο τελώνης, όμως, είχε σταθεί από μακριά και δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να σηκώσει πάνω στον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του, λέγοντας: «Θεέ, ας είσαι ευμενής σ’ εμένα τον αμαρτωλό».  14 Σας λέω, αυτός ο τελευταίος κατέβηκε δικαιωμένος στον οίκο του παρά εκείνος. Γιατί καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, όποιος όμως ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».

Ο Ιησούς ευλογεί τα μικρά παιδιά

15 Του πρόσφεραν τότε και τα βρέφη, για να τα αγγίζει. αλλά όταν το είδαν οι μαθητές τούς επιτιμούσαν.  16 Ο Ιησούς όμως τα προσκάλεσε, λέγοντας: «Αφήστε τα παιδιά να έρχονται προς εμένα και μην τα εμποδίζετε, γιατί για τέτοιους είναι η βασιλεία του Θεού.  17 Αλήθεια σας λέω, όποιος δε δεχτεί τη βασιλεία του Θεού σαν παιδί, δε θα εισέλθει σ’ αυτή».

Ο πλούσιος άρχοντας

18 Και κάποιος άρχοντας τον επερώτησε λέγοντας: «Δάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω, για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;»  19 Του είπε τότε ο Ιησούς: «Τι με λες αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός.  20 Τις εντολές τις ξέρεις: Μη μοιχέψεις, μη φονεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».  21 Εκείνος είπε: «Αυτά όλα τα φύλαξα από τη νεότητά μου».  22 Όταν το άκουσε τότε ο Ιησούς, του είπε: «Ακόμα ένα σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και διαμοίρασέ τα σε φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στους ουρανούς, και έλα ακολούθα με».  23 Εκείνος, όταν άκουσε αυτά, έγινε περίλυπος. γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος. 24 Όταν ο Ιησούς τότε τον είδε, που έγινε περίλυπος, είπε: «Πόσο δύσκολα εκείνοι που έχουν τα χρήματα μπαίνουν στη βασιλεία του Θεού!  25 Γιατί είναι ευκολότερο μια καμήλα να εισέλθει από τρύπα βελόνας παρά πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού».  26 Είπαν τότε όσοι άκουσαν: «Και ποιος δύναται να σωθεί;»  27 Εκείνος είπε: «Τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι δυνατά για το Θεό».  28 Είπε τότε ο Πέτρος: «Ιδού, εμείς αφήσαμε τα δικά μας πράγματα και σε ακολουθήσαμε». 29 Εκείνος τους είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι κανείς δεν υπάρχει που να άφησε οικία, ή γυναίκα ή αδελφούς ή γονείς ή παιδιά, εξαιτίας της βασιλείας του Θεού,  30 που να μην απολάβει πολλαπλάσια σε τούτο τον καιρό και στον αιώνα τον ερχόμενο ζωή αιώνια».

Τρίτη πρόρρηση ταυ θανάτου και της ανάστασής του

31 Τότε παράλαβε τους δώδεκα και είπε προς αυτούς: «Ιδού, ανεβαίνουμε στην Ιερουσαλήμ, και θα τελεστούν όλα τα γραμμένα μέσω των προφητών για τον Υιό του ανθρώπου.  32 Γιατί θα παραδοθεί στους εθνικούς και θα εμπαιχτεί και θα τον κακομεταχειριστούν και θα φτυστεί  33 και, αφού τον μαστιγώσουν, θα τον σκοτώσουν, και την ημέρα την τρίτη θα αναστηθεί».  34 Και αυτοί δεν κατάλαβαν τίποτα από αυτά, και αυτός ο λόγος ήταν συνεχώς κρυμμένος από αυτούς και δεν καταλάβαιναν τα λεγόμενα.

Η θεραπεία του τυφλού ζητιάνου

35 Συνέβηκε τότε, ενώ αυτός πλησίαζε στην Ιεριχώ, κάποιος τυφλός να κάθεται ζητιανεύοντας δίπλα στο δρόμο.  36 Και όταν άκουσε το πλήθος να περνά, ζητούσε να μάθει τι σημαίνει αυτό. 37 Του ανάγγειλαν, λοιπόν, ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος περνάει από εκεί.  38 Και τότε φώναξε δυνατά, λέγοντας: «Ιησού, γιε του Δαβίδ, ελέησέ με».  39 Και εκείνοι που προηγούνταν τον επιτιμούσαν για να σωπάσει, αυτός όμως πολύ περισσότερο έκραζε: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με».  40 Στάθηκε τότε ο Ιησούς και διέταξε να τον φέρουν προς αυτόν. Και όταν αυτός πλησίασε, τον ρώτησε:  41 «Τι θέλεις να σου κάνω;» Εκείνος απάντησε: «Κύριε, να ξαναδώ».  42 Και ο Ιησούς του είπε: «Ξαναδές. η πίστη σου σε έχει σώσει».  43 Και αμέσως ξαναείδε και τον ακολουθούσε δοξάζοντας το Θεό. Και όλος ο λαός, όταν το είδε, έδωσε αίνο στο Θεό.

Ο Ιησούς και ο Ζακχαίος

1 Και αφού εισήλθε στην πόλη, ο Ιησούς περνούσε από την Ιεριχώ.  2 Και ιδού ένας άντρας που τον καλούσαν με το όνομα Ζακχαίος. και αυτός ήταν αρχιτελώνης και αυτός ήταν πλούσιος.  3 Και ζητούσε να δει τον Ιησού, ποιος είναι, αλλά δεν μπορούσε από το πλήθος, γιατί στο ανάστημα ήταν μικρός.  4 Και αφού έτρεξε μπροστά, ανέβηκε πάνω σε μια συκομουριά για να τον δει, επειδή έμελλε να περνά από εκείνη.  5 Και μόλις ήρθε στον τόπο εκείνο, ο Ιησούς σήκωσε το βλέμμα και είπε προς αυτόν: «Ζακχαίε, σπεύσε και κατέβα, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στον οίκο σου».  6 Και έσπευσε και κατέβηκε και τον υποδέχτηκε χαίροντας.  7 Και όταν το είδαν, όλοι γόγγυζαν πολύ, λέγοντας: «Στην οικία αμαρτωλού άντρα εισήλθε, για να έχει κατάλυμα».  8 Στάθηκε τότε ο Ζακχαίος και είπε προς τον Κύριο: «Ιδού, τα μισά των υπαρχόντων μου, Κύριε, τα δίνω στους φτωχούς, και αν κάποιον φορολόγησα κάτι παράνομα, το αποδίδω τετραπλάσια».  9 Ο Ιησούς είπε τότε προς αυτόν: «Σήμερα έγινε σωτηρία στον οίκο τούτο, καθότι και αυτός είναι γιος του Αβραάμ.  10 γιατί ο Υιός του ανθρώπου ήρθε να ζητήσει και να σώσει το χαμένο».

Η παραβολή των δέκα μνων

11 Ενώ λοιπόν άκουγαν αυτά, πρόσθεσε και είπε μια παραβολή, επειδή ήταν κοντά στην Ιερουσαλήμ και αυτοί νόμιζαν ότι αμέσως μέλλει να αναφαίνεται η βασιλεία του Θεού.  12 Είπε λοιπόν: «Κάποιος άνθρωπος ευγενής πορεύτηκε σε χώρα μακρινή να λάβει για τον εαυτό του βασιλεία και να επιστρέψει.  13 Κάλεσε τότε δέκα δούλους δικούς του και τους έδωσε δέκα μνες και είπε προς αυτούς: “Πραγματευτείτε καθόσο χρόνο πηγαίνω και έρχομαι”.  14 Αλλά οι συμπολίτες του τον μισούσαν και απέστειλαν πρεσβεία πίσω του, λέγοντας: “Δε θέλουμε αυτός να βασιλέψει πάνω μας”.  15 Και μόλις αυτός επανήλθε, όταν έλαβε τη βασιλεία, τότε είπε να του φωνάξουν τους δούλους αυτούς στους οποίους είχε δώσει το χρήμα, για να γνωρίσει τι διαπραγματεύτηκαν.  16 Παρουσιάστηκε τότε ο πρώτος, λέγοντας: “Κύριε, η μνα σου κέρδισε δέκα μνες”.  17 Και είπε σ’ αυτόν: “Εύγε, αγαθέ δούλε, επειδή στο ελάχιστο έγινες πιστός, έχε συνεχώς εξουσία πάνω σε δέκα πόλεις”.  18 Και ήρθε ο δεύτερος, λέγοντας: “Η μνα σου, Κύριε, έκανε πέντε μνες”.  19 Είπε λοιπόν και σ’ αυτόν: “Κι εσύ γίνε εξουσιαστής πάνω σε πέντε πόλεις”.  20 Και ο άλλος ήρθε, λέγοντας: “Κύριε, ιδού η μνα σου που είχα τοποθετημένη χωριστά σε μαντίλι.  21 Γιατί σε φοβόμουνα, επειδή είσαι άνθρωπος αυστηρός, παίρνεις αυτό που δεν έθεσες και θερίζεις αυτό που δεν έσπειρες”.  22 Λέει σ’ αυτόν: “Από το στόμα σου θα σε κρίνω, κακέ δούλε. Ήξερες ότι εγώ είμαι άνθρωπος αυστηρός, που παίρνω αυτό που δεν έθεσα και που θερίζω αυτό που δεν έσπειρα;  23 Και γιατί δεν έδωσες το χρήμα μου σε τράπεζα; Κι εγώ, όταν θα ερχόμουν, θα το εισέπραττα με τόκο”.  24 Και σ’ αυτούς που είχαν παρευρεθεί, είπε: “Πάρτε από αυτόν τη μνα και δώστε τη σ’ εκείνον που έχει τις δέκα μνες”.  25 – Και του είπαν: “Κύριε, έχει δέκα μνες” –  26 “Σας λέω ότι σε καθέναν που έχει θα του δοθεί, αλλά από όποιον δεν έχει και αυτό που έχει θα του αφαιρεθεί.  27 Όμως, τους εχθρούς μου αυτούς που δε θέλησαν να βασιλέψω πάνω τους οδηγήστε τους εδώ και κατασφάξτε τους μπροστά μου”».

Η θριαμβευτική είσοδος στην Ιερουσαλήμ

28 Και αφού είπε αυτά, πορευόταν μπροστά, ανεβαίνοντας στα Ιεροσόλυμα.  29 Και συνέβηκε, μόλις πλησίασε στη Βηθφαγή και τη Βηθανία προς το όρος το καλούμενο των Ελαιών, να αποστείλει δύο από τους μαθητές του,  30 λέγοντας: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό, στο οποίο μπαίνοντας θα βρείτε ένα πουλάρι δεμένο, πάνω στο οποίο δεν κάθισε κανείς ποτέ μέχρι τώρα από τους ανθρώπους και, αφού το λύσετε, φέρτε το.  31 Και αν κάποιος σας ρωτά: “Γιατί το λύνετε”; έτσι θα πείτε: “Ο Κύριος έχει ανάγκη αυτό”».  32 Έφυγαν τότε οι αποσταλμένοι και βρήκαν καθώς τους είπε. 33 Όταν έλυναν λοιπόν αυτοί το πουλάρι, είπαν οι κύριοί του προς αυτούς: «Τι λύνετε το πουλάρι;» 34 Εκείνοι είπαν: «Ο Κύριος έχει ανάγκη αυτό».  35 Και το οδήγησαν προς τον Ιησού και, αφού έριξαν τα ρούχα τους πάνω στο πουλάρι, ανέβασαν τον Ιησού.  36 Και ενώ αυτός πορευόταν, έστρωναν κάτω τα ρούχα τους στην οδό.  37 Και όταν αυτός πλησίαζε ήδη προς το μέρος του κατήφορου του Όρους των Ελαιών, άρχισαν όλο το πλήθος των μαθητών του, χαίροντας, να αινούν το Θεό με φωνή μεγάλη για όλες όσες είδαν θαυματουργικές δυνάμεις,  38 λέγοντας: «Ευλογημένος ο ερχόμενος, ο βασιλιάς, στο όνομα του Κυρίου. στον ουρανό ειρήνη και δόξα στους ύψιστους ουρανούς».  39 Και μερικοί Φαρισαίοι από το πλήθος, είπαν προς αυτόν: «Δάσκαλε, επιτίμησε τους μαθητές σου». 40 Και αποκρίθηκε και είπε: «Σας λέω, αν σωπάσουν αυτοί, οι λίθοι θα κράξουν».  41 Και μόλις πλησίασε, όταν είδε την πόλη, έκλαψε γι’ αυτή,  42 λέγοντας: «Αν γνώριζες κι εσύ αυτήν την ημέρα, αυτά που αφορούν την ειρήνη! Τώρα όμως κρύφτηκαν από τους οφθαλμούς σου.  43 Γιατί θα έρθουν ημέρες για σένα που θα σου παρεμβάλουν οι εχθροί σου χαρακώματα και θα σε περικυκλώσουν και θα σε πιέσουν από παντού  44 και θα σε κατεδαφίσουν, καθώς και τα τέκνα σου μέσα σ’ εσένα, και δε θα αφήσουν μέσα σου λίθο πάνω σε λίθο, επειδή δε γνώρισες τον καιρό της επίσκεψής σου».

Ο καθαρισμός του ναού

45 Και αφού εισήλθε στο ναό, άρχισε να βγάζει όσους πουλούσαν,  46 λέγοντας σ’ αυτούς: «Είναι γραμμένο: Και θα είναι ο οίκος μου οίκος προσευχής, εσείς όμως τον κάνατε σπήλαιο ληστών». 47 Και δίδασκε συνεχώς κάθε ημέρα μέσα στο ναό. Οι αρχιερείς, όμως, και οι γραμματείς ζητούσαν να τον σκοτώσουν όπως και οι πρώτοι του λαού,  48 αλλά δεν έβρισκαν τι να του κάνουν, γιατί ο λαός όλος κρεμόταν από τα χείλη του ακούοντάς τον.

Η εξουσία του Ιησού αμφισβητείται

1 Και συνέβηκε, σε μια από τις ημέρες που αυτός δίδασκε το λαό μέσα στο ναό και ευαγγέλιζε, να σταθούν ξαφνικά οι αρχιερείς και οι γραμματείς μαζί με τους πρεσβυτέρους  2 και να πουν προς αυτόν: «Πες μας με ποια εξουσία αυτά τα κάνεις ή ποιος είναι αυτός που σου έδωσε την εξουσία αυτή;»  3 Αποκρίθηκε τότε και είπε προς αυτούς: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ ένα λόγο και πείτε μου: 4 Το βάφτισμα του Ιωάννη από τον ουρανό ήταν ή από τους ανθρώπους;»  5 Εκείνοι συλλογίστηκαν μέσα τους λέγοντας: «Αν πούμε: “Από τον ουρανό”, θα πει: “Γιατί δεν πιστέψατε σ’ αυτόν”;  6 Αν όμως πούμε: “Από τους ανθρώπους”, ο λαός όλος θα μας καταλιθοβολήσει, γιατί είναι πεισμένος πως ο Ιωάννης είναι προφήτης».  7 Και αποκρίθηκαν πως δεν ξέρουν από πού είναι.  8 Και ο Ιησούς τους είπε: «Ούτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία αυτά τα κάνω».

Η παραβολή του αμπελώνα και των γεωργών

9 Άρχισε λοιπόν να λέει προς το λαό αυτήν την παραβολή: «Κάποιος άνθρωπος φύτεψε αμπελώνα και τον νοίκιασε σε γεωργούς και αποδήμησε για αρκετά χρόνια.  10 Και στον κατάλληλο καιρό απέστειλε προς τους γεωργούς ένα δούλο, για να του δώσουν μέρος από τον καρπό του αμπελώνα. Οι γεωργοί όμως τον ξαπόστειλαν με άδεια χέρια, αφού τον έδειραν.  11 Και πάλι έστειλε άλλο δούλο. Αυτοί, κι εκείνον, αφού τον έδειραν και τον ατίμασαν, τον ξαπόστειλαν με άδεια χέρια. 12 Και πάλι έστειλε τρίτο. Αυτοί, και τούτον, αφού τον τραυμάτισαν, τον πέταξαν έξω.  13 Είπε τότε ο κύριος του αμπελώνα: “Τι να κάνω; Θα στείλω το γιο μου τον αγαπητό. ίσως αυτόν ντραπούν”. 14 Όταν είδαν όμως αυτόν οι γεωργοί, διαλογίζονταν ο ένας με τον άλλο, λέγοντας: “Αυτός είναι ο κληρονόμος. να τον σκοτώσουμε, για να γίνει δική μας η κληρονομιά”.  15 Και αφού τον έβγαλαν έξω από τον αμπελώνα, τον σκότωσαν. Τι λοιπόν θα κάνει σ’ αυτούς ο κύριος του αμπελώνα;  16 Θα έρθει και θα εξολοθρέψει τους γεωργούς αυτούς και θα δώσει τον αμπελώνα σε άλλους». Όταν το άκουσαν, τότε, είπαν: «Είθε να μη γίνει».  17 Εκείνος τους κοίταξε μέσα στα μάτια και είπε: «Τι λοιπόν σημαίνει το γραμμένο αυτό: Λίθο που αποδοκίμασαν οι οικοδόμοι, αυτός έγινε κορωνίδα; 18 Καθένας που πέσει πάνω σ’ εκείνο το λίθο θα συντριφτεί. ενώ πάνω σ’ όποιον πέσει, θα τον θρυμματίσει».  19 Και ζήτησαν οι γραμματείς και οι αρχιερείς να βάλουν πάνω του τα χέρια αυτήν την ώρα, αλλά φοβήθηκαν το λαό, γιατί κατάλαβαν ότι γι’ αυτούς είπε την παραβολή αυτή.

Η πληρωμή των φόρων στον Καίσαρα

20 Και αφού παρατήρησαν προσεχτικά, απέστειλαν κατασκόπους που υποκρίνονταν οι ίδιοι πως είναι δίκαιοι, για να τον πιάσουν από ένα λόγο του, ώστε να τον παραδώσουν στην αρχή και στην εξουσία του ηγεμόνα.  21 Και τον επερώτησαν λέγοντας: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι ορθά λες και διδάσκεις, και δεν είσαι προσωπολήπτης, αλλά αληθινά διδάσκεις την οδό του Θεού.  22 Επιτρέπεται εμείς να δώσουμε φόρο στον Καίσαρα ή όχι;»  23 Επειδή λοιπόν κατανόησε την πανουργία τους, είπε προς αυτούς:  24 «Δείξτε μου ένα δηνάριο. ποιανού έχει εικόνα και επιγραφή;» Εκείνοι είπαν: «Του Καίσαρα».  25 Εκείνος είπε προς αυτούς: «Συνεπώς, αποδώστε τα πράγματα του Καίσαρα στον Καίσαρα και τα πράγματα του Θεού στο Θεό».  26 Και δεν μπόρεσαν να του πιάσουν λόγο ενοχοποιητικό απέναντι στο λαό και, επειδή θαύμασαν για την απόκρισή του, σώπασαν.

Το θέμα της ανάστασης

27 Πλησίασαν τότε μερικοί από τους Σαδουκκκαίους, που λένε αντίθετα από τους άλλους πως δεν υπάρχει ανάσταση, και τον επερώτησαν,  28 λέγοντας: «Δάσκαλε, ο Μωυσής μάς έγραψε: Αν ο αδελφός κάποιου πεθάνει έχοντας γυναίκα, και αυτός είναι άτεκνος, να λάβει ο αδελφός του τη γυναίκα του και να φέρει απογόνους στον αδελφό του.  29 Ήταν λοιπόν εφτά αδελφοί. Και ο πρώτος, αφού έλαβε γυναίκα, πέθανε άτεκνος.  30 Και ο δεύτερος  31 και ο τρίτος την έλαβαν, ομοίως μάλιστα και οι εφτά, που δεν εγκατέλειψαν παιδιά, και πέθαναν.  32 Ύστερα, και η γυναίκα πέθανε.  33 Η γυναίκα, λοιπόν, κατά την ανάσταση, ποιανού από αυτούς θα γίνει γυναίκα; Γιατί και οι εφτά την είχαν γυναίκα».  34 Και είπε σ’ αυτούς ο Ιησούς: «Οι γιοι του αιώνα τούτου παντρεύουν και νυμφεύονται,  35 αλλά εκείνοι που θα καταξιωθούν να επιτύχουν να ζήσουν σ’ εκείνον τον αιώνα και στην ανάσταση που είναι από τους νεκρούς ούτε παντρεύουν ούτε νυμφεύονται.  36 Γιατί ούτε να πεθάνουν πια δύνανται, επειδή είναι ίσοι με αγγέλους και είναι γιοι του Θεού, αφού είναι γιοι της ανάστασης.  37 Αλλά ότι εγείρονται οι νεκροί το μήνυσε και ο Μωυσής εκεί που μιλάει για τη βάτο, καθώς λέει Κύριο το Θεό του Αβραάμ και Θεό του Ισαάκ και Θεό του Ιακώβ.  38 Ο Θεός, λοιπόν, δεν είναι των νεκρών αλλά των ζωντανών, γιατί όλοι σε αυτόν ζουν».  39 Αποκρίθηκαν τότε μερικοί από τους γραμματείς και του είπαν: «Δάσκαλε, καλά τα είπες».  40 Γιατί δεν τολμούσαν πια να τον επερωτήσουν τίποτα.

Το θέμα αν ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ

41 Είπε τότε προς αυτούς: «Πώς λένε για το Χριστό ότι είναι γιος του Δαβίδ;  42 Γιατί αυτός ο Δαβίδ λέει στο βιβλίο των Ψαλμών: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: “Κάθου από τα δεξιά μου,  43 ωσότου θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο των ποδιών σου”.  44 Ο Δαβίδ, λοιπόν, τον καλεί Κύριο, και πώς είναι γιος του;»

Ο Ιησούς κατακρίνει τους γραμματείς

45 Ενώ άκουγε λοιπόν όλος ο λαός, είπε στους μαθητές του:  46 «Προσέχετε από τους γραμματείς που θέλουν να περπατούν με στολές και αγαπούν χαιρετισμούς στις αγορές και πρωτοκαθεδρίες στις συναγωγές και τα πρώτα καθίσματα στα δείπνα,  47 οι οποίοι κατατρώνε τις οικίες των χηρών και για πρόφαση κάνουν μακριές προσευχές. Αυτοί θα λάβουν περισσότερη καταδίκη».

Το δίλεπτο της χήρας

1 Σήκωσε, λοιπόν, το βλέμμα του και είδε τους πλούσιους που έριχναν στο θησαυροφυλάκιο τα δώρα τους.  2 Είδε τότε κάποια χήρα φτωχή να ρίχνει εκεί δύο λεπτά,  3 και είπε: «Αλήθεια σας λέω ότι αυτή η φτωχή η χήρα έριξε περισσότερο απ’ όλους.  4 Γιατί όλοι αυτοί έριξαν από το περίσσευμά τους στα δώρα, αυτή όμως από το υστέρημά της, όλη την περιουσία που είχε έριξε».

Προλέγεται η καταστροφή του ναού

5 Και όταν μερικοί έλεγαν για το ναό ότι είναι κοσμημένος με λίθους ωραίους και με αφιερώματα, είπε:  6 «Γι’ αυτά που βλέπετε θα έρθουν ημέρες κατά τις οποίες δε θα αφεθεί λίθος πάνω σε λίθο που δε θα καταστραφεί».

Σημάδια τελικής κρίσης και διωγμοί

7 Τον επερώτησαν, τότε, λέγοντας: «Δάσκαλε, πότε λοιπόν θα γίνουν αυτά και ποιο το σημείο όταν μέλλουν να γίνονται αυτά;»  8 Εκείνος είπε: «Προσέχετε μην πλανηθείτε. Γιατί πολλοί θα έρθουν με το όνομά μου, λέγοντας: “Εγώ είμαι”, και: “Ο καιρός έχει πλησιάσει”. Μην πορευτείτε πίσω τους. 9 Όταν λοιπόν ακούσετε πολέμους και ακαταστασίες, μην πτοηθείτε. Γιατί πρέπει πρώτα να γίνουν αυτά, αλλά δεν είναι αμέσως το τέλος».  10 Τότε τους έλεγε: «Θα εγερθεί έθνος εναντίον έθνους και βασιλεία εναντίον βασιλείας,  11 και θα γίνουν σεισμοί μεγάλοι, και κατά τόπους θα γίνουν πείνες και επιδημίες, και φαινόμενα φοβερά, και από τον ουρανό θα γίνουν σημεία μεγάλα.  12 Πριν όμως απ’ όλα αυτά θα βάλουν πάνω σας τα χέρια τους και θα σας καταδιώξουν, παραδίνοντάς σας στις συναγωγές και στις φυλακές, οδηγώντας σας μπροστά σε βασιλιάδες και σε ηγεμόνες εξαιτίας του ονόματός μου.  13 θα αποβεί σ’ εσάς για μαρτυρία.  14 Βάλτε λοιπόν στις καρδιές σας το να μην προμελετάτε να απολογηθείτε.  15 Γιατί εγώ θα σας δώσω στόμα και σοφία, στην οποία δε θα δυνηθούν να αντισταθούν ή να αντείπουν όλοι οι αντίθετοι σ’ εσάς.  16 Θα παραδοθείτε, λοιπόν, και από γονείς και αδελφούς και συγγενείς και φίλους, και θα θανατώσουν μερικούς από εσάς,  17 και θα είστε μισούμενοι από όλους για το όνομά μου.  18 Αλλά τρίχα από το κεφάλι σας δε θα χαθεί. 19 Με την υπομονή σας αποκτήστε τις ψυχές σας».

Προλέγεται η καταστροφή της Ιερουσαλήμ

20 «Όταν όμως δείτε την Ιερουσαλήμ να κυκλώνεται από στρατόπεδα, τότε να γνωρίζετε ότι έχει πλησιάσει η ερήμωσή της.  21 Τότε όσοι είναι στην Ιουδαία ας φεύγουν στα όρη και όσοι είναι στο μέσο αυτής ας αναχωρήσουν και όσοι είναι στην ύπαιθρο ας μην εισέλθουν σ’ αυτή,  22 γιατί αυτές είναι ημέρες εκδίκησης, για να ολοκληρωθούν όλα τα γραμμένα.  23 Αλίμονο σε όσες έχουν παιδιά στην κοιλιά και σε όσες θηλάζουν εκείνες τις ημέρες. Γιατί θα γίνει καταπίεση μεγάλη πάνω στη γη και οργή στο λαό τούτο,  24 και θα πέσουν από το στόμα της μάχαιρας και θα οδηγηθούν αιχμάλωτοι σε όλα τα έθνη, και η Ιερουσαλήμ θα πατιέται συνεχώς από τα έθνη, μέχρις ότου συμπληρωθούν οι καιροί των εθνών».

Ο ερχομός του Υιού του ανθρώπου

25 «Και θα γίνουν σημεία στον ήλιο και στη σελήνη και στα άστρα, και πάνω στη γη στενοχώρια των εθνών με αμηχανία για τους ήχους της θάλασσας και το σάλο,  26 ενώ θα λιποθυμούν οι άνθρωποι από το φόβο και την προσμονή αυτών που θα επέλθουν στην οικουμένη, γιατί οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευτούν.  27 Και τότε θα δουν τον Υιό του ανθρώπου ερχόμενο μέσα σε νεφέλη με δύναμη και δόξα πολλή.  28 Όταν λοιπόν αρχίζουν να γίνονται αυτά, ανορθωθείτε και σηκώστε πάνω τα κεφάλια σας, γιατί πλησιάζει η απολύτρωσή σας».

Μάθημα από τη συκιά

29 Και είπε μια παραβολή σ’ αυτούς: «Δείτε τη συκιά και όλα τα δέντρα.  30 Όταν προβάλουν ήδη τα φύλλα, βλέπετε από μόνοι σας και γνωρίζετε ότι είναι ήδη κοντά το θέρος.  31 Έτσι κι εσείς, όταν δείτε αυτά να γίνονται, να γνωρίζετε ότι κοντά είναι η βασιλεία του Θεού.  32 Αλήθεια σας λέω ότι δε θα παρέλθει η γενιά αυτή, ωσότου όλα γίνουν.  33 Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δε θα παρέλθουν».

Ανάγκη επαγρύπνησης

34 «Προσέχετε, λοιπόν, τους εαυτούς σας μήπως βαρύνουν οι καρδιές σας μέσα σε κραιπάλη και σε μέθη και σε μέριμνες βιοτικές και πέσει πάνω σας αιφνίδια η ημέρα εκείνη  35 σαν παγίδα. Γιατί θα έρθει πάνω σε όλους όσοι κάθονται στην επιφάνεια όλης της γης.  36 Αγρυπνείτε, λοιπόν, και σε κάθε καιρό να δέεστε για να υπερισχύσετε, ώστε να ξεφύγετε όλα αυτά που μέλλουν να γίνονται και να σταθείτε μπροστά στον Υιό του ανθρώπου».  37 Και τις ημέρες δίδασκε συνεχώς στο ναό, ενώ τις νύχτες εξερχόταν και διανυχτέρευε στο όρος το καλούμενο των Ελαιών.  38 Και όλος ο λαός ερχόταν με τον όρθρο προς αυτόν στο ναό, για να τον ακούει.

Η προδοσία του Ιούδα

1 Πλησίαζε τότε η εορτή των αζύμων, που λέγεται Πάσχα.  2 Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς ζητούσαν το πώς να τον θανατώσουν, γιατί φοβούνταν το λαό.  3 Εισήλθε τότε ο Σατανάς στον Ιούδα, που καλείται Ισκαριώτης, ο οποίος ήταν από τον αριθμό των δώδεκα.  4 Και πήγε και συνομίλησε με τους αρχιερείς και με τους στρατηγούς το πώς να τους τον παραδώσει.  5 Και χάρηκαν και συμφώνησαν να του δώσουν αργυρά νομίσματα.  6 Και υποσχέθηκε, και ζητούσε ευκαιρία να τον παραδώσει σ’ αυτούς χωρίς πλήθος γύρω του.

Το Πάσχα με τους μαθητές

7 Ήρθε λοιπόν η ημέρα των αζύμων, κατά την οποία έπρεπε να θυσιάσουν το Πάσχα.  8 Και απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη και είπε: «Πηγαίνετε και ετοιμάστε μας το Πάσχα να φάμε». 9 Εκείνοι του είπαν: «Πού θέλεις να ετοιμάσουμε;»  10 Αυτός τους είπε: «Ιδού, όταν εισέλθετε στην πόλη, θα σας συναντήσει ένας άνθρωπος, βαστάζοντας στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον στην οικία στην οποία μπαίνει,  11 και θα πείτε στον οικοδεσπότη της οικίας: “Σου λέει ο δάσκαλος: Πού είναι το κατάλυμα όπου το Πάσχα θα φάω μαζί με τους μαθητές μου”;  12 Κι εκείνος θα σας δείξει ένα ανώγι μεγάλο, στρωμένο. εκεί ετοιμάστε».  13 Έφυγαν, τότε, και βρήκαν καθώς τους είχε πει και ετοίμασαν το Πάσχα.

Η καθιέρωση της Θείας Ευχαριστίας

14 Και όταν έγινε η κατάλληλη ώρα, κάθισε, για να φάει και οι απόστολοι μαζί του.  15 Και είπε προς αυτούς: «Επιθύμησα πολύ αυτό το Πάσχα να φάω μαζί σας προτού να υποφέρω.  16 Γιατί σας λέω ότι δε θα φάω αυτό, ωσότου ολοκληρωθεί μέσα στη βασιλεία του Θεού».  17 Και αφού δέχτηκε ένα ποτήρι, ευχαρίστησε το Θεό και είπε: «Λάβετε τούτο και διαμερίστε το μεταξύ σας.  18 Γιατί σας λέω ότι δε θα πιω από τώρα από το γέννημα της αμπέλου, ωσότου έρθει η βασιλεία του Θεού».  19 Και αφού έλαβε άρτο, ευχαρίστησε το Θεό, τον έκοψε με τα χέρια και τους τον έδωσε λέγοντας: «Τούτο είναι το σώμα μου που δίνεται για χάρη σας. αυτό να κάνετε στη δική μου ανάμνηση».  20 Και το ποτήρι ομοίως έδωσε μετά το δείπνο, λέγοντας: «Τούτο το ποτήρι, η καινή διαθήκη με το αίμα μου, που για χάρη σας χύνεται.  21 Όμως, ιδού, το χέρι εκείνου που με προδίδει είναι μαζί μου πάνω στο τραπέζι.  22 Γιατί, βέβαια, ο Υιός του ανθρώπου πορεύεται σύμφωνα με το ορισμένο, όμως αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο μέσω του οποίου προδίδεται».  23 Και αυτοί άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, για το ποιος άραγε είναι από αυτούς που μέλλει να πράττει αυτό.

Η φιλονικία για το ποιος είναι ο μεγαλύτερος

24 Έγινε τότε και φιλονικία μεταξύ τους, για το ποιος από αυτούς φαίνεται ότι είναι μεγαλύτερος. 25 Εκείνος τους είπε: «Οι βασιλιάδες των εθνών κυριαρχούν σ’ αυτά και όσοι τα εξουσιάζουν καλούνται ευεργέτες.  26 Εσείς όμως, όχι έτσι, αλλά ο μεγαλύτερος μεταξύ σας ας γίνει όπως ο νεότερος και εκείνος που ηγείται όπως αυτός που διακονεί.  27 Γιατί ποιος είναι μεγαλύτερος, αυτός που κάθεται, για να φάει, ή αυτός που διακονεί; Δεν είναι αυτός που κάθεται; Εγώ όμως στο μέσο σας είμαι όπως αυτός που διακονεί.  28 Εσείς, λοιπόν, είστε εκείνοι που έχουν διαμείνει μαζί μου μέσα στους πειρασμούς μου.  29 Κι εγώ σας διαθέτω βασιλεία καθώς μου διέθεσε ο Πατέρας μου, 30 για να τρώτε και να πίνετε πάνω στο τραπέζι μου κατά τη βασιλεία μου, και θα καθίσετε πάνω σε θρόνους, κρίνοντας τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ».

Προλέγεται η άρνηση του Πέτρου

31 «Σίμωνα, Σίμωνα, ιδού, ο Σατανάς απαίτησε για τον εαυτό του εσάς, για να σας κοσκινίσει όπως το σιτάρι.  32 Εγώ όμως δεήθηκα για σένα, για να μην εκλείψει η πίστη σου. Κι εσύ, όταν κάποτε επιστρέψεις, στήριξε τους αδελφούς σου».  33 Εκείνος του είπε: «Κύριε, είμαι έτοιμος να πάω μαζί σου και σε φυλακή και σε θάνατο».  34 Αυτός του είπε: «Σου λέω, Πέτρο, δε θα λαλήσει σήμερα πετεινός, ωσότου τρεις φορές με απαρνηθείς, λέγοντας ότι δε με ξέρεις».

Πορτοφόλι, σακίδιο και μάχαιρα

35 Και είπε σ’ αυτούς: «Όταν σας απέστειλα χωρίς πορτοφόλι και σακίδιο και υποδήματα, μήπως κάτι στερηθήκατε;» Εκείνοι είπαν: «Κανένα».  36 Τους είπε τότε: «Αλλά τώρα όποιος έχει πορτοφόλι ας το πάρει, όμοια και σακίδιο, και όποιος δεν έχει ας πουλήσει το πανωφόρι του και ας αγοράσει μάχαιρα.  37 Γιατί σας λέω ότι αυτό το γραμμένο πρέπει να τελεστεί σ’ εμένα, το: Και μαζί με άνομους λογαριάστηκε. Και πράγματι, ό,τι αφορά εμένα έχει τέλος».  38 Εκείνοι είπαν: «Κύριε, ιδού δύο μάχαιρες εδώ». Αυτός τους είπε: «Αρκετό είναι».

Η προσευχή στο Όρος των Ελαιών

39 Και αφού εξήλθε, πορεύτηκε κατά τη συνήθειά του στο Όρος των Ελαιών, και τον ακολούθησαν και οι μαθητές.  40 Όταν ήρθε λοιπόν στον τόπο εκείνο, τους είπε: «Προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό».  41 Και αυτός απομακρύνθηκε από αυτούς σε απόσταση περίπου μιας βολής λίθου και, αφού έπεσε στα γόνατα, προσευχόταν,  42 λέγοντας: «Πατέρα, αν θέλεις, απομάκρυνε αυτό το ποτήρι από εμένα. όμως όχι το θέλημά μου, αλλά το δικό σου να γίνει». 43 Φανερώθηκε τότε σ’ αυτόν άγγελος από τον ουρανό που τον ενίσχυε.  44 Και επειδή έπεσε σε αγωνία, εντονότερα προσευχόταν. Και έγινε ο ιδρώτας του σαν θρόμβοι αίματος που κατέβαιναν στη γη.  45 Και όταν σηκώθηκε από την προσευχή, ήρθε προς τους μαθητές και τους βρήκε να κοιμούνται από τη λύπη,  46 και τους είπε: «Τι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσεύχεστε, για να μην εισέλθετε σε πειρασμό».

Η προδοσία και η σύλληψη του Ιησού

47 Ενώ αυτός ακόμη μιλούσε, ιδού όχλος, και ο λεγόμενος Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, ερχόταν μπροστά από αυτούς και πλησίασε τον Ιησού, για να τον φιλήσει.  48 Ο Ιησούς τότε του είπε: «Ιούδα, με φίλημα παραδίνεις τον Υιό του ανθρώπου;»  49 Όταν είδαν τότε εκείνοι που ήταν γύρω του αυτό που συνέβηκε, είπαν: «Κύριε, να χτυπήσουμε με μάχαιρα;»  50 Και χτύπησε ένας, κάποιος από αυτούς, το δούλο του αρχιερέα και αφαίρεσε το αυτί του το δεξί.  51 Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Αφήστε τα πράγματα ως αυτό το σημείο» – και αφού άγγιξε το αυτί, τον γιάτρεψε.  52 Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς τους αρχιερείς και στρατηγούς του ναού και πρεσβυτέρους, που ήρθαν εναντίον του: «Σαν ενάντια σε ληστή εξήλθατε με μάχαιρες και ξύλα;  53 Κάθε ημέρα, ενώ ήμουν μαζί σας μέσα στο ναό, δεν εκτείνατε τα χέρια πάνω μου. Αλλά αυτή η ώρα είναι δική σας και η εξουσία του σκότους».

Ο Πέτρος απαρνείται τον Ιησού

54 Αφού λοιπόν τον συνέλαβαν, τον οδήγησαν και τον εισήγαγαν στην οικία του αρχιερέα. Και ο Πέτρος ακολουθούσε από μακριά.  55 Αφού άναψαν τότε φωτιά στο μέσο της αυλής και κάθισαν μαζί, ο Πέτρος καθόταν στο μέσο τους.  56 Όταν τον είδε τότε κάποια μικρή δούλη να κάθεται κοντά προς το φως της φωτιάς και τον ατένισε, είπε: «Και αυτός ήταν μαζί του».  57 Εκείνος το αρνήθηκε, λέγοντας: «Δεν τον ξέρω, γυναίκα».  58 Και μετά από λίγο, άλλος, όταν τον είδε, είπε: «Και εσύ είσαι από αυτούς». Αλλά ο Πέτρος είπε: «Άνθρωπε, δεν είμαι».  59 Και όταν πέρασε περίπου μια ώρα, κάποιος άλλος ισχυριζόταν έντονα, λέγοντας: «Στ’ αλήθεια, και αυτός ήταν μαζί του, γιατί είναι και Γαλιλαίος».  60 Είπε τότε ο Πέτρος: «Άνθρωπε, δεν ξέρω τι λες». Και αμέσως, ενώ ακόμη αυτός μιλούσε, λάλησε ένας πετεινός.  61 Και αφού στράφηκε ο Κύριος, κοίταξε μέσα στα μάτια τον Πέτρο, και θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Κυρίου, καθώς του είπε: «Πριν ο πετεινός λαλήσει σήμερα, θα με απαρνηθείς τρεις φορές».  62 Και αφού βγήκε έξω, έκλαψε πικρά.

Εμπαίζουν και δέρνουν τον Ιησού

63 Και οι άντρες που τον κρατούσαν σφιχτά τον ενέπαιζαν δέρνοντάς τον  64 και, αφού του περικάλυψαν το πρόσωπο, τον επερωτούσαν, λέγοντας: «Προφήτεψε, ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;»  65 Και άλλα πολλά, βλαστημώντας, έλεγαν σ’ αυτόν.

Ο Ιησούς μπροστά στο μεγάλο συνέδριο

66 Και μόλις ξημέρωσε, συνάχτηκε το πρεσβυτέριο του λαού, αρχιερείς και γραμματείς, και τον οδήγησαν στο συνέδριό τους,  67 λέγοντας: «Αν εσύ είσαι ο Χριστός, πες το μας». Είπε τότε σ’ αυτούς: «Αν σας το πω, δε θα πιστέψετε.  68 κι αν σας ρωτήσω, δε θα αποκριθείτε.  69 Από τώρα όμως ο Υιός του ανθρώπου θα κάθεται συνεχώς από τα δεξιά της δύναμης του Θεού».  70 Είπαν τότε όλοι: «Εσύ λοιπόν είσαι ο Υιός του Θεού;» Εκείνος είπε προς αυτούς: «Κι εσείς το λέτε ότι εγώ είμαι».  71 Εκείνοι είπαν: «Τι ανάγκη μαρτυρίας έχουμε ακόμα; Γιατί εμείς οι ίδιοι το ακούσαμε από το στόμα του».

Ο Ιησούς μπροστά στον Πιλάτο

1 Και αφού σηκώθηκε όλο το πλήθος αυτών των συνέδρων, τον οδήγησαν στον Πιλάτο.  2 Άρχισαν τότε να τον κατηγορούν, λέγοντας: «Τούτον τον βρήκαμε να διαστρέφει το έθνος μας και να εμποδίζει να δίνουμε φόρους στον Καίσαρα και να λέει πως ο εαυτός του είναι Χριστός βασιλιάς». 3 Ο Πιλάτος λοιπόν τον ρώτησε λέγοντας: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Εκείνος του αποκρίθηκε και είπε: «Εσύ το λες».  4 Τότε ο Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και προς τους όχλους: «Κανένα αίτιο καταδίκης δε βρίσκω στον άνθρωπο τούτο».  5 Εκείνοι επέμεναν λέγοντας: «Ξεσηκώνει το λαό διδάσκοντας σε όλη την Ιουδαία και, αφού άρχισε από τη Γαλιλαία, έφτασε ως εδώ».

Ο Ιησούς μπροστά στον Ηρώδη

6 Ο Πιλάτος τότε, όταν το άκουσε, ρώτησε αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος  7 και, όταν έμαθε ότι είναι από μέρος της εξουσίας του Ηρώδη, τον παράπεμψε προς τον Ηρώδη, που ήταν και αυτός στα Ιεροσόλυμα αυτές τις ημέρες.  8 Ο Ηρώδης, λοιπόν, όταν είδε τον Ιησού, χάρηκε πολύ, γιατί ήθελε συνεχώς από αρκετά χρόνια να τον δει, επειδή άκουγε γι’ αυτόν και έλπιζε κάποιο θαυματουργικό σημείο να δει να γίνεται από αυτόν.  9 Τον επερωτούσε λοιπόν με αρκετά λόγια, αλλά αυτός τίποτα δεν του αποκρίθηκε.  10 Είχαν σταθεί τότε οι αρχιερείς και οι γραμματείς και τον κατηγορούσαν έντονα.  11 Και αφού τον εξουθένωσε και ο Ηρώδης μαζί με τα στρατεύματά του και τον ενέπαιξε, τον έντυσε με λαμπρό ένδυμα και τον ξανάστειλε στον Πιλάτο.  12 Έγιναν τότε φίλοι ο Ηρώδης και ο Πιλάτος αυτήν την ημέρα μεταξύ τους. γιατί προϋπήρχε έχθρα του ενός προς τον άλλο.

Ο Ιησούς καταδικάζεται σε θάνατο

13 Ο Πιλάτος, λοιπόν, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες και το λαό,  14 είπε προς αυτούς: «Φέρατε προς εμένα τον άνθρωπο αυτό σαν έναν που αποπλανά το λαό, και ιδού, εγώ μπροστά σας τον ανάκρινα και δε βρήκα σ’ αυτόν τον άνθρωπο κανένα αίτιο κατηγορίας από όσα κατηγορείτε εναντίον του.  15 Αλλά ούτε κι ο Ηρώδης, γιατί τον ξανάστειλε προς εμάς, και ιδού, τίποτα άξιο θανάτου δεν έχει πράξει αυτός.  16 Αφού τον παιδέψω, λοιπόν, θα τον απολύσω».  17 Είχε μάλιστα υποχρέωση να τους απολύει έναν κατά την εορτή.  18 Τότε όλο το πλήθος έκραξε δυνατά, λέγοντας: «Αφάνιζε αυτόν και απόλυσέ μας το Βαραβά»  19 – ο οποίος ήταν ριγμένος στη φυλακή για κάποια στάση που έγινε στην πόλη και για φόνο.  20 Πάλι τότε ο Πιλάτος φώναξε προς αυτούς, επειδή ήθελε να απολύσει τον Ιησού.  21 Εκείνοι φώναζαν δυνατά, λέγοντας: «Σταύρωνε, σταύρωνε αυτόν».  22 Εκείνος για τρίτη φορά είπε προς αυτούς: «Γιατί, τι κακό έκανε αυτός; Κανένα αίτιο θανάτου δε βρήκα σ’ αυτόν. Αφού τον παιδέψω, λοιπόν, θα τον απολύσω».  23 Εκείνοι επέμεναν με φωνές μεγάλες, ζητώντας αυτός να σταυρωθεί, και υπερίσχυαν οι φωνές τους.  24 Και έτσι ο Πιλάτος αποφάσισε να γίνει το αίτημά τους:  25 απόλυσε, λοιπόν, αυτόν που είχε ριχτεί στη φυλακή για στάση και φόνο, τον οποίο ζητούσαν, ενώ τον Ιησού τον παράδωσε στο θέλημά τους.

Η σταύρωση του Ιησού

26 Και καθώς τον οδηγούσαν, έπιασαν κάποιο Σίμωνα Κυρηναίο, που ερχόταν από τον αγρό, και επέθεσαν σε αυτόν το σταυρό, για να τον φέρει πίσω από τον Ιησού.  27 Τον ακολουθούσε μάλιστα πολύ πλήθος από το λαό και από γυναίκες που χτυπούσαν τα στήθη τους και τον θρηνούσαν. 28 Στράφηκε τότε προς αυτές ο Ιησούς και είπε: «Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα. Αλλά για τους εαυτούς σας να κλαίτε και για τα παιδιά σας,  29 γιατί ιδού, έρχονται ημέρες κατά τις οποίες θα πουν: “Μακάριες οι στείρες και οι κοιλιές που δε γέννησαν και οι μαστοί που δεν έθρεψαν”.  30 Τότε θα αρχίσουν να λένε στα όρη: “Πέστε πάνω μας”, και στους λόφους: “Καλύψτε μας”.  31 Γιατί αν στο υγρό ξύλο κάνουν αυτά, στο ξερό τι θα γίνει;»  32 Οδηγούνταν τότε και άλλοι δύο κακούργοι μαζί του, για να θανατωθούν.  33 Και όταν ήρθαν στον τόπο που καλείται “Κρανίο”, εκεί σταύρωσαν αυτόν και τους κακούργους, τον ένα από τα δεξιά, τον άλλο από τα αριστερά του. 34 Και ο Ιησούς έλεγε: «Πατέρα, άφησε σ’ αυτούς, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Διαμοιμάζονται τότε τα ιμάτιά του μεταξύ τους και έριξαν κλήρους.  35 Και ο λαός είχε σταθεί και έβλεπε. Τον περιγελούσαν τότε και οι άρχοντες, λέγοντας: «Άλλους έσωσε, ας σώσει τον εαυτό του, αν αυτός είναι ο Χριστός, ο εκλεκτός του Θεού».  36 Τον ενέπαιξαν τότε και οι στρατιώτες που πλησίαζαν, προσφέροντάς του ξίδι  37 και λέγοντας: «Αν εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων, σώσε τον εαυτό σου».  38 Ήταν μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του: “Ο βασιλιάς των Ιουδαίων είναι αυτός”. 39 Ένας τότε από τους κακούργους που κρεμάστηκαν τον βλαστημούσε, λέγοντας: «Δεν είσαι εσύ ο Χριστός; Σώσε τον εαυτό σου κι εμάς».  40 Αποκρίθηκε όμως ο άλλος, επιτιμώντας αυτόν, και είπε: «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ, αφού είσαι στην ίδια καταδίκη;  41 Και εμείς, βέβαια, δίκαια, γιατί απολαμβάνουμε άξια αυτών που πράξαμε. Αυτός, όμως, τίποτα το άτοπο δεν έπραξε».  42 Και έλεγε: «Ιησού, θυμήσου με, όταν έρθεις στη βασιλεία σου».  43 Και του είπε: «Αλήθεια σου λέω, σήμερα μαζί μου θα είσαι μέσα στον Παράδεισο».

Ο θάνατος του Ιησού

44 Και ήταν ήδη περίπου δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, και έγινε σκοτάδι πάνω σε όλη τη γη ως τις τρεις η ώρα το απόγευμα,  45 γιατί χάθηκε ο ήλιος. σχίστηκε μάλιστα το καταπέτασμα του ναού στο μέσο.  46 Και ο Ιησούς φώναξε με φωνή μεγάλη και είπε: «Πατέρα, στα χέρια σου παραθέτω το πνεύμα μου». Και αφού είπε αυτό, εξέπνευσε.  47 Όταν είδε τότε ο εκατόνταρχος αυτό που έγινε, δόξαζε το Θεό, λέγοντας: «Πράγματι, ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος».  48 Και όλα τα πλήθη που μαζεύτηκαν, για να δουν αυτό το θέαμα, όταν είδαν όσα έγιναν, επέστρεφαν, χτυπώντας τα στήθη. 49 Και είχαν σταθεί όλοι οι γνωστοί του από μακριά, και οι γυναίκες που ακολουθούσαν μαζί του από τη Γαλιλαία, οι οποίες έβλεπαν αυτά.

Ο ενταφιασμός του Ιησού

50 Και ιδού ένας άντρας με το όνομα Ιωσήφ, που ήταν βουλευτής και άντρας αγαθός και δίκαιος  51 – αυτός δεν είχε συγκατατεθεί στην απόφαση και στην πράξη τους – που ήταν από την Αριμαθαία, πόλη των Ιουδαίων, ο οποίος πρόσμενε τη βασιλεία του Θεού.  52 Αυτός πλησίασε τον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού  53 και, αφού το κατέβασε, το τύλιξε μέσα σ’ ένα σεντόνι και τον έθεσε σε μνήμα λαξευτό όπου κανείς ακόμα δεν ήταν τοποθετημένος.  54 Και ήταν ημέρα παρασκευή και χάραζε το Σάββατο.  55 Ακολούθησαν από κοντά τότε οι γυναίκες, οι οποίες είχαν έρθει από τη Γαλιλαία μαζί του, και είδαν το μνήμα και πώς τέθηκε το σώμα του.  56 Όταν λοιπόν επέστρεψαν, ετοίμασαν αρώματα και μύρα. Και το Σάββατο, βέβαια, ησύχασαν σύμφωνα με τήν εντολή.

Η ανάσταση του Ιησού

1 Την πρώτη όμως ημέρα μετά το Σάββατο, ενώ ήταν όρθρος βαθύς, ήρθαν στο μνήμα, φέρνοντας όσα αρώματα ετοίμασαν.  2 Βρήκαν τότε το λίθο κυλισμένο μακριά από το μνήμα  3 και, αφού εισήλθαν, δε βρήκαν το σώμα του Κυρίου Ιησού.  4 Και συνέβηκε, ενώ αυτές απορούσαν γι’ αυτό, τότε ιδού, δύο άντρες να σταθούν ξαφνικά μπροστά τους με ένδυμα που άστραφτε.  5 Και καθώς ήταν γεμάτες φόβο και έσκυψαν τα πρόσωπά τους στη γη, είπαν προς αυτές: «Τι ζητάτε τον ζωντανό μαζί με τους νεκρούς;  6 Δεν είναι εδώ, αλλά εγέρθηκε. Θυμηθείτε πώς σας μίλησε, ενώ ήταν ακόμα στη Γαλιλαία,  7 λέγοντας για τον Υιό του ανθρώπου ότι πρέπει να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων αμαρτωλών και να σταυρωθεί και την τρίτη ημέρα να αναστηθεί».  8 Και θυμήθηκαν τα λόγια του.  9 Και αφού επέστρεψαν από το μνήμα, ανάγγειλαν όλα αυτά στους έντεκα και σε όλους τους υπόλοιπους.  10 Ήταν, λοιπόν, η Μαγδαληνή Μαρία και η Ιωάννα και η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι υπόλοιπες μαζί τους. Έλεγαν αυτά προς τους αποστόλους,  11 και αυτά τα λόγια φάνηκαν μπροστά τους σαν παραλήρημα, και απιστούσαν σ’ αυτές.  12 Τότε ο Πέτρος σηκώθηκε και έτρεξε στο μνήμα και, αφού έσκυψε κάτω, βλέπει τους επιδέσμους μόνο, και έφυγε, θαυμάζοντας μέσα του για το γεγονός.

Η πορεία προς τους Εμμαούς

13 Και ιδού, δύο από αυτούς κατ’ αυτήν την ημέρα πορεύονταν σε ένα χωριό που απείχε περίπου δέκα χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ, του οποίου το όνομα ήταν Εμμαούς.  14 Και αυτοί μιλούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που είχαν συμβεί.  15 Και συνέβηκε, ενώ αυτοί μιλούσαν και συζητούσαν, τότε ο ίδιος ο Ιησούς να πλησιάσει. και προχωρούσε μαζί τους.  16 Αλλά τα μάτια τους κρατούνταν, για να μην τον αναγνωρίσουν.  17 Είπε τότε προς αυτούς: «Ποια είναι αυτά τα λόγια που ανταλλάσσετε μεταξύ σας περπατώντας;» Και εκείνοι στάθηκαν σκυθρωποί.  18 Αποκρίθηκε, λοιπόν, ένας με το όνομα Κλεόπας και είπε προς αυτόν: «Εσύ μόνος παροικείς στην Ιερουσαλήμ και δεν έμαθες όσα έγιναν μέσα σ’ αυτήν τις ημέρες αυτές;»  19 Και τους είπε: «Ποια;» Εκείνοι του είπαν: «Τα σχετικά με τον Ιησού το Ναζαρηνό, ο οποίος ήταν άντρας προφήτης, δυνατός σε έργα και σε λόγια απέναντι στο Θεό και σε όλο το λαό.  20 Και πώς τον παράδωσαν οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας σε καταδίκη θανάτου και τον σταύρωσαν.  21 Εμείς όμως ελπίζαμε ότι αυτός είναι εκείνος που μέλλει να λυτρώνει το λαό Ισραήλ. Αλλά, βέβαια, και μαζί με όλα αυτά, είναι η τρίτη ημέρα αυτή που περνάει αφότου έγιναν αυτά.  22 Αλλά και κάποιες γυναίκες από εμάς μας άφησαν εκστατικούς, όταν πήγαν με τον όρθρο στο μνήμα  23 και, επειδή δε βρήκαν το σώμα του, ήρθαν, λέγοντας πως έχουν δει και οπτασία αγγέλων, οι οποίοι λένε ότι αυτός ζει.  24 Και πήγαν μερικοί από αυτούς που είναι μαζί μας στο μνήμα και βρήκαν τα πράγματα έτσι καθώς είπαν και οι γυναίκες, αλλά αυτόν δεν τον είδαν».  25 Και τότε αυτός είπε προς αυτούς: «Ω, ανόητοι και αργοί στην καρδιά στο να πιστεύετε σε όλα όσα λάλησαν οι προφήτες.  26 Δεν έτρεπε αυτά να πάθει ο Χριστός και να εισέλθει στη δόξα του;»  27 Και αφού άρχισε από το Μωυσή και από όλους τους προφήτες, διερμήνεψε σ’ αυτούς μέσα σ’ όλες τις γραφές τα σχετικά με τον εαυτό του.  28 Και πλησίασαν στο χωριό όπου πήγαιναν, και τότε αυτός προσποιήθηκε ότι πηγαίνει μακρύτερα.  29 Και τον πίεσαν, παρακαλώντας τον και λέγοντας: «Μείνε μαζί μας, γιατί πλησιάζει η εσπέρα και έχει γείρει ήδη η ημέρα». Και εισήλθε για να μείνει μαζί τους.  30 Και όταν κάθισε, για να φάει μαζί τους, αφού έλαβε τον άρτο, τον ευλόγησε και, αφού τον έκοψε με τα χέρια, τον έδινε σ’ αυτούς.  31 Τότε διανοίχτηκαν οι οφθαλμοί τους και τον αναγνώρισαν. αλλά αυτός έγινε άφαντος από αυτούς. 32 Και είπαν μεταξύ τους: «Η καρδιά μας δεν έκαιγε συνεχώς μέσα μας καθώς μας μιλούσε στο δρόμο, όπως μας διάνοιγε τις Γραφές;»  33 Και αφού σηκώθηκαν αυτήν την ώρα, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ και βρήκαν συναθροισμένους τους έντεκα και όσους ήταν μαζί τους,  34 που έλεγαν ότι πράγματι εγέρθηκε ο Κύριος και φανερώθηκε στο Σίμωνα.  35 Και αυτοί διηγούνταν όσα έγιναν στο δρόμο και πώς γνωρίστηκε σ’ αυτούς με το κόψιμο του άρτου.

Ο Ιησούς εμφανίζεται στους μαθητές

36 Ενώ λοιπόν μιλούσαν αυτά, αυτός στάθηκε στο μέσο τους και τους λέει: «Ειρήνη σ’ εσάς». 37 Πτοήθηκαν τότε και γέμισαν φόβο και νόμιζαν πως βλέπουν πνεύμα.  38 Και είπε σ’ αυτούς: «Τι είστε ταραγμένοι και γιατί διαλογισμοί ανεβαίνουν στην καρδιά σας;  39 Δείτε τα χέρια μου και τα πόδια μου, γιατί εγώ είμαι, ο ίδιος, ψηλαφήστε με και δείτε, γιατί πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά καθώς βλέπετε εμένα να έχω».  40 Και αφού είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια και τα πόδια του. 41 Επειδή, λοιπόν, αυτοί ακόμα απιστούσαν από τη χαρά τους και θαύμαζαν, τους είπε: «Έχετε κάτι φαγώσιμο εδώ;»  42 Εκείνοι του έδωσαν μέρος από ψάρι ψητό και κηρήθρα από μέλι.  43 Και αφού τα έλαβε μπροστά τους, τα έφαγε.  44 Είπε λοιπόν προς αυτούς: «Αυτοί είναι οι λόγοι μου που μίλησα προς εσάς, ενώ ήμουν ακόμη μαζί σας, ότι πρέπει να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα μέσα στο νόμο του Μωυσή και στους προφήτες και στους ψαλμούς για μένα».  45 Τότε διάνοιξε το νου τους, για να καταλαβαίνουν τις Γραφές.  46 Και τους είπε: «Έτσι έχει γραφτεί, ότι ο Χριστός έπρεπε να πάθει και να αναστηθεί από τους νεκρούς την τρίτη ημέρα,  47 και να κηρυχτεί στο όνομά του μετάνοια για άφεση αμαρτιών σε όλα τα έθνη. Αφού αρχίσετε από την Ιερουσαλήμ,  48 εσείς να είστε μάρτυρες αυτών.  49 Και ιδού, εγώ αποστέλλω την υπόσχεση του Πατέρα μου πάνω σας. Εσείς όμως καθίστε μέσα στην πόλη, ωσότου ντυθείτε δύναμη από ψηλά».

Η ανάληψη του Ιησού

50 Τους οδήγησε τότε έξω, μέχρι κοντά στη Βηθανία και, αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε. 51 Και συνέβηκε, ενώ αυτός τους ευλογούσε, να διαχωριστεί από αυτούς και φερόταν πάνω στον ουρανό.  52 Και αυτοί τον προσκύνησαν και επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη  53 και ήταν διαπαντός μέσα στο ναό, ευλογώντας το Θεό.